17/11/2018 14:10:28

O Αϊζενστάιν, ο Βισκόντι, ο Τσιτσάνης κι ο Ρίτσος

O Αϊζενστάιν, ο Βισκόντι, ο Τσιτσάνης κι ο Ρίτσος - Media

Η Πρωτομαγιά, φορτισμένη πολιτικά και ιδεολογικά, έχει εμπνεύσει τους ανθρώπους της έβδομης τέχνης. μέσα από τα έργα τους καταδεικνύουν τις κοινωνικές αντιθέσεις, τις ταξικές ανισότητες και τους αγώνες της εργατικής τάξης
 
Σημαντικοί σκηνοθέτες, χρησιμοποιώντας αντιθέσεις, έτσι όπως τις είχε ορίσει ιδεολογικά ο Μαρξ, συχνά σοκάροντας τον θεατή, τον αναγκάζουν να σκεφθεί τη δική του κοινωνική θέση μέσα στον ταξικό αγώνα και να αποκτήσει ταξική συνείδηση.
 
Είναι αλήθεια ότι δεν έχουν γυριστεί ταινίες που να αναφέ­ρονται στην Πρωτομαγιά, εκτός από κάποια ντοκιμαντέρ. Ωστόσο υπάρχουν κάποιες ταινίες που κατάφεραν να αναδείξουν τους αγώνες της εργατικής τάξης, καταγγέλ­λοντας την απάνθρωπη βιαιότητα του ιμπεριαλισμού, και να κάνουν τον θεατή να σκεφτεί μετά την προβολή τους.
 
Η μεγάλη «Απεργία»
 
Η «Απεργία» (1924) του σκηνοθέτη με τη μεγαλύτερη επιρροή στο σινεμά, του Σεργκέι Αϊζενστάιν, αφηγείται τη διενέργεια και καταστολή μια απεργίας κάνοντας χρήση του μεταφορικού μοντάζ, δημιουργώντας εντυπώσεις μέσα από τη διαδοχική διαλεκτική σύγκρουση των εικόνων, με στόχο τον προβληματισμό - σοκ του θεατή. Η αφήγηση τοποθετείται την περίοδο της τσαρικής κυρι­αρχίας στη Ρωσία. Οι εργάτες ενός εργοστασίου ετοιμά­ζονται να κηρύξουν μια μεγάλη απεργία. Οι εργοδότες στέλνουν κατασκόπους δικούς τους και της κυβέρνησης για να καταστείλουν την απεργία. Ο Αϊζενστάιν χαρα­κτηρίζει την «Απεργία» «κινηματοθεατρικό» έργο και τη διαιρεί σε έξι πράξεις: «Όλα στο εργοστάσιο είναι ήρεμα», «Η απεργία κηρύσσεται», «Το εργοστάσιο δεν δουλεύει», «Η απεργία παρατείνεται», «Η προβοκάτσια», «Οι απεργοί συντρίβονται».
 
Στόχος – θεωρητικός και πρακτικός – η επιρροή του θεατή, ώστε να ταυτιστεί με την αναγκαιότητα της επανάστασης και την εδραίωσή της στη συνείδηση της εργατικής τάξης. Στην «Απεργία» η αφήγηση είναι συλλογική, ο σκηνοθέτης προτάσσει το θέμα της συλλογικότητας, οι απεργοί της φά­μπρικας πρέπει να ιδωθούν σαν ένα σώμα. Η ταινία μάς καλεί να ακούσουμε με πολύ μεγάλη προσοχή τις διακηρύξεις του δημιουργού της σαν σύνθεση τέχνης και επιστήμης. Η «Απεργία» δεν αποτελεί απλό πείραμα σύνθεσης, αλλά ολό­κληρο πειραματικό εργαστήρι, γράφει ο Αμερικανός κριτικός κινηματογράφου Jay Leyda, το 1960.
 
Οι φτωχοί ψαράδες και ο «κόκκινος» Πρίγκιπας
 
Το 1948, ο εστέτ και κομμουνιστής Λουκίνο Βισκόντι θα πάρει ανάθεση από το Κόμμα να κάνει μια ταινία («Η γη τρέμει») για την εργατική τάξη της Νότιας Ιταλίας. Ο πόλε­μος μόλις έχει τελειώσει, αλλά τα φασιστικά απομεινάρια εξακολουθούν να δηλητηριάζουν την ιταλική κοινωνία. Στο ψαροχώρι Τρέτσα, παρακολουθούμε τη ζωή των κατοίκων μέσα από την οικογένεια Βαλάστρο που θέλει να ξεφύγει από την εκμετάλλευση των χονδρεμπόρων. Οι Βαλάστρο, παλεύοντας ενάντια στη φύση και την κοι­νωνία, χάνουν το σπίτι τους και τη βάρκα τους. Αυτό που κερδίζουν, είναι η ταξική τους συνειδητοποίηση. Βαθιά πολιτικοποιημένος, ο Βισκόντι κινηματογραφεί απόλυτα ρεαλιστικά τους ερασιτέχνες ηθοποιούς, σαν τα ασήμαντα γεγονότα στη σελίδα του επαρχιακού «χρονικού», «που εγγράφεται ανάμεσα στο μονότονο μουρμούρισμα των κυμάτων που χτυπούν στα βράχια και το ασυνείδητο, χαρούμενο τραγούδι του Ρόκο Σπάτου», όπως ο ίδιος ο Βισκόντι έχει πει.
 
