16/11/2018 23:22:40
14.6.2010

Όλια Λαζαρίδου

Όλια Λαζαρίδου - Media

Συνέντευξη στη Ναταλί Χατζηαντωνίου

Εφηβικό, νευρώδες παρουσιαστικό. Και εφηβικός ενθουσιασμός για το καινούργιο και κυρίως το «καρδιακό». Έτσι, αυθόρμητα και συναισθηματικά, θέλει να επιλέγει πια τις συμμετοχές της η Όλια Λαζαρίδου. Το λέει άλλωστε. «Περιμένω τη γνήσια και αυθεντική λαχτάρα μου να με οδηγήσει σε κάτι. Προσπαθώ να κρατάω τα κίνητρά μου αθώα». Με αυτό οδηγό, βρέθηκε να προετοιμάζει με τους Active Member και τους 18 Μποφώρ (την ομάδα παιδιών που έχουν περάσει από το πρόγραμμα απεξάρτησης 18 Άνω) την παράσταση «Κοινός Τόπος», η οποία, σε σκηνοθεσία Γιώργου Παλούμπη, θα εγκατασταθεί στις 29 και 30 Ιουνίου στην Πειραιώς 260. Το μουσικοθεατρικό θέαμα, ενταγμένο στο Φεστιβάλ Αθηνών, συνδυάζει βίντεο, dj set και live μπάντα και αναπτύσσεται σαν ένα σύγχρονο, πολιτικό χορικό. Το κείμενο γράφτηκε από τον Μιχάλη Μυτακίδη (B.D. Foxmoor των Active Member), ο οποίος, αφού συγκέντρωσε τις απαντήσεις πολλών, διαφορετικών ανθρώπων για τη ζωή τους στην πόλη, λειτούργησε ως «σύγχρονος ραψωδός» αξιοποιώντας τη ραπ ρυθμικότητα και τα πολιτικά του αντανακλαστικά. Για τον πολιτικό επαναπροσδιορισμό και την ενεργοποίηση της ατομικής ευθύνης μάς μιλάει ούτως ή άλλως η Λαζαρίδου. Όχι «καθ’ έδρας», αλλά με τη γνήσια ανησυχία, την πιεστική ανάγκη «κάπως να βοηθήσουμε» και το αίσθημα αλληλεγγύης που γεννά η οικονομική κρίση…

Ποιος είναι ο κοινός σας τόπος με τους Active Member; Τι θα κάνετε;

Ο.Λ.: Θα δείξει. Τα πράγματα όμως που κάνω απ’ την καρδιά μου, με γνώμονα το συναίσθημα, δεν τα φοβάμαι. Μετά μένει να αποδειχτεί αν θα διατηρηθεί το πρώτο κίνητρο, το καρδιακό, που έκανε την επιλογή μου να ’χει αυθεντικότητα. Αυτή είναι η αγωνία μου.

Τι ξεχωρίζετε στους Active Member;

Ο.Λ.: Ακριβώς ότι έχουν κάτι πολύ αυθεντικό. Και επίσης ότι απευθύνονται σε έναν κόσμο που δεν είναι ο αναμενόμενος του Φεστιβάλ Αθηνών, αλλά τα λαϊκά παιδιά από τις δυτικές συνοικίες, ένα πολύ αγνό κομμάτι, δηλαδή, της ελληνικής κοινωνίας. Γι’ αυτό πιστεύω ότι μια τέτοια παράσταση είναι κάτι που δικαιωματικά ανήκει σε ένα πλουραλιστικό φεστιβάλ. Και επίσης ότι η γονιμοποίηση μεταξύ των Active Member και του φεστιβάλ θα είναι θετική και για τους δύο. Ίσως μάλιστα να είναι ακόμη περισσότερο για το Φεστιβάλ − μια που ο Μιχάλης έχει τον κόσμο του. Αλλά βέβαια οφείλω να πω ότι αν δεν ήταν επικεφαλής του Φεστιβάλ ο Γιώργος Λούκος, που με τον υγιή και ουσιαστικό κοσμοπολιτισμό του τολμάει το μη αυτονόητο, δεν θα υπήρχε περίπτωση να γίνονται τέτοια πράγματα.

