22/07/2019 13:59:59

Διεθνή άυλα κεφάλαια: Ένας αυτόματος σταθεροποιητής της οικονομίας

Διεθνή άυλα κεφάλαια: Ένας αυτόματος σταθεροποιητής της οικονομίας - Media

Του Δημήτρη Καλτσίδη*

Ως γνωστόν, σύμφωνα με τις αρχές της οικονομικής ανάλυσης, τα μεγέθη που έχουν την τάση να σταθεροποιούν αυτόματα, δηλαδή χωρίς τη βοήθεια της κρατικής παρεμβατικότητας, το εισόδημα μιας οικονομίας ονομάζονται αυτόματοι σταθεροποιητές.

Ο κυριότερος αυτόματος σταθεροποιητής είναι ο φόρος εισοδήματος, ο οποίος λόγω της προοδευτικότητας που συνήθως ακολουθεί την φορολογία εισοδήματος ασκεί αυξημένη σταθεροποιητική πολιτική (stabilization policy).

Έστω σε μια οικονομία παρατηρούνται φαινόμενα ανεπαρκούς ζήτησης που συνεπάγονται ανεπάρκεια απορροφητικότητας του προιόντος πλήρους απασχόλησης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μειωμένο εισόδημα και κατά συνέπεια μειούμενο ποσό φόρου λόγω ακριβώς της προοδευτικότητας της φορολογίας εισοδήματος. Μια μείωση όμως της φορολογικής επιβάρυνσης επιφέρει τονωτικές, θετικές επιδράσεις στην πλευρά της ζήτησης και άμβλυνση κατά συνέπεια της κατιούσας ροής του εισοδήματος. Αντίθετα σε περιπτώσεις πλεονάζουσας ζήτησης παρατηρούνται φαινόμενα πληθωριστικής εξάρσεως που συνεπάγονται αυξημένη ροή εισοδήματος.

Έτσι όμως αυξάνεται το ποσοστό της φορολογικής επιβάρυνσης λόγω ακριβώς της προοδευτικότητας της φορολογίας εισοδήματος, ασκώντας περιοριστικές επιδράσεις στην ζήτηση της οικονομίας, λειτουργώντας ως ανασταλτικός παράγοντας. Βλέπουμε λοιπόν ότι τέτοια μεγέθη, όπως είναι και οι μεταβιβαστικές πληρωμές του Δημοσίου, κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση με την τάση ροής του εισοδήματος, με αποτέλεσμα, επιδρώντας άμεσα στην πλευρά της ζήτησης να αμβλύνουν τις μεταβολες του εισοδήματος. Βλέποντας λοιπόν τον μηχανισμό δράσης των αυτόματων σταθεροποιητών θα προσπαθήσουμε να εντάξουμε σ’ αυτό το πλαίσιο και έναν άλλο αναδυόμενο την τελευταία 5ετία, ελέω παγκοσμιοποίησης, που αφορά τον τεράστιο όγκο ακόμη και σε καθημερινή βάση των διακινούμενων ανά την υφήλιο άυλων κεφαλαίων, που ανάλογα με το δοκούν χαρακτηρίζονται ως ΄΄θεσμικά κεφάλαια΄΄ εάν συντελούν σε ταχείς ρυθμούς ανάπτυξης όχι πάντα ορθολογικής, και σε ΄΄κερδοσκοπικά κεφάλαια΄΄ εάν χαρακτηρίζονται ως υπαίτια για μορφές ανάπτυξης υφεσιακών καταστάσεων.

Το σίγουρο είναι ότι τέτοιες κεφαλαιακές κινήσεις θα απασχολήσουν τα εγχειρίδια οικονομικής ανάλυσης στο εγγύς μέλλον, όταν θα γίνονται ορατές οι αμφίπλευρες επιδράσεις τους. Έχοντας ως οδηγό την παραπάνω ανάλυση θα προσπαθήσουμε να δούμε κατά πόσο τα κεφάλαια αυτά παίζουν άθελά τους το ρόλο του αυτόματου σταθεροποιητή με υπερβάλλοντα μάλιστα ζήλο. Έχει παρατηρηθεί εμπειρικά τα τελευταία χρόνια, όπου και ελαχιστοποιήθηκαν οι περιορισμοί στη διακύμανση και κυκλοφορία των κεφαλαίων, ότι χώρες με υποτιμημένες προσδοκίες ανάπτυξης έγιναν μάρτυρες μιας αθρόας εισροής ξένων κεφαλαίων που επιτάχυνε την αναπτυξιακή πορεία της συγκεκριμένης οικονομίας (θεσμικά κεφάλαια). Αντίθετα χώρες με υπερτιμημένες προσδοκίες μεγέθυνσης, που δεν ανταποκρίνονταν δηλαδή στα πραγματικά μεγέθη της οικονομίας δέχτηκαν τεράστια πλήγματα εκροής κεφαλαίων που οδήγησαν στην καλύτερη περίπτωση σε ήπιες μορφές υφέσεων (κερδοσκοπικά κεφάλαια).

