05/06/2020 20:29:10

Ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος

Ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος - Media

16 Ιουνίου έως 18 Ιουλίου 1913

Ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος τελείωσε με επικράτηση της Σερβίας και της Ελλάδας, οι οποίες πέτυχαν σημαντικές νίκες στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας και των κεντρικών Βαλκανίων. Λίγους μήνες μετά τη λήξη του Β’ Βαλκανικού Πολέμου θα άρχιζε η μεγάλη και επώδυνη σύγκρουση του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, που θα έβαζε και πάλι τα βαλκανικά κράτη σε πολεμικές περιπέτειες

Πριν καλά - καλά τελειώσει ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος, η Βουλγαρία στράφηκε εναντίον των υπόλοιπων χωρών του βαλκανικού συνασπισμού, τη Σερβία, την Ελλάδα, τη Ρουμανία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, προκειμένου να πετύχει ευνοϊκότερη διανομή των ευρωπαϊκών εδαφών που αποσπάστηκαν από την τελευταία στον προηγούμενο πόλεμο. Οι πολεμικές αυτές συγκρούσεις κράτησαν περίπου έναν μήνα, από τις 16 Ιουνίου έως τις 18 Ιουλίου 1913.

Οι πολεμικές συγκρούσεις ολοκληρώθηκαν με την επικράτηση της Σερβίας και της Ελλάδας, οι οποίες πέτυχαν σημαντικές νίκες στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας και των κεντρικών Βαλκανίων. Η ήττα αυτή κατέστρεψε τις βλέψεις για τη δημιουργία μιας μεγάλης Βουλγαρίας. Έτσι, η λήξη του Β’ Βαλκανικού Πολέμου βρίσκει τη Ρουμανία να έχει αποσπάσει την πρώην βουλγαρική Δοβρουτσά και την Οθωμανική Αυτοκρατορία να ανακαταλαμβάνει την περιοχή της Αδριανούπολης.

Ωστόσο, στην περιοχή δεν έμελλε να επικρατήσει ηρεμία, μια και η Ευρώπη βρισκόταν στα πρόθυρα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, που θα παρέσυρε εκ νέου τα βαλκανικά κράτη σε πολεμικές περιπέτειες.

Βουλγαρικές βλέψεις

Η λήξη του Α’ Βαλκανικού Πολέμου είχε αφήσει ανοιχτές τις διαφορές μεταξύ των μελών του βαλκανικού συνασπισμού όσον αφορούσε τη διανομή των νεοαποκτηθέντων πρώην οθωμανικών εδαφών. Η Βουλγαρία ένιωθε αδικημένη σε σχέση με τη Σερβία και την Ελλάδα. Αν και είχε συνάψει συμφωνία διανομής με τη Σερβία, η τελευταία δεν συνέχισε να την αναγνωρίζει, μια και ένα τμήμα του προβλεπόμενου από τη συμφωνία μεριδίου της γινόταν ανεξάρτητη ηγεμονία – αυτή της Αλβανίας – και έχανε τη δυνατότητα να βρει διέξοδο στην Αδριατική. Αντίθετα, με την Ελλάδα δεν υπήρξε συμφωνία διανομής. Η Σερβία από τη μεριά της αναγνώριζε το Πρωτόκολλο Αθηνών (1913), δηλαδή τα δικαιώματα κατοχής του ελληνικού στρατού, ενώ η Βουλγαρία από τη μεριά της επεδίωκε την έξωση των Ελλήνων από τα εδάφη αυτά, προκειμένου να ιδρύσει την προβλεπόμενη Μεγάλη Βουλγαρία της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου.

Στο διάστημα της κυριαρχίας τους στην Ανατολική Μακεδονία οι Βούλγαροι διέπραξαν εγκλήματα κατά των αλλόθρησκων Τούρκων κατοίκων και εξανάγκασαν τους ομόθρησκούς τους ορθόδοξους Έλληνες και Σέρβους να υπαχθούν στη βουλγαρική Εξαρχία. Παράλληλα επέβαλαν στους ντόπιους πληθυσμούς αφενός να μιλούν τη βουλγαρική γλώσσα και αφετέρου να εκβουλγαρίσουν τα ονόματά τους. Χαρακτηριστικό των βλέψεων και της επεκτατικής πολιτικής των Βούλγαρων είναι το ότι στο νεκροταφείο των Σερρών άλλαζαν τις καταλήξεις στα ονόματα των τάφων προκειμένου να φαίνεται ότι στην περιοχή υπήρχαν βουλγαρικής καταγωγής κάτοικοι!

