19/09/2018 17:11:44

Η παντοδυναμία του κομματικού συστήματος

Το κομματικό-φεουδαρχικό σύστημα της χώρας μας είναι πανίσχυρο. Με όρους συστημικής θα λέγαμε πως με τη διαδικασία της ανάδρασης ανατροφοδοτείται ως τέτοιο, έχει την ικανότητα αυτο-οργάνωσης και αντιμετώπισης κάθε εξωτερικού εχθρού της δομής του και κατ’ επέκταση της ισχύος του.

Χαρακτηριστικό και συνάμα τραγικό παράδειγμα η συμπεριφορά του, δηλαδή ανάδρασή του, στη σημερινή κρίση. Αυτή η κρίση οφείλεται καταδήλως στις αποτυχημένες πρακτικές της πολιτικής εξουσίας, άρα η κρίση αυτή είναι πρωτίστως πολιτική, δηλαδή κρίση αυτού του συστήματος. Όμως έξυπνα μετέφερε την αιτία σε μας, τους πολίτες αυτής της χώρας, χρησιμοποιώντας αριστοτεχνικά όλα του τα στοιχεία. Από τα ένθεν κακείθεν – δηλαδή δήθεν κακείθεν – κανάλια τηλεοράσεων, ραδιόφωνα και εφημερίδες μέχρι το σταρ σίστεμ των διανοουμένων. Από infotainments με τους ευφραδείς αλλά και σκοπίμως εριστικούς πολιτικούς και δημοσιογράφους μέχρι τα talk shows που χρησιμοποιούν τους διανοούμενους αυτού του σταρ σίστεμ της (δήθεν) διανόησης. Είχε κάποτε σπαρακτικά επισημάνει ο Καστοριάδης πως «ο στόχος των διανοουμένων σήμερα είναι να γίνουν σύμβουλοι του πρίγκιπα». Έτσι από τα Ντα Κάπο του Κολωνακίου οδεύουν προς τα τηλεοπτικά στούντιο, όπου είτε λένε νόστιμα (που θα ’λεγε ο Ηλιόπουλος) αυτά που ξέρουν και οι πρωτοετείς φοιτητές τους, είτε μας μπερδεύουν με τους «καημούς του ενός» και την «κόμη της Βενερίκης», ζητώντας μας σήμερα να τους στείλουμε στις Βρυξέλλες γιατί... αυτοί ξέρουν (αλλά δεν μας λένε ή δήθεν μας λένε, με ελκυστικά αλλά άνευ νοήματος γενικόλογα. Συμπεριλαμβανομένων και των δήθεν βαθυστόχαστων show-men).

Έτσι οι «ένθεν» μας εξηγούν πως εμείς φταίμε για όλα: από το επιχείρημα πως τα λεφτά χάθηκαν στα διακοποδάνεια μέχρι τον ευτραφή και καλοθρεμμένο «πολιτικό» (δηλαδή κομματικό) που ως Ηρακλειδής του συστήματος διακήρυξε πως «μαζί τα φάγαμε», έως τους σημερινούς διαχειριστές της ζωής μας που απολύουν δημοσίους υπαλλήλους ως τους κυριότερους ίσως υπευθύνους. Οι δε δήθεν «κακείθεν» επικαλούνται… την έλευση της Δευτέρας Παρουσίας, θεωρώντας πως πρέπει πιστά να τους ακολουθούμε σε αυτήν την προσμονή, ειδάλλως ευθέως μας αποκαλούν ηλίθιους, αν δεν προσευχηθούμε προς αυτήν.

Τα διακοποδάνεια όμως, όπως και όλη η καταλανωτική και ανόητη κραιπάλη των περασμένων ετών, προήλθε σαφώς από ψυχολογική διάβρωση των πολιτών – είναι αστεία τα περί ελευθερίας επιλογής τρόπου ζωής μας: η πλύση εγκεφάλου από τις τηλεοράσεις και τις διαφημίσεις είναι πανίσχυρη, αυτό άλλωστε διδάσκουν και στις αντίστοιχες σχολές των διαμορφωτών της κοινής γνώμης και των διαφημιστών.

