20/11/2018 21:04:37

Όταν οι Ρομά πήγαν στο μουσείο

Όταν οι Ρομά πήγαν στο μουσείο - Media

Μάθαμε να τους αντιμετωπίζουμε σαν παραβατικούς, ξεχνώντας συχνά ότι ο διαρκής κοινωνικός αποκλεισμός έχει ως αποτέλεσμα και την παραβατικότητα. Συνηθίσαμε να τους χαρακτηρίζουμε ως ανθρώπους που δεν θέλουν να έχουν μόνιμη κατοικία, σταθερή δουλειά, ξεχνώντας ότι στην πραγματικότητα βρίσκονται σε μία συνεχή αναζήτηση μεροκάματου, γεγονός από το οποίο προκύπτει η ομαδική μετακίνηση. Αποδεχτήκαμε ότι θα έχουν ελάχιστη ή καμία μόρφωση και πως τα παιδιά θα τριγυρίζουν ξυπόλητα στους καταυλισμούς και όχι με σάκα και βιβλία στο σχολείο, θαρρείς και πρόκειται για γονιδιακή εντολή.

Αυτά και άλλα πολλά είναι τα στερεότυπα που ακολουθούν τους τσιγγάνους. Κι όμως, αρκεί κάποιος να τους αντιμετωπίσει ισότιμα και τους δώσει μία έστω μικρή ευκαιρία συμμετοχής στην κοινωνία και εκείνοι αμέσως την αρπάζουν, σχεδόν τη ρουφάνε. Αν και ξέρουν ότι τις περισσότερες φορές είναι αποσπασματική και χωρίς συνέχεια…

Το Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας τον τελευταίο χρόνο είναι ο βασικός οργανωτής του προγράμματος «Με τους Ρομά στο Μουσείο», το οποίο συγχρηματοδοτείται από την Ε.Ε. και όσοι ενεπλάκησαν σε αυτή την προσπάθεια μόνο με συγκίνηση μπορούν να αφηγηθούν την ανταπόκριση των Ρομά οικογενειών. Άλλωστε για το ίδιο το μουσείο το πρόγραμμα αποτελεί τη ζωντανή απόδειξη για το πώς ένας τέτοιος χώρος μπορεί να βγει από τις αυστηρές ακαδημαϊκές δομές του και να αποκτήσει πραγματική και πάλλουσα σχέση με την κοινωνία.

Στο πρόγραμμα συμμετέχουν επτά περιφερειακές μονάδες της αρχαιολογικής υπηρεσίας (Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης, Χίος, Κέρκυρα, Σπάρτη, Καβάλα, Χαλκίδα, Καλαμάτα), αλλά και το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, το οποίο συμπράττει στη δημιουργία τεσσάρων ταινιών για τους Ρομά, που τις έχουν αναλάβει οι σκηνοθέτες Νίκος Αναγνωστόπουλος, Μαρίνα Δανέζη, Μύρνα Τσάπα και Σταύρος Ψυλάκης. Ήδη έχουν γίνει επισκέψεις παιδιών, αλλά και ενήλικων τσιγγάνων στο μουσείο και σε αρχαιολογικούς χώρους στην περιφέρεια, μουσικές εκδηλώσεις, προβολές ταινιών και ημερίδες για την ιστορική διαδρομή των Ρομά και την ιστορική τους ταυτότητα.

Η πρόσβαση στην πολιτιστική κληρονομιά, η τόνωση της ιστορικής αυτογνωσίας, αλλά και η ανατροπή στερεοτυπικών αντιλήψεων είναι ο στόχος του προγράμματος. «Το Βυζαντινό Μουσείο με πολλούς τρόπους φροντίζει να ανοίγεται στην κοινωνία. Στο συγκεκριμένο πρόγραμμα μας ενδιαφέρει και το ερευνητικό κομμάτι, δηλαδή να ερευνήσουμε με επιστημονικό τρόπο τις ρίζες των Ρομά και τη σύνδεσή τους με το Βυζάντιο. Και είναι πολύ σημαντικό ότι οι σχέσεις που δημιουργούνται με όσους συμμετέχουν είναι αμφίδρομες. Αντλούμε κι εμείς στοιχεία από αυτούς», λέει στο «Π» η διευθύντρια του μουσείου Αναστασία Λαζαρίδου.