Απόφαση πολέμου

Κατόπιν της στρατιωτικής εκτίμησης ότι ο στρατός τους υπερέχει πολλαπλώς των αντίπαλων δυνάμεων, οι Βούλγαροι έλαβαν την απόφαση να επιτεθούν αιφνιδιαστικά εναντίον της Ελλάδας και της Σερβίας. Η επιθετική πολιτική που ανέπτυσσε η Βουλγαρία αλλά και ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε στο διάστημα που είχε καταλάβει την Ανατολική Μακεδονία ένωσαν τη Σερβία με την Ελλάδα. Οι δυο αυτές χώρες θεώρησαν ως κοινό κίνδυνο τη δράση της Βουλγαρίας και συνδέθηκαν με αμυντική συμφωνία, γνωστή ως «Συνθήκη συμμαχίας Θεσσαλονίκης».

Η συμφωνία αυτή, που υπογράφτηκε σύμφωνα με το παλιό ημερολόγιο στις 17 Μαΐου ή αλλιώς, σύμφωνα με το νέο, την 1η Ιουνίου του 1913, είχε αμυντικό χαρακτήρα και ερχόταν με τον επισημότερο τρόπο να επιβεβαιώσει την ουσιαστική διάσπαση του ενιαίου βαλκανικού μετώπου. Οι νικητές του Α’ Βαλκανικού Πολέμου εμφανίζονταν αντιμέτωποι, Έλληνες και Σέρβοι από την μία πλευρά, Βούλγαροι από την άλλη. Παρ’ όλα αυτά, η πολεμική ανάφλεξη δεν αποτέλεσε την αυτόματη συνέπεια της διπλωματικής πράξεως της 17ης Μαΐου / 1ης Ιουνίου 1913. Από τη μεριά τους, οι κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Σερβίας έδειξαν αποφασισμένες να σεβαστούν τον αμυντικό χαρακτήρα της συμφωνίας και να μην αναλάβουν σε καμία περίπτωση επιθετική πρωτοβουλία εναντίον της Βουλγαρίας.

Χαρακτηριστική των διαθέσεων της ελληνικής πλευράς ήταν η δήλωση του Βενιζέλου: «Και μετά την υπογραφήν της ελληνοσερβικής συνθήκης έπραξα ό,τι ήτο ανθρωπίνως δυνατόν διά να φτάσω εις ειρηνικόν και επιεική διακανονισμόν των ζητημάτων μετά της Βουλγαρίας…». Φαίνεται πιθανόν τη διαπραγματευτική διάθεση των Ελλήνων και των Σέρβων να την παρερμήνευσαν οι Βούλγαροι, εκλαμβάνοντάς την ως αδυναμία. Το θέμα και τις εξελίξεις των βαλκανικών προστριβών τις παρακολουθούσαν και τις χειραγωγούσαν μάλιστα κατά τα συμφέροντά τους οι ισχυρές δυνάμεις της εποχής, που είχαν βλέψεις στη βαλκανική χερσόνησο. Η Αυστρία, για παράδειγμα, υποστήριζε τις διεκδικήσεις της Ρουμανίας στη βουλγαρική Δοβρουτσά με αντάλλαγμα την παραχώρηση της Θεσσαλονίκης στη Βουλγαρία. Από την πλευρά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η ανάληψη της εξουσίας από τους Νεότουρκους υπό την ηγεσία του Εμβέρ Πασά και του Ταλαάτ Πασά μετά την παραίτηση των φιλελευθέρων προοιωνίζονταν δυσάρεστες εκπλήξεις για το μέλλον.

