25/09/2018 01:28:30
19.10.2009

Cine Ποντίκι

Ακαδημία Πλάτωνος

Πρώτη ελληνική ταινία για τον Φίλιππο Τσίτο, έναν σκηνοθέτη που δουλεύει εδώ και χρόνια στη Γερμανία και που το σκηνοθετικό του ντεμπούτο «My Sweet Home» είχε βρεθεί μέχρι το Φεστιβάλ του Βερολίνου. Η «Ακαδημία Πλάτωνος» έφτασε ακόμη πιο ψηλά, κερδίζοντας το καλοκαίρι που μας πέρασε τρία βραβεία στο Λοκάρνο, ανάμεσα στα οποία αυτό για την ερμηνεία του Αντώνη Καφετζόπουλου, που δίχως αμφιβολία είναι ένας από τους θεμέλιους λίθους πάνω στους οποίους στηρίζεται το φιλμ. Ο Καφετζόπουλος είναι ο Σταύρος, ένας loser ψιλικατζής σε μια Ακαδημία Πλάτωνος όπου τίποτα δεν κινείται και η μόνη δραστηριότητά του είναι να φέρνει τον φραπέ από το τραπεζάκι στο στόμα, να σχολιάζει την καθημερινότητα με τους τρεις εξίσου ρέμπελους κολλητούς του και να φροντίζει την ηλικιωμένη μητέρα του, η οποία έχει ήδη υποστεί κάμποσα εγκεφαλικά. Μέχρι την ημέρα που στη γειτονιά φτάνει ένας αλβανός εργάτης και η σχεδόν κατατονική μητέρα του ξυπνά ως εκ θαύματος, αρχίζει να μιλά αλβανικά και είναι πεπεισμένη πως ο καινούργιος επισκέπτης τους είναι ο χαμένος της γιος, που άφησε πίσω της όταν εγκατέλειψε την Αλβανία. Η αποκάλυψη, η αλήθεια της οποίας παραμένει αμφισβητούμενη ως το τέλος, ταράζει συθέμελα τον κόσμο του Σταύρου, του οποίου η μόνη περηφάνια έγκειται στην εθνική του ταυτότητα και που τώρα τη βλέπει να τραβιέται σαν χαλί κάτω από τα πόδια του. Το σενάριο του Αλέξη Καρδάρα και του Φίλιππου Τσίτου μπορεί να χτίζεται πάνω σε μια σειρά από συμπτώσεις και τον ακόμη υπαρκτό ρατσισμό που ελλοχεύει απέναντι στους γείτονές μας, όμως δεν είναι το μυστήριο της καταγωγής του ήρωα ή ο σχολιασμός της ρατσιστικής συμπεριφοράς μιας μεγάλης μερίδας Ελλήνων το βασικό ενδιαφέρον του φιλμ. Όπως και στο «My Sweet Home», μια ταινία που διαδραματιζόταν στη διάρκεια μιας νύχτας σε ένα πολυεθνικό Βερολίνο, έτσι κι εδώ το σημείο στο οποίο στέκεται το φιλμ δεν είναι άλλο από την αναζήτηση της ταυτότητας του καθένα από μας και την κρίση που προκύπτει όταν η ζωή, οι συγκυρίες, ένα τυχαίο γεγονός ακυρώνουν τις βεβαιότητές μας και μαζί σχεδόν την ίδια μας την ύπαρξη. Το υλικό του φιλμ θα προσφερόταν το δίχως άλλο για ένα δράμα, όμως ο Τσίτος προτιμά να το δει με χιούμορ, στοχεύοντας σε μια γλυκόπικρη κωμωδία που δεν υψώνει ποτέ τους τόνους, αλλά κρατά μόνιμα στα χείλη ένα προβληματισμένο χαμόγελο. Μέσα από την επανάληψη σκηνών που είναι σχεδόν ίδιες, με την επιμονή στις λεπτομέρειες μιας καθημερινότητας που δείχνει ακίνητη και μέσα από διαλογικές σκηνές που δεν νοιάζονται για το punch line αλλά για τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων, το φιλμ στήνει με επιτυχία μια χαμηλότονη σπουδή χαρακτήρων, δημιουργώντας τρισδιάστατους ήρωες ακόμη κι από τους χαρακτήρες που βρίσκονται στην περιφέρεια της ιστορίας του. Όσο για τους τρεις πρωταγωνιστές, ο Αναστάς Κόζντινε είναι όσο φιλικός και «λευκός» απαιτεί ο ρόλος του, η Τιτίκα Σαρινγκούλη ισορροπεί με χάρη ανάμεσα στη σπαρακτική θλίψη και σε μια χιουμοριστική φιγούρα και ο Αντώνης Καφετζόπουλος δίνει ψυχή και άλλοθι σε έναν ήρωα που στα χέρια κάποιου άλλου θα μπορούσε να παραμείνει απλά ένα αντιπαθές ρεμάλι. Σκηνοθεσία: Φίλιππος Τσίτος. Πρωταγωνιστούν: Αντώνης Καφετζόπουλος, Τιτίκα Σαρινγκούλη, Αναστάς Κόζντινε, Γιώργος Σουξές, Κωνσταντίνος Κορωναίος κ.ά. Χώρα: Ελλάδα. Διάρκεια: 103΄