Τους βάφτισαν οι Βυζαντινοί

Αλήθεια, πόσοι γνωρίζουν ότι οι τσιγγάνοι εμφανίζονται στο Βυζάντιο και ότι οι Βυζαντινοί είναι εκείνοι που τους ονομάζουν «τσιγγάνους»; Πόσοι ξέρουν ότι στα ύστερα βυζαντινά χρόνια δεν εμφανίζονται ως περιφερόμενοι νομάδες, αλλά ως τεχνίτες; Ποιος μπορεί να είναι σίγουρος ότι ένα αντικείμενο μεταλλοτεχνίας των βυζαντινών χρόνων δεν έχει κατασκευαστεί από έναν τσιγγάνο τεχνίτη;

«Το σημαντικό σε αυτό το πρόγραμμα είναι ότι επικοινωνούμε μαζί τους μέσα από τη δική τους πραγματικότητα, αναζητώντας τη δική τους ταυτότητα μέσα από την οποία θα προσεγγίζουν την πολιτιστική κληρονομιά. Ανοίγουμε παράθυρο στις ιστορικές τους ρίζες και μέσω αυτών διαβαίνουν μια πόρτα που νόμιζαν ότι δεν μπορούν να διαβούν», τονίζει ο συντονιστής του προγράμματος από την πλευρά του Βυζαντινού Μουσείου και ιστορικός Στάθης Γκότσης.

Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Ότι ο Ρομά που παίζει κανονάκι πήρε ο ίδιος την πρωτοβουλία και έφτιαξε ένα μουσικό σχήμα που έπαιξε στο μουσείο παραδοσιακές μουσικές. Το συγκρότημα, που έγινε με αφορμή το πρόγραμμα, πήρε το όνομα «Sam Roma» («Είμαι Ρομά») και οι μουσικές του θα αποτελέσουν το σάουντρακ της ταινίας που ετοιμάζει η Μαρίνα Δανέζη.

Σημαίνει ότι τα παιδιά της Αγίας Βαρβάρας που επισκέφθηκαν το μουσείο, με δική τους πρωτοβουλία ανέλαβαν να φέρουν στο μουσείο και τους φίλους τους που δεν το είδαν και θα είναι σαν γιορτή, γιατί θα φέρουν μαζί και τα μουσικά τους όργανα για να παίξουν. Δηλαδή τα ίδια τα μέλη της τσιγγάνικης κοινότητας λειτουργούν ως διαμεσολαβητές και είναι οι ίδιοι που υλοποιούν το πρόγραμμα. Ένας τέτοιος διαμεσολαβητής στο πρόγραμμα είναι ο κοινωνιολόγος – και τσιγγάνος ο ίδιος – Γιάννης Γεωργίου. «Για τους τσιγγάνους είναι μια σπουδαία εμπειρία να μπαίνουν πρώτη φορά σε τέτοιο χώρο και να τους ζητείται η γνώμη τους, να έχουν και οι ίδιοι λόγο. Να νιώθουν ότι δεν είναι ο απόλυτος Άλλος που ζει έξω από την κοινωνία. Μια μέρα, ανάμεσα σε μια ομάδα που ξεναγούνταν στο μουσείο, βρισκόταν ένας τσιγγάνος που φτιάχνει ψηφιδωτά. Μπροστά στις συλλογές των ψηφιδωτών έγινε εκείνος ο ξεναγός μας», μας λέει.

«Θέλουμε νερό, θέλουμε φως, θέλουμε σπίτια»