Και με τα παιδιά απ’ τα 18 Μποφώρ τι σας συνδέει;

Ο.Λ.: Και μ’ αυτά με συνδέει κάτι καρδιακό. Συνήθως τα πράγματα τα τρώει η διάρκεια: κάνεις κάτι και ύστερα σιγά σιγά ξεθυμαίνει. Αλλά εμένα με ενδιαφέρει ό,τι κάνω να έχει συνέχεια. Μου αρέσει που η σχέση μου με τα παιδιά συνεχίζεται και εξελίσσεται. Αυτή τη φορά, π.χ., θα έχω τη χαρά να παίξω μαζί τους. Είναι και γι’ αυτούς ένα προχώρημα: συμμετέχοντας ισότιμα σαν περφόρμερ μαζί μου και με τους Active Member στην παράσταση, κάνουν ένα βήμα μπροστά. Είναι σαν να ωριμάζουν κι αυτοί, και να χειραφετούνται.

Η σχέση σας μαζί τους σάς άλλαξε τη γνώμη για ό,τι ονομάζει εύκολα ή άκριτα η κοινωνία «παραβατικότητα»;

Ο.Λ.: Μιλάμε άκριτα γιατί κανείς μας δεν έχει κάνει τον κόπο να «σκύψει» στα προσωπικά του σκοτάδια. Νομίζω πως όποιος το κάνει θα διαπιστώσει ότι μας χωρίζει μια τρίχα από ό,τι λέμε «παραβατικότητα». Εγώ αισθάνομαι ότι κατά τύχη βρίσκομαι από αυτή τη μεριά και όχι απ’ την άλλη. Και επίσης πιστεύω ότι ο λόγος που καταδικάζουμε τόσο εύκολα και σκληρά τις αδυναμίες των άλλων είναι ο φόβος για τα δικά μας, ανεξερεύνητα σκοτάδια. Ο φόβος είναι πάντα αυτό που μας χωρίζει, μας συρρικνώνει και μας απομακρύνει απ’ την αγάπη.

Μιλήσατε για μια υγιή γονιμοποίηση δύο διαφορετικών καλλιτεχνικών φορέων. Μόνο στις τέχνες συμβαίνει αυτό;

Ο.Λ.: Αντίθετα, πιστεύω ότι ήρθε η ώρα που, και κοινωνικά, η γονιμοποίηση των χώρων είναι η μοναδική μας ελπίδα να βγει το καινούργιο. Η πόλωση χώρων ή κομμάτων δεν μας πάει πια πουθενά. Πρέπει να ξαναμοιραστεί η τράπουλα με νέους όρους, νέα γλώσσα και νέους οραματισμούς. Οι μάσκες έχουν πέσει. Μόνο από τη γύμνια μας θα ξαναγεννηθούμε.

Αλλά είμαστε για την ώρα «παγωμένοι»…

Ο.Λ.: Δεν είμαι η καταλληλότερη να κάνω αναλύσεις. Στα προπερσινά «Δεκεμβριανά», καθένας έβγαινε κι έλεγε το μακρύ και το κοντό του ενώ τα πράγματα ήταν ακόμα νωπά. Αλλά σε τέτοιες εποχές που υπάρχει ένταση, δεν είναι καλό να μιλάς ακατάπαυστα, γιατί έχεις τον κίνδυνο να εκτραπείς σε κορόνες. Καλύτερα να στέκεσαι απέναντι στα γεγονότα, στοχαστικά και με λίγη σιωπή. Κι εγώ αυτό προσπαθώ να κάνω, μήπως καταλάβω τι μας έχει συμβεί. Αισθάνομαι πάντως ότι η κρίση που περνάμε, εκτός του προφανούς οικονομικού της χαρακτήρα, είναι βαθιά ηθική κρίση της κοινωνίας.

Φοβάστε για αυτό που έρχεται;

Ο.Λ.: Αναρωτιέμαι αν αύριο αυτή η δύσκολη οικονομική συνθήκη θα μας κάνει να φάμε τις σάρκες μας ή να στηρίξουμε ο ένας τον άλλο. Είναι δύσκολοι οι καιροί. Και ξέρω ότι θα την πληρώσει ένα 30% των πιο αδύναμων, που δεν φταίνε σε τίποτα. Αλλά υπάρχει κι ένα πολύ μεγάλο ποσοστό ανθρώπων που προκάλεσε αυτή την κατάσταση. Εννοώ εκείνους που καθόντουσαν αραχτοί και βολεμένοι στις δημόσιες υπηρεσίες και δεν τους ένοιαζε τίποτα. Και τους άλλους που «ξεχείλωσαν» την κοινωνία, με τα Καγέν και τις πισίνες τους. Είναι μια εποχή που όποιος δεν έχει μάθει να αυτοπεριορίζεται θα περάσει δύσκολα.

