16/10/2018 18:59:49

Στη νουάρ Αθήνα του Γιάννη Μαρή

Στη νουάρ Αθήνα του Γιάννη Μαρή - Media

Γιατί εξακολουθεί και επανεκδίδεται με τόση επιτυχία ο Γιάννης Μαρής; Τι είναι αυτό που γοητεύει τους σημερινούς αναγνώστες και βυθίζονται στα «αθηναϊκά αναγνώσματά του»;

Εκβιαστές, αρχαιοκάπηλοι, προθεσμίες, χρήμα... Μέσα στις γιορτές ο πολυγραφότατος Γιάννης Μαρής μάς βύθισε στον «ίλιγγο» της ανάγνωσης. Έχουν προηγηθεί τρεις επανεκδόσεις και η ενδιαφέρουσα μονογραφία του Γιώργου Λεονταρίτη για τον «πατέρα» του ελληνικού αστυνομικού μυθιστορήματος. Δημοσιεύματα, εκδόσεις, ημερίδες αποδεικνύουν ότι το κοινό αναζητά με πάθος τα βιβλία του. Ο Μαρής εξακολουθεί να γοητεύει και ο αστυνόμος Μπέκας να διασχίζει τους νυχτερινούς δρόμους της Αθήνας.
«Πήγε ως την Ομόνοια με τα πόδια. Απ’ την Αιόλου είδε τη φωτισμένη Ακρόπολη. Έμοιαζε μ’ ένα λαμπερό κόσμημα, κρεμασμένο από τον ουρανό. Η κίνηση είχε αραιώσει. Ήταν μια από τις ώρες που η Αθήνα του άρεσε πιο πολύ, ίσως γιατί αυτές τις ώρες τις είχε συνηθίσει, σκεπτόταν ο συγκρατημένος, τίμιος, αστυνόμος Μπέκας, ένας “νυσταλέος γάτος” που δεν είχε διαβάσει ποίηση αλλά τον Βάρναλη τον είχε ακουστά». Ευκατάστατοι κύριοι με σκοτεινό παρελθόν, φιλόδοξες θεατρίνες, άπονοι εκβιαστές και συνηθισμένοι μεροκαματιάρηδες θα συναντηθούν στους δρόμους της πρωτεύουσας συνθέτοντας τον μοναδικό κόσμο του Μαρή. Ένα ταξί που ανεβαίνει τη Σταδίου, ο καστανάς στα Χαυτεία, ο άδειος θάλαμος τηλεφώνου στην πλατεία Συντάγματος, το μυστικό ραντεβού στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη… οι μικρές λεπτομέρειες που γίνονται οι πυξίδες της μνήμης. Είναι η εποχή που το κάπνισμα επιτρέπεται, οι πρεμιέρες των θεάτρων είναι κοσμικό γεγονός, η Μύκονος γίνεται αγαπημένος προορισμός και τα εγκλήματα φιλοξενούνται στις πρώτες σελίδες των εφημερίδων.
 
Το ραντεβού με τον αστυνόμο Μπέκα
Με την εγχώρια παραγωγή σχεδόν ανύπαρκτη, η εμφάνιση του Γιάννη Μαρή, το καλοκαίρι του ’53, κάνει πάταγο.
Στη μετεμφυλιακή Ελλάδα οι εφημερίδες και τα περιοδικά δημοσίευαν αστυνομικές ιστορίες σε συνέχειες με σκοπό την ψυχαγωγία των αναγνωστών τους. Συνεργάτης συντηρητικών εφημερίδων, αλλά με σοσιαλιστική συνείδηση, «ο Γιάννης Μαρής έγραφε αστυνομικά μυθιστορήματα χωρίς να αναφέρει ούτε καν έναν υπαινιγμό για τα πολιτικά δεδομένα της εποχής» γράφει η Αθηνά Κακούρη στον πρόλογο του βιβλίου «Η επιστροφή του Αστυνόμου Μπέκα»( Καστανιώτης). Ο Γιάννης Μαρής χρησιμοποιούσε την αστυνομική πλοκή ως πρόσχημα. Αυτό που κυρίως τον ενδιέφερε ήταν οι ζωντανοί χαρακτήρες, οι αληθοφανείς σχέσεις και η ατμόσφαιρα, το περιβάλλον της ιστορίας του, που συνήθως διαδραματιζόταν στην Αθήνα.
Στο ασκημένο μάτι του χρεώνεται η γλαφυρή αναπαράσταση της ατμόσφαιρας. Στήνει τις ιστορίες του στις παρυφές ενός κόσμου που προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές που άφησε ο Εμφύλιος και να ξαναφτιάξει τη ζωή του. Κατά τον συγγραφέα Αντρέα Αποστολίδη, στα βιβλία του Μαρή δεν υπάρχει πολιτικό έγκλημα, δικαστική πλάνη, διαφθορά της αστυνομίας, σύγκρουση μεγάλων συμφερόντων ή κρατική διαφθορά. Αυτό που κυριαρχεί στις ιστορίες του είναι η μοιραία «πολυτελής» γυναίκα, οι ξεπεσμένοι αριστοκράτες, οι άπιστοι σύζυγοι, τα «σεσημασμένα καθάρματα» και οι αξιοπρεπείς κύριοι υπεράνω υποψίας. Οι ζωντανές περιγραφές μιας πόλης που αλλάζει και οι αληθοφανείς χαρακτήρες που πνίγονται στα πάθη τους γοητεύουν το αδηφάγο κοινό. Τα μυθιστορήματα του Μαρή γνωρίζουν τεράστια επιτυχία και μεταφέρονται με επιτυχία στη μεγάλη οθόνη.
Την ίδια εποχή κάτι συμβαίνει στον ελληνικό κινηματογράφο. Ο Νίκος Κούνδουρος στην αριστουργηματική «Μαγική Πόλη» (1954), θα μας φανερώσει την Αθήνα των προσφυγικών χαμόσπιτων και της φτωχολογιάς.

