21/09/2018 12:15:28

Μάνος Ελευθερίου: «Το τραγούδι το ξεκίνησα σαν παιχνίδι κι έγινε η ράβδος μου»

Μάνος Ελευθερίου: «Το τραγούδι το ξεκίνησα σαν παιχνίδι κι έγινε η ράβδος μου» - Media

Είπαμε να συναντηθούμε στις δύο το μεσημέρι στο αγαπημένο του «Αθηναϊκό», στο Κάτω Χαλάνδρι. «Κάθε δεύτερη Κυριακή κάνω δώρο στον εαυτό μου ένα πιάτο με καλό μαγειρευτό φαγητό», μου είχε πει στο τηλέφωνο.

Έφτασα, από ευγένεια και σεβασμό, στις δύο παρά δέκα. Ήταν ήδη εκεί, σ’ ένα τραπέζι, είχε απλώσει τις εφημερίδες κι έπινε τσάι. Κάθισα μερικά δευτερόλεπτα και τον παρατηρούσα. Ο μπερές του ακουμπισμένος σε μια καρέκλα, το βλέμμα του περιπλανιόταν γύρω, ένα τσιγάρο στα χέρια που τον παίδευε ν’ αργήσει να το ανάψει. «Οι ελεύθεροι κι ωραίοι ζούνε σαν τους ποιητές», αυτό σκέφτηκα, αυτή η φράση θα ήταν ο τίτλος της συνέντευξης με τον Μάνο Ελευθερίου.

Μπήκα, τον χαιρέτησα και κάθισα απέναντί του. Μου ’κανε σήμα να μην μιλήσω, μου έδειξε τη διπλανή παρέα, έξι - εφτά άνθρωποι συζητούσαν δυνατά.

«Παλιά μαγνητοφωνούσα τους διπλανούς μου, ωραίο υλικό για διαλόγους στα βιβλία μου, ιδέες για τραγούδια», μου λέει. «Αν και πολλές φορές εκνευρίζομαι μ’ αυτά που ακούω», συμπληρώνει.

Παραγγέλνουμε το φαγητό μας και τον ρωτάω για την αγαπημένη του Σύρα. «Δεν πάω συχνά και στεναχωριέμαι, τα ταξίδια πια με κουράζουν», μου λέει. Παρ’ όλα αυτά, συζητάμε για αρκετή ώρα για την παλιά Ερμούπολη, το παγοποιείο που τον έστελνε η μάνα του να πάρει πάγο, το σπίτι με τα κορίτσια που ήταν απέναντι, τον Μάρκο, τους τραγουδιστάδες της Άνω Σύρας. Όμως σήμερα το θέμα μας δεν είναι ούτε τα βιβλία για το αγαπημένο του νησί, ούτε τα μυθιστορήματα που έγραψε και έγιναν μπεστ σέλερ και βραβεύτηκαν («Η γυναίκα που πέθανε δυο φορές», «Ο άνθρωπος στο πηγάδι», «Ο καιρός των Χρυσανθέμων» κ.ά.), αλλά οι στίχοι του, η τρυφερή, αλλά και «επαγγελματική» πλευρά του σπουδαίου αυτού δημιουργού…

Ποιο τραγούδι του να πρωτοθυμηθώ για ν’ αρχίσουμε αυτή την κουβέντα; «Το παλικάρι έχει καημό», «Το τρένο φεύγει στις οκτώ», «Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα», «Ναύτης βγήκε στη στεριά», «Παραπονεμένα λόγια» και το αγαπημένο μου «Οι ελεύθεροι κι ωραίοι», αμέτρητα τραγούδια που τραγουδήσαμε με πόνο ή λύπη, χαρά ή ευτυχία, κάνοντας σεκόντο στον Νταλάρα, την Αλεξίου, τη Φαραντούρη, τη Γαλάνη, την Πρωτοψάλτη, τη Δημητριάδη, τον Πανδή και τόσους άλλους σπουδαίους ερμηνευτές…

Τα τραγούδια σ’ αυτό το βιβλίο, «Τα λόγια και τα χρόνια, 1963-2013», εκδόσεις «Μεταίχμιο», παρουσιάζονται με τη χρονολογική σειρά που κυκλοφόρησαν. Η χρονολογία σημειώνεται πριν από το όνομα του συνθέτη κάθε τραγουδιού. Ακόμη πιο πριν, οι χρονολογίες μέσα σε παρένθεση, όπου υπάρχουν, δηλώνουν τον χρόνο γραφής κάθε τραγουδιού.

«Δεν ξέρω ποιον μπορεί να ενδιαφέρει μια τέτοια επισήμανση και αν ικανοποιεί κάποια ανάγκη πέρα από τη δική μου περιέργεια να βλέπω πόσος καιρός χρειάστηκε για να μελοποιηθεί κάποιο τραγούδι», μου λέει.

Από τους «Ρημαγμένους κήπους», που τραγούδησε το 1963 η Έφη Παναγιώτου σε μουσική Λεοντή, μέχρι τα «Δέκα γραμμάρια», που μελοποίησε και τραγούδησε ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας πέρυσι. Πενήντα χρόνια τραγούδια που μελοποίησαν οι σημαντικότεροι συνθέτες και τραγούδησαν μεγάλοι τραγουδιστές σ’ έναν τόμο 500 σελίδων.