Ο Νίκος Αναγνωστόπουλος, ένας εκ των σκηνοθετών, έκανε την πρώτη του ταινία για τους τσιγγάνους «Στην άκρη της πόλης», πριν από 20 χρόνια. Έχει ήδη υλικό 80 ωρών για μία ακόμη ταινία που γίνεται κατά παραγγελία του Πανεπιστημίου Αθηνών, μέρος της οποίας έχει παρουσιαστεί στο Βυζαντινό Μουσείο, ενώ ετοιμάζει μία τρίτη ταινία με θέμα τις φυλές των τσιγγάνων. Ο ίδιος έχει ήδη αναπτύξει αληθινές σχέσεις φιλίας μαζί τους. «Ωστόσο όταν πηγαίνω στους καταυλισμούς στην αρχή είναι θυμωμένοι και δύσπιστοι. Εκείνο που γνωρίζουν είναι ότι έρχονται διάφοροι, τους δημιουργούν προσδοκίες και μετά τους ξεχνάνε. Γι’ αυτούς κάθε άνθρωπος με κάμερα αντιπροσωπεύει το σύστημα που τους έχει αποκλείσει. Έπειτα το πρώτο που λένε είναι “θέλουμε νερό, θέλουμε φως, θέλουμε σπίτια”» μας αφηγείται.
Στις 28 Μαΐου το πρόγραμμα τυπικά τελειώνει. Αλλά για όσους συμμετείχαν, τους συντονιστές και τους Ρομά, αυτό θα είναι μόνο μία τυπική λήξη, γιατί κανείς δεν θέλει να καταγραφεί ως μία ακόμα αποσπασματική προσπάθεια χωρίς συνέχεια. Άλλωστε, όπως λέει και το τραγούδι, «Τσιγγάνο είναι ωραίο να σε λένε, τσιγγάνος είναι δύσκολο να είσαι».

Πού πας, καραβάκι, στο μουσείο;

Τον τελευταίο καιρό μπαίνοντας στο Βυζαντινό Μουσείο αμέσως αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είναι μόνο το πρόγραμμα για τους Ρομά που συνιστά τον κοινωνικό του προσανατολισμό. Η ίδια η ύπαρξη ενός μουσείου οφείλει να αποτελεί μέρος των όσων συμβαίνουν γύρω μας. Και ιδού: στην αυλή του στέκει ένα καραβάκι, ένα ψαροκάικο, που κάποτε μετέφερε μετανάστες. Η βάρκα καλύπτεται από 10.000 τάματα, σαν εκείνα που οι πιστοί αφήνουν μπροστά στις εικόνες της εκκλησίας.

Κάθε ένα από τα τάματα φέρει χαραγμένο το όνομα και την προέλευση του μετανάστη. Tutia, Αφγανιστάν 1996. Hassan, Παλαιστίνη 1960. Sara, Συρία 2003… Χιλιάδες ψυχές που αναζήτησαν μία καλύτερη ζωή, πληρώνοντας με την ίδια τη ζωή τους, χαραγμένες πάνω σε αυτές τις πλάκες, αιώνια σύμβολα παράκλησης. Το έργο είναι της εικαστικού Καλλιόπης Λεμού.

Καθώς όμως το μουσείο είναι ανοιχτό μέχρι τις 8 το βράδυ, μια βόλτα και στα ενδότερα των συλλογών του εκπλήσσει ευχάριστα. Οι άνθρωποί του φρόντισαν ώστε η απουσία των εκθεμάτων που ταξιδεύουν στη Νέα Υόρκη να μην γίνει αισθητή με κενές προθήκες. Κάποια αντικείμενα αντικαταστάθηκαν με ψηφιακά ολογράμματα, τα οποία με εντυπωσιακό τρόπο αποδίδουν το έκθεμα τόσο πραγματικά, που νομίζει κανείς ότι μπορεί να το αγγίξει. Αλλά η ίδια απουσία έγινε αφορμή να παρουσιαστούν για πρώτη φορά στην Αθήνα οκτώ πολύ σημαντικές βυζαντινές και μεταβυζαντινές εικόνες, που προέρχονται από τις εκκλησίες της Καστοριάς και ανήκουν στη συλλογή της Ιεράς Μητρόπολης Καστοριάς. Αξίζει να σταθούμε αρκετή ώρα μπροστά στον Χριστό Παντοκράτορα (14ος αιώνας), την αμφιπρόσωπη εικόνα που στη μία πλευρά φέρει την κατανυκτική Αποκαθήλωση και στην άλλη τη Θεοτόκο Παντάνασσα (15ος αιώνας), αλλά και μπροστά στην εικόνα της Παναγίας Παραμυθίας που στο πίσω μέρος της έχει τη συγκινητική «Άκρα Ταπείνωση (15ος αιώνας).