Βεβαίως ούτε εμείς φάγαμε στα παπουτσίδικα της Ερμού αυτά που έφαγαν – σκοπίμως χρησιμοποιώ τη χυδαιότητα του όρου «έφαγαν», γιατί περί χυδαίας πράξης πρόκειται – οι πολιτικοί ταγοί αυτής της χώρας. Εύκολα καταμετρώνται οι περιουσίες εκατομμυρίων, που αποκτήθηκαν με τις βουλευτικές τους αποζημιώσεις.

Αυτό δεν αφορά όλους βεβαίως. Αλλά με τις βουλευτικές και υπουργικές αποζημιώσεις, μετά την πάροδο τεσσάρων ετών θητείας, μόλις και μετά βίας αγόραζε κανείς γκαρσονιέρα σε παλιά πολυκατοικία στην Κυψέλη (με τις προ κρίσης τιμές). Μετά είκοσι ετών θητεία, άντε ένα ρετιρέ στην πλατεία Μαβίλη. Αυτό συνέβη όμως; Για δείτε τα δήθεν «πόθεν έσχες» των βουλευτών (που είναι μόνο έσχες και όχι πόθεν).

Επιτρέψτε μου όμως να σταθώ λίγο περισσότερο στις απολύσεις των δημοσίων υπαλλήλων και σε όλη τη φιλολογία περί κακού δημόσιου τομέα, καθώς και στις εξαγγελίες περί σύνδεσης αμοιβής και παραγωγικότητας. Πρώτα απ’ όλα ο δημόσιος τομέας στην Ελλάδα σε σχέση με τον δημόσιο τομέα της Ευρώπης δεν είναι ο μεγαλύτερος. Δεύτερον, αν οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν είναι παραγωγικοί, δεν φταίνε αυτοί. Το φταίξιμο είναι κατά 100% στην εκάστοτε πολιτική ηγεσία των υπουργείων. Έρχεται ο κάθε υπουργός με καμιά εκατοστή «συμβούλους», που παραλύουν όλη τη δομή των υπουργείων τους. Έχω δει υπαλλήλους που στην κυριολεξία δεν είχαν τι να κάνουν. Των «διευθυντών» συμπεριλαμβανομένων. Όταν μια φορά έγινε προσπάθεια τα υπουργεία να σταθούν στα πόδια τους με ισχυρή δομή – με τις «μονάδες στρατηγικού σχεδιασμού και ανάλυσης πολιτικής» στελεχωμένες από μονίμους υπαλλήλους, που εισήγαγε ο Έβερτ – γρήγορα το σύστημα «ανάδρασε» και τις κατήργησε. Η αντιπαραγωγικότητα του δημόσιου τομέα είναι θέμα οργάνωσής του, από την πολιτική ηγεσία βεβαίως. Ανίκανη όμως αυτή να δράσει αποτελεσματικά, επέλεξε την εύκολη λύση: κακός, αντιπαραγωγικός, σπάταλος ο δημόσιος τομέας, άρα απολύσεις υπαλλήλων για λιγότερο κράτος κ.λπ. Βαφτίζουν μάλιστα αυτό φιλελευθερισμό, με διάφορους ασχέτους δήθεν φιλελεύθερους (π.χ. τη Δράση) να υπερθεματίζουν. Όμως δεν μπορεί να λειτουργήσει ο ιδιωτικός τομέας χωρίς τον δημόσιο. Πρόκειται περί συγκοινωνούντων δοχείων. Αυτό το ξέρει και ο πρωτοετής φοιτητής των σχολών Διοίκησης. Η διάλυση του δημόσιου τομέα – που δεν είναι τώρα που συντελείται, ξεκίνησε από την αποδυνάμωσή του από την πολιτική εξουσία εδώ και χρόνια (το από πότε δεν είναι του παρόντος), τώρα ολοκληρώνεται όμως – ισοδυναμεί με τη διάλυση και του ιδιωτικού.