Χρησιμοποιώντας τις αντιθέσεις, όπως τις είχαν ορίσει φιλο­σοφικά ο Μαρξ και ο Χέγκελ, ο Ιταλός σκηνοθέτης αποκρυσταλλώνει την ουσία της μαρξιστικής ιδεολογίας χωρίς να καθοδηγεί τον θεατή. Θα μπορούσε να πέσει στην παγίδα ενός άχρωμου ντοκιμαντέρ ή να υποστεί τις συνέπειες ενός διδακτικού μαρξιστικού έργου. Στην εποχή της, η ταινία κα­τηγορήθηκε για τις πολιτικές της θέσεις. Οι αντιδράσεις του κοινού ήταν αρνητικές και σφυρίγματα και φωνές γέμισαν την κινηματογραφική αίθουσα κατά τη διάρκεια της προβο­λής της. Μέλη της χριστιανικής παράταξης την πολέμησαν και τη δυσφήμησαν.
 
Η μαζική προβολή τού «Η γη τρέμει» έγινε το 1950 και πέρασαν πολλά χρόνια ώσπου να «ανακαλυφθεί» το ρεα­λιστικό αριστούργημα του Βισκόντι για το οποίο ο Μπαζέν έγραψε: «Οι ψαράδες του Βισκόντι είναι αληθινοί ψαρά­δες, αλλά βαδίζουν όπως οι πρίγκιπες της Τραγωδίας και οι ήρωες της Όπερας, ενώ η αξιοπρέπεια της φωτογραφίας δανείζει στα κουρέλια τους την αριστοκρατικότητα Ανα­γεννησιακού κεντήματος».
 
Η νίκη των εργατών
 
Το 1954, ο σκηνοθέτης Χέμπερτ Μπίμπερμαν υπογράφει το «Αλάτι της γης». Είναι η εποχή του μακαρθισμού και ο Μπίμπερμαν μαζί με άλλους σκηνοθέτες «ετοιμάζονται» να παρουσιαστούν ενώπιον της περιβόητης επιτροπής. Έχει φτιαχτεί η ομάδα των «Δέκα του Χόλιγουντ», που είχαν αποκλειστεί από τα κινηματογραφικά στούντιο της Αμερικής. Η ομάδα παράγει την ταινία ενώ ο Μπίμπερμαν υπογράφει τη σκηνοθεσία.
 
Η ιστορία διαδραματίζεται σε ένα ορυχείο ψευδαργύρου στο Μεξικό. Οι Μεξικάνοι εργάτες δουλεύουν σκληρά βιώνοντας τον απάνθρωπο χαρακτήρα της σύγχρονης δουλείας. Οι γυναίκες τους θα τους πείσουν να κάνουν απεργία. Η νίκη των εργατών θα έρθει σαν σωτηρία. Εδώ δεν έχουμε βίαιες συ­γκρούσεις. Παθητικά και αργά βιώνουμε την απεργία και την απόγνωση των εργατών. Με σαφείς αναφορές από το «Η γη τρέμει» και τον ιταλικό νεορεαλισμό, η ταινία του Μπίμπερμαν απαγορεύτηκε στις ΗΠΑ.
 
Η κόλαση της εργατικής τάξης

Μπορεί σκηνοθέτες σαν τον Αϊζενστάιν και τον Βισκόντι να κατήγγειλαν την αυθαιρεσία των εργοδοτών, ωστόσο στις μέρες μας ταινίες όπως το «Ελεύθερος ωραρίου» (2001) του Λοράν Καντέτ, αποτυπώνουν τον νέο εργατικό μεσαίωνα και την τρομακτική εικόνα του σήμερα. Στο «Ελεύθερος ωραρίου», ο ήρωας, ένα στέλεχος επιχείρη­σης, χάνει τη δουλειά του και δεν έχει το κουράγιο να το πει στην οικογένειά του και τους φίλους του. Δεν μπορεί και δεν θέλει βοήθεια από κανέναν. Όταν γίνει γνωστή η ιστορία του, η οικογένειά του θα του ζητήσει εξηγήσεις και αυτός, προσπα­θώντας να σώσει την αξιοπρέπειά του, θα φύγει κυνηγημένος. Ο Καντέτ υπογράφει το προσωπικό του μανιφέστο, περιγρά­φοντας το εφιαλτικό πορτρέτο του σύγχρονου ανθρώπου μέσα στον κόσμο της εργασίας.
 