Είχε την υπομονή να κρατάει αρχείο με τους στίχους του;
«Πριν από χρόνια, ο φίλος και συνθέτης Σπύρος Κουρκουνάκης είχε την καλοσύνη να απομαγνητοφωνήσει από τους δίσκους 33 στροφών της συλλογής μου και στη συνέχεια να δακτυλογραφήσει και να ταξινομήσει όσα τραγούδια μου κυκλοφόρησαν από το 1963 ώς το 1995. Δουλειά αγάπης, βέβαια, αλλά εξοντωτική, και σ’ εκείνον οφείλω την πρώτη μαγιά γι’ αυτή τη συγκεντρωτική έκδοση».

Τι είναι ένα τραγούδι για τον Μάνο Ελευθερίου;
«Το ζουμί του τραγουδιού είναι μόνο το ρεφρέν και για να το πω με κάποιο βερμπαλισμό, η ‘‘κοσμοθεωρία μου’’. Από εκεί και πέρα ο καθένας μπορεί να αφαιρεί ή να προσθέτει και να εξηγεί ό,τι θέλει».

Τι κέρδισε από αυτή τη σχέση με τη μουσική βιομηχανία;
«Το ξεκίνησα σαν παιχνίδι και έγινε ράβδος και βακτηρία μου για πάνω από πενήντα χρόνια. Με όσα χρήματα κέρδισα έζησα αξιοπρεπώς ανάμεσα σε λαμπρούς συνθέτες και ευτυχώς μακριά από τους εμετικούς ανθρώπους γύρω από τη δισκογραφία».

Οι συνθέτες με τους οποίους συνεργάστηκε είναι πολλοί. Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, Μαρκόπουλος, Μούτσης, Ζαμπέτας, Κουγιουμτζής, Σπανός, Χατζηνάσιος, Θαλασσινός, Πολυκανδριώτης, Μαχαιρίτσας, Ανδριόπουλος και πολλοί άλλοι.
«Το μεγάλο ευχαριστώ ανήκει πρώτα πρώτα σε όλους ανεξαιρέτως τους συνθέτες, που είχαν την τέχνη να δώσουν φτερά σ’ αυτούς τους στίχους μου, και φυσικά στους ερμηνευτές, πολλοί από τους οποίους έδωσαν και την ψυχή τους. Ιδιαιτέρως θέλω να ευχαριστήσω τον λαμπρό φίλο μου Χρήστο Λεοντή, ο οποίος, νέος κι εκείνος τότε, το 1963, μελοποίησε το πρώτο μου τραγούδι, τους ‘‘Ρημαγμένους κήπους’’. Νομίζω πως ήταν και το πρώτο δικό του που κυκλοφόρησε. Ένα τραγούδι για το οποίο πήραμε και προκαταβολή, τότε, 500 δραχμές ο καθένας!».

Τον ρωτάω για το πώς βλέπει τους Έλληνες συνθέτες τα τελευταία χρόνια και με παραπέμπει στον πρόλογό του…
«Κάμποσοι συνθέτες της γενεάς μου, από διαίσθηση κι αμηχανία μπροστά στα αδιέξοδά τους, και φυσικά από την ώθηση του σπουδαίου ταλέντου τους, προκειμένου ν’ αλλάξουν δρόμους και ορίζοντες, αφού περπατούσαν επί χρόνια στο ίδιο μονοπάτι, πρότειναν και τόλμησαν να φυσήξουν στο έργο τους άλλον αέρα. Ακριβώς τον αέρα που και σήμερα χρειάζεται το νέο ελληνικό τραγούδι. Εκείνοι μπορεί να ζουν τώρα από τη σύνταξή τους, αφού ολόκληρη η γενεά μετά τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη είναι πλέον στο περιθώριο, το έργο της όμως ξεπέρασε σε ποιότητα όλη τη γλυκανάλατη μεταπολεμική ιστορία. Ό,τι έγινε το αποδίδω στη διαίσθησή τους, κι οπωσδήποτε στις επιτακτικές φωνές που έρχονταν ‘‘απέξω’’. Οι ‘‘έξω’’ στάθηκαν δάσκαλοι και οδηγοί. Και το μεγάλο ταλέντο των δικών μας πάντα τους δίδασκε τι έπρεπε να κρατήσουν και πώς ν’ αξιοποιήσουν μέσα στον ελληνικό χώρο αυτή την επιρροή».

Τα μεγάλα τραγούδια μένουν για πάντα, είναι πιο αθάνατα από τον δημιουργό τους;
«Είναι τουλάχιστον αστείο να νομίζουν ορισμένοι – και δυστυχώς είναι πολλοί, πρόσωπα που σέρνουν την ανίατη αρρώστια της αθανασίας – ότι όσα έγραψαν σήμερα ή χτες μπορούν θαυμάσια να ενδιαφέρουν και τις επόμενες γενεές. Όμως αυτά γίνονται μόνο με τα μεγάλα έργα της ανθρωπότητας. Και τέτοιο κουσούρι δεν το είχαν ούτε οι αρχαίοι Έλληνες τραγικοί ούτε ο Σαίξπηρ».

Πριν από λίγο καιρό βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών . Τι σημαίνει ένα βραβείο για έναν δημιουργό;
«Εξαρτάται ποια ώρα σου δίνουν ένα βραβείο, ποιο έργο της ζωής σου βραβεύουν και τι πνευματικό βάρος έχουν εκείνοι που σου το προσφέρουν. Αν εννοείτε το Βραβείο Ποίησης, της Ακαδημίας Αθηνών, τότε είμαι τυχερός. Ήρθε στην ώρα του και από ανθρώπους που θαυμάζω απεριόριστα από χρόνια».

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.