Ας έρθουμε τώρα στις πρόσθετες αμοιβές των παραγωγικών υπαλλήλων, σε βάρος των μη παραγωγικών. Μα παραγωγικός μπορεί να είναι μόνο ο υπάλληλος – ο κάθε υπάλληλος – που του ανατίθεται παραγωγική εργασία. Αν κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει – που δεν συμβαίνει και δεν το βλέπω να συμβεί γρήγορα – αρνητικό bonus πρέπει να καταλογιστεί στον διευθυντή του ή στον υπουργό του. Θα έλεγα πως ένας εκ των δύο πρέπει να απολυθεί – και από τη μέχρι τώρα εμπειρία αυτός πρέπει να είναι ο υπουργός. Πέραν βεβαίως πως οι δημόσιες υπηρεσίες πρέπει να είναι επαρκώς στελεχωμένες και αυτή τη στιγμή χάριν της ηλίθιας αξίωσης για «λιγότερο κράτος» υπολειτουργούν καίριοι τομείς της οικονομίας (εκτός βεβαίως της αντιπαραγωγικής οργάνωσής τους από τους ανίκανους προς τούτο υπουργούς).

Ας έρθουμε όμως και στους υπουργούς. Η καταστρατήγηση του Συντάγματος περί τριών (και άρα διακριτών) εξουσιών οδηγεί στις υπουργοποιήσεις των βουλευτών, σχεδόν αποκλειστικά. Βουλευτές που εξελέγησαν για να εκπροσωπήσουν την Περιφέρειά τους και τους πολίτες της – δεν αναφέρομαι στον τρόπο που προωθήθηκαν, ενίοτε όχι και τόσο «καθαρό» – χρίζονται επί κεφαλής υπουργείων, το αντικείμενο των οποίων αγνοούν ή εν πάση περιπτώσει δεν είναι οι άριστοι γι’ αυτά (λυπούμαι, αλλά αυτός είναι ο κανόνας). Είναι προφανές πως θα ήταν υπερβολή να απαιτήσουμε από αυτούς ικανότητα οργάνωσης των υπουργείων που αναλαμβάνουν να διοικήσουν, γι’ αυτό άλλωστε καταφεύγουν σε πληθώρα συμβούλων, συχνά και αυτών ασχέτων, παίρνουν όμως πάνω τους αυτάρεσκα και ιδιοτελώς όλη την εκτελεστική λειτουργία του υπουργείου αυτού και έτσι γενικώς όλο το σύστημα βουλιάζει. Η «ανάδραση» όμως του κομματικού συστήματος τους προστατεύει, τόσο σε αυτό όσο και σε όλα τα άλλα υπουργεία που θα αναλάβουν – γιατί βεβαίως αναλαμβάνουν συχνά πολλά, ως παντογνώστες που είναι: από το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, στο Πολιτισμού, στο Αμύνης, στο Εργασίας, στο Ναυτιλίας κ.ο.κ. Η εκτελεστική εξουσία/λειτουργία ανήκει και αυτή στο κομματικό-φεουδαρχικό σύστημα, ουδείς παρείσακτος επιτρέπεται να το χαλάσει – εκτός και αν το προσκυνήσει (ως «σύμβουλος του πρίγκιπα»).

Η «ανάδραση» του συστήματος όμως αφορά και στους νιόφερτους – που κατά κανόνα βέβαια δεν είναι και τόσο νιόφερτοι, αν το ψάξουμε καλύτερα. Τα φυτώρια των πανεπιστημιακών αμφιθεάτρων λειτουργούν αποτελεσματικά προς αυτήν την κατεύθυνση ντρεσάροντας τους μελλοντικούς υπαλλήλους, υποβοηθητικά πάντα της ευτεκνίας των εγκατεστημένων μεγάλων πολιτικών οικογενειών. Τα ανωτέρω αφορούν όλες τις δήθεν διαφορετικές πολιτικές ιδεολογίες μέχρι και τα «καλύτερα τα σπίτια», τα δήθεν αγνά και αμόλυντα από τη φθορά της εξουσίας, αλλά σαφώς συστημικά.

Μήπως πρέπει να επικαλεστούμε μια νέα επανάσταση των Ιακωβίνων, γιατί με τις «ήρεμες επαναστάσεις» δεν είδαμε προκοπή; Θα αντιτάξετε πως δύσκολο κάτι τέτοιο σε όλη την Ευρώπη, γιατί τα ανωτέρω αφορούν όλη την Ευρώπη. Αδιέξοδο λοιπόν; Ανοικτό το ερώτημα. 

* Ο Δρ. Νικήτας Χιωτίνης είναι Αρχιτέκτων, Καθηγητής ΤΕΙ, Τμήματος Εσωτερικής Αρχιτεκτονικής και Σχεδιασμού Αντικειμένων

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.