«Πρωτομαγιά με τον σουγιά, χαράξαν το φεγγάρι...»
 
Οι αγώνες της εργατικής Πρωτομαγιάς είναι άμεσα συνδεδεμένοι με μουσική και τραγούδια που θα «συνοδεύσουν» τα συλλαλητήρια και τις διαδηλώσεις. Συνθέτες, στιχουργοί και τραγουδιστές, λαϊκοί ως επί το πλείστον, κατέγραφαν όσα συνέβαιναν γύρω τους. Ο Παναγιώτης Τούντας έγραψε το «Εργάτης τιμημένος» το 1932. Τρία χρόνια μετά, ο Γιώργος Μπάτης θα γράψει τα «Φωνογραφιτζήδες», «Θερμαστής», «Σφουγγαράδες». Ο «Εργάτης» του Απόστολου Καλδάρα γράφτηκε το 1948 και οι «Φάμπρικες» του Βασίλη Τσιτσάνη το 1950. Ο Γιάννης Ρίτσος θα αφήσει παρακαταθήκη τον «Επιτάφιο», ένα ποίημα - ποταμό που κουβαλάει πίσω του ένα παρελθόν φορτωμένο διχασμούς και αίμα. Μάης του 1936. Την Τετάρτη 29 Απριλίου οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης κηρύττουν απεργία ζητώντας αύξηση των ημερομισθίων που έχουν πέσει στο μισό. Τις επόμενες μέρες ο αγώνας των εργατών απλώνεται παντού. Καπνεργάτες, σιδηροδρομικοί, αυτοκινητιστές κατεβαίνουν στους δρόμους. Στις 8 του Μάη, σκηνές μάχης ξετυλίγονται σε κάθε γωνιά της πόλης. Η διαταγή του Μεταξά είναι πεντακάθαρη: «Πυροβολήστε στο ψαχνό». Ο 25χρονος Τάσος Τούσης είναι ο πρώτος νεκρός. Την επόμενη μέρα δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης», η εικόνα της μάνας που θρηνεί. Η Κατίνα πάνω από το άψυχο σώμα του Τάσου. Ο Γιάννης Ρίτσος συγκλονισμένος κλείνεται στο σπίτι του και ξεκινάει να γράφει τους πρώτους στίχους από τον «Επιτάφιο».
 
Ο ποιητής μέσα σε τρεις μέρες γράφει 14 από τα 20 ποιήματα και δημοσιεύει 3 από αυτά στο φύλλο της εφημερίδας του «Ριζοσπάστη» στις 12 Μαΐου. Το βιβλίο με τα ποιήματα κυκλοφορεί τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου και προκαλεί έντονες αντιδράσεις από τη δικτατορία του Μεταξά. Τα χρόνια περνάνε, ο Ρίτσος επιστρέφει από την εξορία, αναδημοσιεύει μερικά έργα του και στέλνει και ένα αντίτυπο στον Μίκη Θεοδωράκη που μένει στο Παρίσι. Στην αφιέρωση σημειώνει: «Το βιβλίο τούτο κάηκε από τον Μεταξά το 1938 κάτω από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός». Ο Μίκης μελοποιεί μέρος του έργου περιμένοντας τη γυναίκα του να γυρίσει από το σούπερ-μάρκετ. Στέλνει τη μουσική σύνθεση στον Μάνο Χατζιδάκι και τον Γιάννη Ρίτσο. Η πρώτη εκτέλεση ηχογραφείται με τη φωνή της Νάνας Μούσχουρη. Το αποτέλεσμα δεν ικανοποιεί τον Μίκη Θεοδωράκη. Έναν χρόνο μετά, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης θα ερμηνεύσει μοναδικά τον «Επιτάφιο». Η ποίηση έχει βρει μια πλήρη αντιστοιχία με τη μουσική για να πλησιάσει τους ανθρώπους που ποτέ δεν πλησίαζε.
 
«Πρωτομαγιά / με το σουγιά / χάραξαν το φεγγίτη / και μια βραδιά / σαν τα θεριά / σε πήραν από το σπίτι». Η πτώση της δικτατορίας μετρά λίγους μήνες την εποχή που εκδίδεται η πρώτη δουλειά του Σταύρου Ξαρχάκου μετά τη μεταπολίτευση. Πάνω σε στίχους του Νίκου Γκάτσου, γράφει δέκα τραγούδια, έξι εκ των οποίων ερμηνεύει η Βίκυ Μοσχολιού και τέσσερα ο Νίκος Δημητράτος. Ο δίσκος «Νυν και αεί» (1974) κυκλοφόρησε τα Χριστούγεννα μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Μια εξαιρετική δουλειά, που μιλά για τα βάσανα και τις πίκρες του λαού μας, αλλά δίνει και μια νότα αισιοδοξίας για το μέλλον. Το θέμα στο εξώφυλλο του δίσκου (ένα στεφάνι λουλούδια) έχει ζωγραφίσει ο Γιάννης Μόραλης.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.