Ήρωες διαχρονικοί
Γιατί εξακολουθεί και επανεκδίδεται με τόση επιτυχία ο Γιάννης Μαρής; Τι είναι αυτό που γοητεύει τους σημερινούς αναγνώστες και βυθίζονται στα «αθηναϊκά αναγνώσματά του»; Μήπως η έμφυτη αισιοδοξία του, η αφέλεια των χαρακτήρων ή η μαεστρία του να μας μεταδίδει το άρωμα μιας άλλης εποχής, την εικόνα της μεταπολεμικής νουάρ Αθήνας;
«Θα μπορούσα να ερωτευτώ ακόμη και τον δολοφόνο» γράφει η ανάρτηση μιας αναγνώστριας στο Facebook, αποδεικνύοντας ότι οι ήρωες του Μαρή είναι διαχρονικοί. Ίσως, τελικά, η απάντηση στο γιατί εξακολουθεί και γοητεύει ο «κόσμος του Μαρή» βρίσκεται στα λόγια του Ιρλανδού μεταφραστή του, J.H. Harrison: «Ο Μαρής είναι τυπικά Έλληνας. Παίρνει τη ζωή όπως τη βρίσκει, ένα ελκυστικό και γοητευτικό μείγμα, όπου η ευτυχία και η λύπη, η αγάπη και ο πόθος, η ασχήμια και η ομορφιά συμπλέκονται και συνυπάρχουν».

Ένας ωραίος άνθρωπος
Δεν ξεκίνησε τη ζωή του ως συγγραφέας ο Γιάννης Μαρής. Πρώτος ξάδελφος του σοσιαλιστή πολιτικού Ηλία Τσιριμώκου, ο Γιάννης Τσιριμώκος (Μαρής) γεννήθηκε το 1916 στη Σκόπελο, όπου υπηρετούσε ο δικαστικός πατέρας του. Έζησε τα παιδικά του χρόνια στη Λαμία και πέρασε μερικά ανέμελα χρόνια ως φοιτητής της Νομικής στη Θεσσαλονίκη προτού ενταχτεί στο ΕΑΜ και βγει στο βουνό. Το 1945 άρχισε να εργάζεται ως κριτικός κινηματογράφου και αρχισυντάκτης στην εφημερίδα «Μάχη», όργανο της Ένωσης της Λαϊκής Δημοκρατίας. Το αποκαλυπτικό άρθρο της εφημερίδας για το κολαστήριο της Μακρονήσου είχε ως αποτέλεσμα να διωχθεί και να κλειστεί στις φυλακές των Βούρλων. Αποφυλακίζεται χάρη στην παρέμβαση της Σοσιαλιστικής Διεθνούς και από το 1953 εργάζεται στις εφημερίδες «Απογευματινή» και «Ακρόπολις». Στο περιθώριο της δημοσιογραφικής του δουλειάς, ο Γιάννης Μαρής κατάφερε να γράψει γύρω στα πενήντα αστυνομικά, πάνω από είκοσι σενάρια για ταινίες, δύο θεατρικά, ιστορικά μυθιστορήματα και διασκευές κλασικών μυθιστορημάτων. «Πατέρας» του αστυνομικού ελληνικού μυθιστορήματος, δημιουργός ολόκληρης σχολής συγγραφέων, ο Γιάννης Μαρής ήταν κυρίως ένας ακάματος διανοούμενος παλιάς κοπής που διέθετε το «χάρισμα του προφορικού λόγου».

Τα αθηναϊκά μυθιστορήματα…
Η συγγραφική δραστηριότητα του Γιάννη Μαρή άρχισε το καλοκαίρι του ’53, όταν δημοσίευσε σε συνέχειες το «Έγκλημα στο Κολωνάκι». Ο Μαρής στο πρώτο του μυθιστόρημα, ένα έγκλημα πάθους, βάζει τους ήρωες να περπατούν στους δρόμους της Αθήνας, του Πειραιά και κάποιων απομακρυσμένων εργατικών συνοικιών. Το «Έγκλημα στα Παρασκήνια», το δεύτερο κατά σειρά μυθιστόρημα του Μαρή, γράφτηκε το 1954, στις συνθήκες της μεταπολεμικής Ελλάδας, και δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην «Απογευματινή» τον χειμώνα του 1954. Περίπου είκοσι χρόνια μετά το «Έγκλημα στο Κολωνάκι» (1953), ο συνταξιούχος αστυνόμος Μπέκας αναλαμβάνει άλλο ένα έγκλημα στην ίδια περιοχή, όταν ένα κλεφτρόνι τού εκμυστηρεύεται ότι είδε μια γυναίκα νεκρή σε ένα διαμέρισμα. Το «Καλοκαίρι του φόβου» επιχειρεί να δείξει τη διαφθορά της αστικής τάξης, τη χαλαρότητα των ηθών, την άνοδο της μικροαστικής τάξης, την κάθοδο της νέας γενιάς, το πού μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος, θα επισημάνει η κριτική της εποχής. Επιχειρώντας την πιο απροκάλυπτη επίθεση στην αστική τάξη, το αιχμηρό και κατάμαυρο αυτό μυθιστόρημα του Γιάννη Μαρή είναι ένας αντικριστός καθρέφτης της Αθήνας του σήμερα.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.