Για τον εαυτό σας φοβάστε;

Ο.Λ.: Όχι. Έτσι κι αλλιώς, λόγω των επιλογών μου, είχα αυτοπεριοριστεί, θέλοντας και μη. Εγώ ένα κορμί είμαι και αυτό που ζούμε είναι μια κοινή μοίρα. Άρα θα το αντιμετωπίσω όπως όλοι. Σκέφτομαι μάλιστα πως αν απ’ αυτόν τον πάτο γεννηθεί μια μεγαλύτερη αυτογνωσία, ή ανοίξει λίγο περισσότερος χώρος στην καρδιά μας ώστε να κάνουμε μια εσωτερική υπέρβαση, μπορεί τελικά να πούμε ότι καλώς έγινε ό,τι έγινε.

Υπάρχουν άνθρωποι που αναζητούν τις προσωπικές τους ευθύνες. Που αισθάνονται ένοχοι γιατί συνέβαλαν και εκείνοι σ’ αυτή τη νομιμοποίηση της αυθαιρεσίας και του «λαδώματος».

Ο.Λ.: Τέτοιου τύπου ενοχή δεν είναι καλό πράγμα. Είναι ψεύτικο και οδηγεί στην απελπισία. Αντίθετα, η αυτογνωσία και η αυτοκριτική έχουν νόημα μόνο αν μας οδηγήσουν να ξανανοίξουμε την καρδιά μας στους άλλους. Εγώ αυτές τις μέρες βιώνω μιαν αντίφαση. Νιώθω τρομερή απέχθεια για την κοινωνία που ζούμε και ταυτόχρονα τεράστια λατρεία και πονεμένη αγάπη για τον τόπο. Πώς είναι όταν έχεις ένα προβληματικό παιδί που πονάς για ό,τι του συμβαίνει αλλά ταυτόχρονα το λατρεύεις; Έτσι αισθάνομαι. Και με έχει πιάσει μια βαθιά επιθυμία να κάνει η ψυχή μου μιαν υπέρβαση.

Μου περιγράφετε μια θετική διοχέτευση της ανασφάλειας. Πολλοί περνούν για την ώρα μια μελαγχολία.

Ο.Λ.: Ναι, αλλά από πού πηγάζει η μελαγχολία τους; Από αγωνία για τα οικονομικά τους; Επειδή τους παίρνουν τα παιχνιδάκια τους και ζορίζονται; Είναι υπαρξιακή μελαγχολία γιατί σκέφτονται το ποσοστό της ευθύνης τους και σε τι κόσμο έφεραν τα παιδιά τους; Εξαρτάται δηλαδή από την ποιότητα της μελαγχολίας. Γιατί υπάρχει εκείνη που σε στρέφει πάλι στον εαυτούλη σου και υπάρχει και η άλλη που σε κάνει να «ανοίξεις» στους άλλους. Τι είδους μελαγχολία περνάμε άραγε; Θα δείξει.

Είναι ίσως σχηματικό, αλλά λέγεται ότι σε τέτοιες περιόδους η τέχνη βρίσκει περισσότερο τον δρόμο της…

Ο.Λ.: Όταν γνώρισα τον Χάινερ Μύλερ, προτού πέσει το τείχος του Βερολίνου, μου ’χε πει ότι δεν έφευγε από την Ανατολική Γερμανία γιατί, με όσα συνέβαιναν εκεί, η κοινωνική συνθήκη ήταν με όρους αρχαίας τραγωδίας ενώ η Δύση ήταν το μπουλβάρ. Ήταν σαν να μου έλεγε ότι πηγή της γραφής του ήταν η παραμονή του στην εστία των μεγάλων συγκρούσεων. Μου είχε αναφέρει μάλιστα άλλους συγγραφείς που έφυγαν στη Δύση και το γράψιμό τους ξεθύμανε.