Οι Βούλγαροι, παρά τις έντονες διπλωματικές διεργασίες που έλαβαν χώρα υπό τον υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας, ο οποίος κάλεσε τους πρωθυπουργούς των χριστιανικών βαλκανικών κρατών σε διάσκεψη στην Πετρούπολη, υπό τη διαιτησία του Τσάρου, για την εξομάλυνση των διαφορών, δεν έδειξαν διάθεση να λυθούν αυτές διπλωματικά και επέμειναν στην πολεμική σύρραξη. Έτσι, στις 17 / 30 Ιουνίου τα βουλγαρικά στρατεύματα χτύπησαν τις ελληνικές και σερβικές προφυλακές στη Γευγελή και τη Νιγρίτα. Ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος είχε αρχίσει!

Οι αντίπαλες παρατάξεις

Από τη μεριά του, ο ελληνικός στρατός στη διάρκεια του Β’ Βαλκανικού Πολέμου είχε αυξηθεί κατά πολύ με εκγυμνάσεις και νεότερων κλάσεων και της παρένταξης αυτών σε παλαιότερες μονάδες. Ο ελληνικός στρατός τέθηκε υπό την αρχιστρατηγία του βασιλέως Κωνσταντίνου του Α’ με επιτελάρχη τον συνταγματάρχη Β. Δούσμανη και η συνολική του δύναμη ανερχόταν σε πεζικό: 118.000, ιππικό: 1.000 και 176 πυροβόλα όπλα.

Από σερβικής πλευράς, ο στρατός, όπως και ο ελληνικός, είχε ενισχυθεί ιδιαίτερα με την είσοδο νεότερων κλάσεων με παρένταξη αυτών σε υπάρχουσες μονάδες, αποφεύγοντας όμως να δημιουργήσει νέες. Ενισχύθηκε επίσης και από μια μεραρχία (12.000 άνδρες) από το Βασίλειο του Μαυροβουνίου. Έτσι, ο σερβικός στρατός που είχε ταχθεί υπό την αρχιστρατηγία του βασιλιά Πέτρου Α’ με επιτελάρχη τον Βοεβόδα Ραντομίρ Πούτνικ συγκροτείτο από 11 μεραρχίες και μια ταξιαρχία. Η συνολική δύναμη του σερβικού στρατού ήταν πεζικό: 260.000, ιππικό: 3.000 και 500 πυροβόλα όπλα.

Ο αντίπαλος βουλγαρικός στρατός είχε επίσης αυξηθεί σημαντικά, αφού εκτός της εκγύμνασης πολλών νεότερων κλάσεων κλήθηκαν και πολλές κλάσεις εθνοφρουράς από τις οποίες και δημιουργήθηκαν τέσσερις νέες μεραρχίες: η 12η, η 13η, η 14η και η 15η. Ο βουλγαρικός στρατός είχε ταχθεί υπό την αρχιστρατηγία του βασιλέως Φερδινάνδου με βοηθό τον στρατηγό Μιχαήλ Σαβόφ, μέχρι τις 21 Ιουνίου (π.ημ.), όταν ανέλαβε ο στρατηγός Ράντκο Δημητρίεφ. Αυτοί ήταν και οι πραγματικοί αρχιστράτηγοι με γενικό επιτελάρχη τον στρατηγό Φίτσεφ.

Η συνολική δύναμη του βουλγαρικού στρατού ξεπερνούσε τους 576.878 άνδρες με 1.116 πυροβόλα. Συνεπώς, ο βουλγαρικός στρατός υπερείχε συντριπτικά της αντίπαλης συμμαχίας Ελλήνων και Σέρβων τόσο σε άνδρες όσο και σε πυροβολικό.
Η υπεροχή αυτή σε συνδυασμό με το βουλγαρικό μεγαλοϊδεατισμό που είχε δημιουργήσει η παλαιότερη, κατά 35 χρόνια, συνθήκη του Αγίου Στεφάνου ήταν αυτά που οδήγησαν τη Βουλγαρία στην τυχοδιωκτική απόφαση να στρέψει τα όπλα της κατά των συμμάχων της, σ’ έναν ακήρυχτο μεν, αλλά και αιφνίδιο πόλεμο.

Ο πόλεμος έληξε ουσιαστικά με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913), δημιουργώντας μια νέα κατάσταση στα Βαλκάνια. Η Ελλάδα προσάρτησε τη νότια Μακεδονία με τη Θεσσαλονίκη, την Καβάλα μέχρι τις εκβολές του Νέστου ποταμού, τη Νότια Ήπειρο και την Κρήτη.

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.