Έτσι πήραμε το Γούντστοκ

Θέλοντας να επιστρέψει στην κωμωδία μετά από μια σειρά δραματικές ταινίες, ο Ανγκ Λι αφήνει στην άκρη τη βαριά ατμόσφαιρα ταινιών σαν το «Brokeback Mountain» ή το «Προσοχή πόθος» για να αφηγηθεί με ελαφράδα και μια ιδέα θαυμασμού για την εποχή των λουλουδιών την ιστορία του, πώς το Γούντστοκ μεταμορφώθηκε σε ιστορικό γεγονός εξέχουσας σημασίας. Παίρνοντας σαν αφορμή το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Έλιοτ Τίμπερ, ενός νεαρού ντόπιου που εξασφάλισε στους διοργανωτές του φεστιβάλ τον χώρο διεξαγωγής του όταν μια σειρά από τοποθεσίες είχαν αρνηθεί να το φιλοξενήσουν, ο Λι κάνει μια ταινία, που ακόμη κι αν έχει το Γούντστοκ στον τίτλο της επικεντρώνεται κυρίως στους ανθρώπους που το έχτισαν και το έζησαν. Μυθικό και για τον ίδιο τον σκηνοθέτη του, που βρισκόταν στην Ταϊβάν όταν η εποχή των λουλουδιών σάρωνε την Αμερική, το Γούντστοκ φαίνεται δύσκολο να καταγραφεί πειστικά (πόσο μάλλον εφόσον όσοι το έζησαν δυσκολεύονται να το θυμηθούν εξαιτίας των ναρκωτικών), οπότε ο Λι προτιμά να σταθεί λίγο στην άκρη, καταγράφοντας τη γοητευτική περιπέτεια της οργάνωσής του και την αίσθηση που άφησε σε όσους ήταν εκεί, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Μέσα από τις ιστορίες των πρωταγωνιστών του που διατρέχουν ολόκληρη την γκάμα των χαρακτήρων της τότε αμερικανικής κοινωνίας και κυρίως μέσα από τον συνεσταλμένο και σεξουαλικά καταπιεσμένο πρωταγωνιστή του, ο σκηνοθέτης στήνει την ιστορία του σαν μια τρυφερή κωμωδία με έξυπνο χιούμορ και ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για τους ανθρώπους και την εποχή τους. Η ιστορία του φεστιβάλ είναι σαφώς εκεί, όμως το ταξίδι του Έλιοτ είναι αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο την ταινία, κάτι που έχει σαν αποτέλεσμα από την μια το να γίνει το φιλμ πιο προσωπικό, αλλά από την άλλη να χάσει τον χαρακτήρα μιας ταινίας με μεγαλύτερο οπτικό πεδίο και προοπτική. Εν τέλει το «Γούντστοκ» αν και απολαυστικό, τρυφερό κι όσο πρέπει νοσταλγικό, είναι δυστυχώς πιο ελαφρύ και χαριτωμένο απ’ όσο θα χρειαζόταν για να μείνει στη μνήμη και δείχνει σαν ένα μικρό διάλειμμα στην πορεία του Λι προς το επόμενο αριστούργημά του. Σκηνοθεσία: Ανγκ Λι. Πρωταγωνιστούν: Ντιμίτρι Μάρτιν, Νταν Φόγκλερ, Χένρι Γκούντμαν, Γιουτζίν Λέβι κ.ά. Χώρα: ΗΠΑ. Διάρκεια: 120΄