Δεν σημαίνει ότι ένας δημιουργός πρέπει να αποζητά τη δυστυχία…

Ο.Λ.: Όχι βέβαια. Αλλά η τέχνη είναι κατ’ εξοχήν ο τόπος που μπορεί να μας βγάλει στο φως. Η αυθεντικότερη τέχνη σε κάνει, με την εξιστόρηση των δεινών, να σκέφτεσαι ότι μέσα από το σκοτάδι μπορεί να έρθει το φως. Αυτό είναι η τέχνη. Δεν είναι άμβωνας.

Μιλήσατε πριν για βαθιά ηθική κρίση. Υπήρξε και στο θέατρο ο νεοπλουτισμός, η ψευδοευφορία και οι δύο «ταχύτητες»;

Ο.Λ.: Ως γνωστόν το θέατρο τα χωράει όλα και έχει απ’ όλα. Οπότε υπάρχουν όλες οι περιπτώσεις και άνθρωποι όλων των ειδών. Πάντως εγώ έχω μέσα μου την αίσθηση του υπαρξιακού επείγοντος. Νιώθω ότι δεν μας παίρνει πια να μην είμαστε συνειδητοί, ούτε να μην είμαστε παρόντες, ούτε να χάνουμε χρόνο σε χαζομάρες. Νιώθω ότι έχουμε χρόνο πια μόνο για τα ουσιαστικά, τα καρδιακά, τα αναγκαία. Και όλα αυτά με μια υπαρξιακή σοβαρότητα. Πρέπει να λιγοστέψει η σάχλα, βρε παιδί μου. Πώς να το πω αλλιώς;

Έχετε σκεφτεί ότι κάποιοι δεν μπορούν να διαθέσουν χρήματα ούτε για ένα θέατρο τον μήνα;

Ο.Λ.: Αυτό που έχω σκεφτεί και εύχομαι να γίνει με άλλους συναδέλφους μου είναι, παράλληλα με τις δουλειές μας, να κάνουμε κάτι που να είναι χάρισμα στον κόσμο. Είναι απολύτως εφικτό. Και μακάρι καθένας μας να σκεφτεί τι θα μπορούσε να κάνει από μόνος του. Μακάρι δηλαδή αυτή η δύσκολη συνθήκη να μας ξυπνήσει μιαν υγιή επινοητικότητα.

Προέρχεστε από ένα αστικό περιβάλλον, η πορεία σας όμως υπήρξε «αντισυμβατική». Δεν επιλέγατε την πεπατημένη.

Ο.Λ.: Είναι άλλο η κοινωνική μου καταγωγή. Απ’ την ώρα που άρχισα να εκφράζομαι προσωπικά στη σχολή, άρχισε να εκφράζεται και η πιο αυθεντική και προσωπική μου φωνή. Τότε άρχισε και η πιο αληθινή μου ζωή. Στις επιλογές μου με οδήγησε η αίσθηση του απόλυτου, η αγάπη δηλαδή που έχω ως άνθρωπος για τα απόλυτα μεγέθη, σε συνδυασμό με την ιδιαιτερότητα του χαρακτήρα μου και τις ιδιομορφίες μου. Ο χαρακτήρας μας είναι που διαμορφώνει τις επιλογές και τη μοίρα μας. Πέρασα βέβαια από πολλές φάσεις. Μικρή, π.χ., είχα μεγάλο φλερτ με το σκοτάδι. Αλλά τώρα πια πιστεύω ότι μπορώ να είμαι πιο προσωπική, ακόμη και στον καλλιτεχνικό μου τρόπο.

Ποια πράγματα από όσα έχετε κάνει ήταν προς μια πιο προσωπική κατεύθυνση;

Ο.Λ.: Το Τροχόσπιτο του Φεστιβάλ, οι δουλειές με τα παιδιά των 18 Μποφώρ, «Η περίπτωση Ευρυδίκη» που κάναμε με τη Μάτσα, η Μέρα Ποίησης, που βγήκα στο Μοναστηράκι και διάβασα κάποια ποιήματα μόνη μου με ένα μικρόφωνο, η δουλειά που κάνουμε τώρα με τους Active Member… Τα τελευταία χρόνια είναι σαν να τολμάω, παίρνοντας άδεια από τον εσωτερικό μου λογοκριτή και μπάτσο, να γίνομαι πιο προσωπική, αναλαμβάνοντας όμως και το ρίσκο των προσωπικών μου επιλογών.

