22/03/2019 15:28:53

Ξενοδοχείο Grand Budapest

Ξενοδοχείο Grand Budapest - Media

Σκηνοθεσία: Γουές Άντερσον
Πρωταγωνιστούν: Ρέιφ Φάινς, Εϊντριεν Μπρόντι, Ματιέ Αμαλρίκ, Τζεφ Γκόλντμπλαμ

 
Το σινεμά του Γουές Άντερσον λειτουργούσε ανέκαθεν σαν ένα στολισμένο μουσικό κουτί που κουβαλούσε όλη τη νοσταλγία του δημιουργού του για έναν κόσμο που ο ίδιος ίσως και να μην έζησε ποτέ, και όλη την δυσκολία του να ζήσει και να προσαρμοστεί στον κόσμο που τον περιβάλλει. Οι ήρωές του είναι ψάρια έξω από το νερό, αιώνιοι έφηβοι με καταπιεσμένο ρομαντισμό, που με κάθε ευκαιρία επιστρέφουν στα φετίχ της πρώτης τους νιότης. Είτε αφηγείται την επανένωση μιας δυσλειτουργικής οικογένειας, είτε φιλμάρει την μυθική απόδραση δύο ερωτευμένων παιδιών, ο Άντερσον δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να μιλά για τον εαυτό του και να μας ξεναγεί στο φανταστικό μουσείο των αναμνήσεων και των εστέτ φαντασιώσεών του.
 
Από μια τέτοια σκοπιά, το «Ξενοδοχείο Grand Budapest» είναι ίσως η επιτομή του, ήδη πλούσιου, έργου του. Με φόντο την Ευρώπη του μεσοπολέμου, ο Άντερσον κατασκευάζει τον μικρόκοσμο ενός από τα πιο θρυλικά ξενοδοχεία της εποχής και τοποθετεί εντός του την ιστορία μιας σπάνιας φιλίας: ο Γκουστάβ Χ και ο Ζίρο Μουσταφά, ο φημισμένος υπεύθυνος του ξενοδοχείου και το «ψαρωμένο» lobby boy, θα έρθουν κοντά μέσα από μια ίντριγκα γύρω από την διεκδίκηση μιας τεράστιας κληρονομιάς. Ο μυστηριώδης θάνατος μιας πάμπλουτης ηλικιωμένης κι ένας ανεκτίμητος αναγεννησιακός πίνακας είναι μονάχα μερικές από τις ψηφίδες ενός παραμυθένιου μωσαϊκού, γεμάτου καταδιώξεις και ανατροπές.
 
Το παραμύθι του Άντερσον ξετυλίγεται μέσα από μια σειρά εγκιβωτισμών, που κρατούν οργανική θέση στη νοσταλγική κοσμοθεωρία της ταινίας: μια κοπέλα διαβάζει την αφήγηση ενός συγγραφέα, που με την σειρά του εξιστορεί την αφήγηση του γερασμένου Ζίρο Μουσταφά – κι όλα αυτά μας τα αφηγείται ο Γουές Άντερσον, που άντλησε έμπνευση από τις ιστορίες του Στέφαν Τσβάιχ. Πρόκειται για μια αφηγηματική μπάμπουσκα, απολύτως ενδεικτική των προθέσεων του σκηνοθέτη, που εδώ υποκλίνεται στην συνεκτική δύναμη των μύθων και στην ανάγκη να τους κρατάμε ζωντανούς. Μόνο έτσι μπορεί να διασωθεί κάτι από τους κόσμους που περνούν και χάνονται, μαζί με τα χρώματα και τις χειρονομίες τους, που έχουν ζωτική σημασία για ανθρώπους όπως ο Άντερσον.
 
Κι αν μιλάμε για χρώματα και χειρονομίες, αυτό θα πρέπει να προσέξουμε σε όλο το μεγαλεπήβολο αισθητικό εγχείρημα του «Ξενοδοχείου Grand Budapest» περισσότερο απ’οτιδήποτε άλλο. Ο Άντερσον φτάνει στο απόγειο της τάσης του να ζωγραφίζει κόσμους και να τους αποθεώνει με μια φετιχιστική καλλιγραφία, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που το στιλιζάρισμα μοιάζει μερικές στιγμές να τσακώνεται με την συγκίνηση της αφήγησης. Η γραφή του σκηνοθέτη είναι (υπερβολικά;) αναγνωρίσιμη και, ενώ σίγουρα μας παρασέρνει σε ένα σύμπαν σπάνιας πυκνότητας και ομορφιάς, την ίδια στιγμή ναρκισσεύεται ακατάπαυστα με την κατασκευαστική επιφάνειά της.
 
Στην περίπτωση του Άντερσον συνυπάρχουν ο δημιουργός ιδιόρρυθμων και αξιαγάπητων πορτραίτων και ο αυτάρεσκα νοσταλγικός ντεκορατέρ και, για να μιλήσουμε κάπως σχηματικά, στο «Ξενοδοχείο Grand Budapest» παρακολουθούμε κάτι σαν την μάχη μεταξύ των δύο. Το αποτέλεσμα δεν είναι σαφές, αλλά σίγουρα δεν διαψεύδει όσους πιστεύουν ότι ακόμα και η μανιέρα του Άντερσον είναι κάτι παραπάνω από ελκυστική.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.