Αφήνοντας πίσω μας τις εικόνες της Καστοριάς θα δούμε τοιχογραφίες που προέρχονται από τους βυζαντινούς ναούς της Αττικής, αυτές τις μικρές, αρμονικές και κομψές εκκλησίες. Ας σηκώσουμε ψηλά το κεφάλι για να δούμε ολόφωτο τον τρούλο με τον Χριστό Παντοκράτορα από το παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου στη Σπηλιά Πεντέλης (13ος αιώνας).

Η εκκλησία της Κοίμησης της Παναγίας, γνωστή ως Επισκοπή Ευρυτανίας, με τρία στρώματα τοιχογραφίες (9ος, 11ος, 13ος αι.) καταβυθίστηκε τη δεκαετία του 1960 από το φράγμα του Αχελώου και την τεχνητή λίμνη των Κρεμαστών. Ό,τι περιέσωσαν οι αρχαιολόγοι το βλέπουμε στο Βυζαντινό Μουσείο, αποτοιχισμένες τοιχογραφίες, αλλά και το χτιστό μεταβυζαντινό τέμπλο.

Και αφού περιηγηθούμε μέσα στην καθημερινότητα του Βυζαντίου, τις σχέσεις της Αυτοκρατορίας με τη Δύση, την τελευταία καλλιτεχνική αναλαμπή πριν από την Άλωση και τα χρόνια μετά την Άλωση ώς τα νεότερα χρόνια και ξαναβγούμε στην αυλή για μία ανάσα, ας μπούμε στο Μέγαρο της Δούκισσας της Πλακεντίας, το οποίο φιλοξενεί περιοδικές εκθέσεις.

Η φορητή  Αγία Τράπεζα

Εκεί μας περιμένει μία μικρή λίθινη φορητή Αγία Τράπεζα που ήρθε από το Μουσείο Cluny στο Παρίσι και θα μείνει ώς τις 3 Αυγούστου. Όταν χρειαζόταν να τελεστεί θεία λειτουργία εκτός ναού, στη Δύση χρησιμοποιούσαν τέτοιες μικρές λίθινες Τράπεζες και η συγκεκριμένη στο εσωτερικό της φέρει λείψανα τεσσάρων αγίων. Στην Ανατολή τον ρόλο της Αγίας Τράπεζας έπαιζαν υφάσματα ή ξύλα, τα «αντιμήνσια», που πάνω τους φέρουν συμβολικές παραστάσεις. Σε αυτή τη μικρή έκθεση η Δυτική Αγία Τράπεζα συναντάει τα αντιμήνσια της Ανατολής και συνδιαλέγονται μεταξύ τους, καθώς αποτελούν την πρώτη από μια σειρά εκθέσεων που θα οργανώσει το μουσείο με θέμα «Βυζάντιο και Δυτικός Μεσαίωνας».

Στον επάνω όροφο ο ζωγράφος Γιώργος Χατζημιχάλης ώς τις 6 Ιουλίου μας αφηγείται με την εγκατάσταση το ταξίδι ενός φανταστικού ζωγράφου που ξεκίνησε από την Κωνσταντινούπολη το 1221 για να φτάσει στη Βενετία και μετά στη Ρώμη.
Το ταξίδι στον χώρο και στον χρόνο του φανταστικού ζωγράφου γίνεται ο θεωρητικός στοχασμός του καλλιτέχνη γύρω από την εικαστική παράδοση και τις εικονογραφικές ρίζες της Αναγέννησης που ανιχνεύονται στη βυζαντινή ζωγραφική. 
Δύο περιοδικές εκθέσεις που αποτελούν δύο μόνο κεφάλαια του «βιβλίου» Ανατολή - Δύση, που ανοίγει με εκθέσεις το μουσείο και θα κλείσει με τη μεγάλη έκθεση για τον Ελ Γκρέκο το ερχόμενο φθινόπωρο.

Βγαίνοντας και για το τέλος ας σκεφτούμε όσα είδαμε κάνοντας μία βόλτα στους κήπους του μουσείου ή πίνοντας κάτι στο κομψό καφέ που ήδη λειτουργεί. Η ηρεμία του χώρου αποζημιώνει…

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.