Εγώ είχα μια τέτοια εικόνα σας εξαρχής. Ήσασταν εκεί όταν ξεκινούσαν κάποιοι εμβληματικοί, όπως αποδείχτηκε αργότερα, του ελληνικού θεάματος, όπως ο Μαρμαρινός ή ο Παπαϊωάννου, αλλά φεύγατε προτού γίνουν δημοφιλείς και ψάχνατε κάτι καινούργιο…

Ο.Λ.: Αυτό μπορεί να είναι το ελάττωμά μου ή το προτέρημά μου. Ίσως να οφείλεται απλώς στο ότι είμαι τεμπέλα, γιατί υπάρχει και ένα κομμάτι στη δουλειά μας που θέλει πάρα πολύ κουπί για να ’χει πραγματικά αποτελέσματα. Ίσως ήταν η αναρχική μου φύση που μ’ έσπρωχνε σε αυτό. Ή μπορεί να ήταν και το ότι είχα περισσότερη ανάγκη να ονειρευτώ και να βρω τη δικιά μου, ελεύθερη φωνή.

Τέτοιου τύπου επιλογές αντικατοπτρίζονται και στην προσωπική σας ζωή;

Ο.Λ.: Στις προσωπικές σχέσεις είναι πολύ διαφορετικοί οι όροι. Δεν μπορείς να πετύχεις το απόλυτο γιατί δεν είμαστε φτιαγμένοι για αυτό και όποιος νομίζει ότι μπορεί να το πετύχει παρουσιάζει κρίση αλαζονείας. Για να πεις έστω ότι βρίσκεσαι στον πολύ μακρινό δρόμο προς το απόλυτο, χρειάζεται να «χαμηλώσεις» πάρα πολύ, να έχεις τεράστια υπομονή, να σου ’χει φύγει η ψευδαίσθηση αυτού του έρωτα «για πάντα» που λέγαμε νέοι, να ξέρεις ότι μια αληθινή σχέση πρέπει πρώτα να περάσει από την ήττα του συμβιβασμού και να δεχτείς και πολλά άλλα πράγματα, καθόλου θεαματικά. Πρέπει τελικά να μάθεις να αυτοπεριορίζεις το εγώ σου.

Έχετε ανθρώπους που θαυμάζετε;

Ο.Λ.: Φυσικά. Ανθρώπους με τους οποίους, είτε ζουν είτε έχουν πεθάνει, διατηρώ έναν νοερό διάλογο. Π.χ. ο Χατζιδάκις είναι μια τέτοια περίπτωση. Και άλλοι που είναι σήμερα γύρω μας και η στάση και το ήθος τους με εμπνέουν. Εξαρχής ήθελα να κρίνομαι από όσους θαυμάζω. Γι’ αυτό έπαιζα ένα νοερό παιχνίδι μόνη μου. Έλεγα: «Αυτό που κάνω, ο Χατζιδάκις θα το εκτιμούσε;». Από μικρή ήμουν ρομαντική.

Μια ρομαντική, «φευγάτη» απόχρωση δίνετε συχνά στους ρόλους σας…

Ο.Λ.: Μα δεν σας είπα ότι ο χαρακτήρας είναι η μοίρα; Μου αρέσει στη ζωή η στάση μιας ελαφράδας που έχει βγει από το βάρος. Μου αρέσει η στιγμή που έχεις βαρύνει και ξαφνικά κάνει η ψυχή ένα «απ» και ξαναγεννιέται, έχοντας όμως επίγνωση του βάρους των πραγμάτων. Άλλωστε νομίζω ότι το μεγάλο βάρος μάς το γεννάει η σπουδαιοφάνεια.

Εσείς δεν την πατήσατε…

Ο.Λ.: Πώς δεν την πάτησα! Κάποτε υπέφερα από σπουδαιοφάνεια. Μεγαλώνοντας, αυξήθηκε η περιέργειά μου και μαζί η επίγνωση ότι, όσα κι αν νομίζεις ότι ξέρεις, εκατοντάδες άνθρωποι στον πλανήτη έχουν κάνει τα ίδια πράγματα, πολύ καλύτερα. Κι έτσι ελάφρυνε η ψυχή μου…

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.