Έστω μια οικονομία με χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης , ύπαρξης αργούντων εγκαταστάσεων παραγωγής και εργασιακού δυναμικού, γεγονός που σημαίνει μια σχετικά χαμηλή ροή εισοδήματος. Δηλαδή η οικονομία αυτή παρουσιάζει υποτιμημένες εκτιμήσεις για την πραγματική ροή εισοδήματος. Επομένως η είσοδος των θεσμικών κεφαλαίων που γίνεται συνήθως μέσω της χρηματιστηριακής αγοράς που γνωρίζει αλματώδη άνθηση την τελευταία 5ετία, αποσκοπεί στην εναρμόνιση του υφιστάμενου επιπέδου εισοδήματος με την πραγματική δυνητική ροή του. Η πράξη έχει αποδείξει ότι αυτή η εισροή κεφαλαίων αν και δεν αποτελεί έναν ορθολογικό τρόπο δράσης, συμβάλλει ωστόσο στην προώθηση της αναπτυξιακής διαδικασίας και κυρίως στην αποκατάσταση του ομαλού επιπέδου ροής εισοδήματος. Αντίθετα σε μια οικονομία με υπερτιμημένες προσδοκίες ανάπτυξης και κατά συνέπεια εισοδήματος, γεγονός που σημαίνει ότι η διάρθρωση της συγκεκριμένης οικονομίας είναι πλασματική και δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις αυξημένες εσωτερικές και διεθνείς απαιτήσεις, οι εκροές κεφαλαίων δημιουργούν ψήγματα υφεσιακών καταστασεων επαναφέροντας ίσως και με οδυνηρό και υπερβάλλοντα τρόπο τη ροή εισοδήματος σε τέτοιο επίπεδο που δικαιολογεί την πραγματική οικονομική διάρθρωση.

Το ζητούμενο είναι η εύρεση του άριστου μεγέθους - όγκου εισροής ή εκροής κεφαλαίων, έτσι ώστε να μην παρατηρούνται φαινόμενα αλληλοαναιρέσεως του αυτόματου αυτού σταθεροποιητή. Δηλαδή με την υφιστάμενη κατάσταση, η ανεξέλεγκτη εισροή κεφαλαίων σε μια υποτιμημένη οικονομία εγείρει ταυτόχρονα και φαινόμενα υπερτιμήσεως ενώ σε μια υπερτιμημένη οικονομία η αθρόα εκροή κεφαλαίων δημιουργεί παράλληλα φαινόμενα υποεκτιμήσεως. Ως γνωστόν σε μια υποτιμημένη οικονομία με ανεπάρκεια δηλαδή ζητήσεως , η ισορροπία του εισοδήματος επιτυγχάνεται σε επίπεδο χαμηλότερο από εκείνο που πραγματικά μπορεί να παράγει η οικονομία όταν λειτουργεί με πλήρη απασχόληση. Στους γνώστες της οικονομικής ανάλυσης μια τέτοια κατάσταση οδηγεί στη δημιουργία του λεγόμενου ΄΄αντιπληθωριστικού κενού΄΄ που το μέγεθός του ισούται με τη διαφορά μεταξύ της συνολικής προσφοράς και συνολικής ζήτησης στο εισόδημα πλήρους απασχόλησης.

Όταν υπάρχει τέτοιο κενό τότε το εισόδημα ισορροπίας διαμορφώνεται σε ένα επίπεδο χαμηλότερο από το πραγματικό δυνατό, κατά το γινόμενο του κενού επί τον πολλαπλασιαστή δαπάνης. Έστω ότι τον πατερναλιστικό ρόλο του κράτους καλούνται να παίξουν τα διεθνή θεσμικά στην συγκεκριμένη περίπτωση κεφάλαια, με την εισροή των οποίων επιδιώκεται η αύξηση της συνολικής ζήτησης, είτε άμεσα μέσω χρηματιστηριακής αγοράς, είτε έμμεσα μέσω των ξένων παραγωγικών επενδύσεων που αυξανομένης της ροής του διαθεσίμου εισοδήματος των οικονομικών μονάδων αυξάνεται η ιδιωτική ζήτηση, και μπαίνουν τα θεμέλια της αναπτυξιακής πορείας. Το ζητούμενο προκειμένου να προσδιορίσουμε το άριστο μέγεθος μεταβολής των διακινούμενων κεφαλαίων είναι η εξίσωση της αυξήσεως της ζήτησης με το μέγεθος του αντιπληθωριστικού κενού.