Πανδημία

Ο πανικός για τη γρίπη των χοίρων δημιουργεί μια μάλλον ενδιαφέρουσα συγκυρία για την έξοδο αυτής της ταινίας στις αίθουσες, καθώς περιγράφει το ταξίδι δυο ζευγαριών προς έναν απομακρυσμένο προορισμό εν μέσω μιας πανδημίας που σκοτώνει όποιον εκτεθεί στο μικρόβιο. Το σενάριο δεν ξεκαθαρίζει τα πώς και τα γιατί, αλλά ξεκινά τη διαδρομή του κυριολεκτικά στα μισά του δρόμου, φωτίζοντας το τι ακριβώς συμβαίνει στην πορεία. Οι λεπτομέρειες δεν έχουν στ’ αλήθεια σημασία, ενώ το ότι δεν ξέρουμε τίποτα για την προέλευση ή την πορεία της ασθένειας βοηθά αρχικά στο να δημιουργηθεί μια έντονη αίσθηση απειλής. Καθώς όμως η ώρα περνά και το σενάριο ακολουθεί μια μάλλον προβλέψιμη πορεία δίχως κορυφώσεις, το ενδιαφέρον χάνεται σταδιακά κι ακόμη και η σύντομη διάρκειά του φιλμ δεν είναι αρκετή για να το κρατήσει ζωντανό ως το τέλος. Σκηνοθεσία: Άλεξ και Ντέιβιντ Πάστορ. Πρωταγωνιστούν: Λου Τέιλορ Πούτσι, Κρις Πάιν, Πάιπερ Περάμπο κ.ά. Χώρα: ΗΠΑ. Διάρκεια: 84΄

Χάλια μέρα για ψάρεμα

Η λιγάκι παράξενη, λιγάκι αστεία, λιγάκι μαύρη ιστορία ενός απατεωνίσκου που παριστάνει τον πρίγκιπα και διοργανώνει αγώνες πάλης στην επαρχία της Αργεντινής τη δεκαετία του ’60 ποντάρει στην ατμόσφαιρα και την ευφυή σκηνοθεσία για να κερδίσει τις εντυπώσεις, αλλά χάνει το παιχνίδι από ένα σενάριο που δεν δίνει στ’ αλήθεια λαβές για κάτι περισσότερο από μια απλή άσκηση ύφους. Το δίδυμο του δανδή ψευτοπρίγκιπα και του αποτυχημένου προβληματικού παλαιστή είναι πετυχημένο, τα σκηνικά και η τοπογραφία της ταινίας γοητευτικά, αλλά ελάχιστα πράγματα δείχνουν να κολυμπούν κάτω από την επιφάνεια του φιλμ ,που η αλήθεια είναι ότι δεν πιάνει και πολλά… ψάρια. Σκηνοθεσία: Αλβάρο Μπρέχνερ. Πρωταγωνιστούν: Γκάρι Πικέρ, Τζούκου Αχόλα, Αντονέλα Όστα, Σεζάρ Τρονκόσο. Χώρα: Ουρουγουάη. Διάρκεια: 106΄

ΑΚΟΜΗ

Μινούς, του Βίνσεντ Μπαλ

Δανέζικη ταινία για παιδιά του 2001 με ηρωίδα μια γυναίκα που κάποτε ήταν γάτα.

Η Τίνκερ Μπελ κι ο Χαμένος Θησαυρός, του Κλέι Χολ

Η μικρή νεράιδα της Ντίσνεϊ σε μια ταινία γυρισμένη για την αγορά του DVD.

Φάνι και Αλέξανδρος, του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν

Η σπουδαία, βραβευμένη με τέσσερα Όσκαρ ταινία του Μπέργκμαν σε επανέκδοση.

Ran, του Ακίρα Κουροσάβα

Η επική ανάγνωση του Βασιλιά Λιρ από τον ιάπωνα δημιουργό, που παραδίδει μια από τις καλύτερες ταινίες του.

Γιώργος Ν. Κορωναίος

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.