Προσδιορίζοντας το μέγεθος του αντιπληθωριστικού κενού προσδιορίζουμε έμμεσα το ποσοστό αυξήσεως της επιδιωκόμενης ζητήσεως και κατά συνέπεια το μέγεθος των άριστων μεταβολών των διακινούμενων κεφαλαίων. Εάν τώρα γνωρίζουμε το εισόδημα πλήρους απασχόλησης καθώς και το μέγεθος του υφιστάμενου εισοδήματος, δηλαδή εάν είναι γνωστή η επιδιωκόμενη μεταβολή του εισοδήματος, τότε μπορούμε να υπολογίσουμε το ύψος του αντιπληθωριστικού κενού . Κατά συνέπεια η σταδιακή εξάλειψή του που θα επιδιώκεται μέσω των μεταβολών του όγκου των διακινούμενων κεφαλαίων , θα δώσει σε τελικά ανάλυση την εκμηδένιση του αντιπληθωριστικού κενού σε συνδυασμό με το άριστο μέγεθος εισροής των περιβόητων θεσμικών κεφαλαίων.

Αντίθετα σε περιπτώσεις υπερτιμημένων προσδοκιών και μακροοικονομικών μεγεθών δημιουργούνται καταστάσεις που χαρακτηρίζονται από την εμφάνιση του λεγόμενου ΄΄πληθωριστικού κενού΄΄ που ισούται με την διαφορά μεταξύ της συνολικής ζήτησης και της συνολικής προσφοράς στο εισόδημα πλήρους απασχόλησης , τότε το εισόδημα διαμορφώνεται σε ένα επίπεδο υψηλότερο του πραγματικά δυνατού κατά το γινόμενο του πληθωριστικού κενού με τον πολλαπλασιαστή δαπάνης. Δηλαδή η διαφορά εισοδήματος δεν είναι πραγματική ( δεν θα μπορούσε άλλωστε να είναι) αλλά είναι πληθωριστική , δηλαδή αφορά την χρηματική αξία του προιόντος και οφείλεται στην συνεχή αύξηση του επιπέδου των τιμών. Έστω ότι αυτή η διαδικασία είναι απότοκο μιας αθρόας εισροής κεφαλαίων που υπερεκτίμησαν τις πραγματικές δυνατότητες της οικονομίας , δημιουργώντας αναγκαστικά κύμα πληθωριστικών πιέσεων και αντιμήσεων.

Το ζητούμενο σε αυτήν την περίπτωση είναι το άριστο μέγεθος μειώσεως των διακινούμενων κεφαλαίων , προκειμένου να επέλθει ισορροπία στο επίπεδο πλήρους απασχόλησης ή σε γενικές γραμμές στο επίπεδο εκείνο που η ροή εισοδήματος ανταποκρίνεται στα πραγματικά μεγέθη της οικονομίας. Έστω και σε αυτήν την περίπτωση τα διεθνή κερδοσκοπικά κεφάλαια καλούνται να παίξουν το ρόλο του αυτόματου σταθεροποιητή, με την εκροή των οποίων επιδιώκεται η μείωση της συνολικής ζήτησης στο βαθμό εκείνο που εξαλείφεται το μέγεθος του πληθωριστικού κενού, οδηγώντας την οικονομία στα πραγματικά επίπεδα διακύμανσής της.

Εάν κατά συνέπεια είναι γνωστή η επιδιωκόμενη μεταβολή του εισοδήματος , τότε είμαστε σε θέσε να προσδιορίσουμε το μέγεθος του πληθωριστικού κενού και κατά συνέπεια το ποσό της απαιτούμενης μειώσεως της ζήτησης που είναι απαραίτητο για την εξάλειξη του κενού, και επομένως τον μεταβαλλόμενο όγκο διακίνησης των κερδοσκοπικών κεφαλαίων. Ωστόσο η πράξη έχει αποδείξει ότι ελέω της αδυναμίας ελέγχου των διακινούμενων κεφαλαίων οι επιδράσεις από τις εισροές ή εκροές κεφαλαίων , οδηγούν σε υπέρμετρα φαινόμενα υπερθέρμανσης ή βαθιάς ύφεσης. Να σημειώσω ότι η χρησιμοποίηση των όρων ΄΄πληθωριστικού και αντιπληθωριστικού κενού΄΄ είναι ενδεικτική αφού αφορά καταστάσεις που συναντάμε στις δυο περιπτώσεις οικονομικής διάρθρωσης και η ανάλυσή τους είναι σχετικά κατανοητή. Βέβαια η επίδραση των μεταβολών των διακινούμενων κεφαλαίων μπορεί να γίνει ορατή και μέσω άλλων μεγεθών και οικονομικών φαινομένων όπως είναι π.χ η μεταβολή του ποσοστού ανεργίας, η διακύμανση του χρηματιστηριακού δείκτη, μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας κ.α. Με εκτίμηση

*Ο Δημήτρης Καλτσίδης είναι οικονομολόγος - τελωνειακός υπάλληλος


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 1) Αθηνά Πετράκη - Κώττη , Σύγχρονη Μακροοικονομική Θεωρία και Πράξη, εκδ. ΄΄ΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ΄΄ , Αθήνα 1993. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 1) Αθηνά Πετράκη - Κώττη , Σύγχρονη Μακροοικονομική Θεωρία και Πράξη, εκδ. ΄΄ΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ΄΄ , Αθήνα 1993.

(Τα κείμενα των «Ρεπόρτερ στο δρόμο» δεν υφίστανται επεξεργασία και εκφράζουν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους)

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.