19/11/2018 21:06:34
12.7.2010

Στεφανία Γουλιώτη

Στεφανία Γουλιώτη - Media

Συνέντευξη στη Ναταλί Χατζηαντωνίου

Παλαιότερα ομολόγησε ότι είχε αντισταθεί τόσο πολύ στις σκηνοθετικές υποδείξεις του Πέτερ Στάιν που οι σχέσεις τους κατέληξαν να μην είναι και οι καλύτερες. Αλλά και τώρα η Στεφανία Γουλιώτη παραδέχεται ότι έρχεται συχνά σε ρήξη με τους συνεργάτες της. Αναλαμβάνει πάντως πλήρως την ευθύνη. Άλλωστε αυτός ο μάλλον γόνιμος «τσαμπουκάς» ούτε σπουδαίους σκηνοθέτες αποθάρρυνε από το να την επιλέξουν, ούτε το κοινό από το να τη θεωρεί μια απέραντα ταλαντούχα ηθοποιό. Κι ύστερα όταν μιλάει για «ρήξη» ή για «τσακωμούς», εννοεί κυρίως πάθος, αυτό που είναι το ζητούμενο από έναν νέο ηθοποιό. Ίσως και το μοναδικό κίνητρο μιας θεατρικής γενιάς που δεν μπορούσε εξαρχής να ποντάρει στην οικονομική ανταπόδοση. Στα 30 της η Γουλιώτη επιστρέφει με το ίδιο πάθος στην «Ηλέκτρα». Όχι αυτήν που είχε πρωτοσυστήσει στο μεγάλο κοινό η ερμηνεία της στην, κατά Στάιν, τραγωδία του Σοφοκλή. Αλλά στην πιο ώριμη «Ηλέκτρα», του ευριπίδειου «Ορέστη» που, με Ορέστη τον Νίκο Κουρή, θα φέρει στην Επίδαυρο ο Γιάννης Χουβαρδάς και το Εθνικό Θέατρο, στις 30 και 31 Ιουλίου.

Φέτος είναι η έβδομη φορά σας στην Επίδαυρο; Το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου «συνηθίζεται»;

Σ.Γ.: Ποτέ δεν αντιλαμβάνεσαι απολύτως το μέγεθός του. Όταν πρωτοπάς είναι τρομαχτικό. Σιγά-σιγά αρχίζεις και νιώθεις πως είναι μια αγκαλιά. Κι όπως δεν βαριέσαι και δεν συνηθίζεις την αγκαλιά, έτσι δεν το συνηθίζεις κι αυτό.

Συμμετείχατε και σε παραστάσεις που καταρρακώθηκαν από τα «γιούχα»...

Σ.Γ.: Είναι φρικτό, όποτε συμβαίνει αυτό. Δέχομαι ότι μια παράσταση μπορεί να είναι κακή. Παρόλα αυτά, εγώ είμαι εκεί, εκτεθειμένη, φέροντας το ονοματεπώνυμό μου, ενώ οποιοσδήποτε εκφράζει τη γνώμη του έτσι ακραία, στη διάρκεια της παράστασης, το κάνει παραμένοντας ανώνυμος και κρυμμένος. Κάνει εκεί δηλαδή, προστατευμένος απ’ το πλήθος, όσα δεν τολμάει να κάνει στη ζωή του.

Διαφωνείτε με το να εκφράζει το κοινό τη γνώμη του;

Σ.Γ.: Καθόλου. Οφείλει όμως να σεβαστεί την παράσταση μέχρι να τελειώσει. Όπως επίσης οφείλει να σεβαστεί ακόμα και τον έναν μεταξύ των 14.000, που του αρέσει ό,τι βλέπει. Γι’ αυτό με τα «γιούχα» εξαγριώνομαι, ακόμα περισσότερο ως θεατής. Στο κάτω-κάτω ας φύγουν όλοι κι ας μείνουν οι πέντε που θέλουν.

Υπάρχουν και θεατές που έρχονται προκατειλημμένοι;

Σ.Γ.: Υπάρχουν αρκετοί που σχηματίζουν άποψη στα πρώτα δέκα λεπτά. Κι άλλοι που κάπου, κάτι διάβασαν κι έρχονται με προσχηματισμένη άποψη. Κάποιος π.χ. έγραψε ότι ο φετινός Χορός του Χουβαρδά είναι «σαν πενταήμερη εκδρομή». Το διαβάζει ο άλλος και σκέφτεται «Τι μαλακία! Θα πάω να το κράξω».

Φαντάζομαι πάντως ότι απ’ τον Χουβαρδά δεν θα πρέπει να περιμένουμε μια συμβατική παράσταση.

Σ.Γ.: Δεν είναι συμβατική παράσταση, αλλά ούτε και προκλητική. Πιστεύω ότι έχει συλλάβει και φωτίσει κάποιες πολύ σπουδαίες λεπτομέρειες. Κι ότι αυτές τις λεπτομέρειες τολμάει να τις εμπιστευτεί, πράγμα σπανιότατο στην τραγωδία όπου θεωρείται ότι τα πάντα πρέπει να είναι έκρηξη. Η διάθεσή του είναι να πάει πολύ βαθιά. Αλλά δεν είναι κι ο μόνος υπεύθυνος για ό,τι θα συμβεί. Σε μεγάλο βαθμό είμαστε συνυπεύθυνοι.

Μετά την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή το 2007, αυτή είναι η δεύτερη «Ηλέκτρα» σας...

Σ.Γ.: Ναι. Αλλά είναι κι άλλος ρόλος, άλλος σκηνοθέτης, άλλο έργο, άλλος συγγραφέας. Κι ελπίζω να είμαι κι εγώ άλλος άνθρωπος.

Ποιες είναι σε αδρές γραμμές οι διαφορές μεταξύ της Ηλέκτρας του Σοφοκλή κι αυτής του Ευριπίδη;

Σ.Γ.: Αν η προηγούμενη Ηλέκτρα ήταν μια έκρηξη, αυτή είναι ένα κάρβουνο που σιγοκαίει. Αυτή η Ηλέκτρα είναι στεγνή, κουρασμένη, βαριά και πιο συμπαντική. Η προηγούμενη ήταν του «εδώ και τώρα, να δράσουμε». Δεν είχε αυτολύπηση, δεν την έπαιρνε από κάτω. Η τωρινή Ηλέκτρα έχει τελειώσει κάπως με τη δράση. Δεν είναι τυχαίο πως ξεκινάει λέγοντας ότι η ανθρώπινη φύση είναι φτιαγμένη για να αντέχει τα πάντα: Έχει καταλάβει ότι είναι φτιαγμένη για να υπομένει και να φέρει αυτό το βάρος. Κι αυτή είναι μια άγρια συνειδητοποίηση. Και για τον ηθοποιό. Κάποια στιγμή που ήμουν σε φοβερή ένταση για κάποιο προσωπικό μου θέμα, μου ήταν αδύνατον να πω αυτή τη φράση στην πρόβα.

Τέτοια λόγια σε «σκάβουν»; Σε κάνουν να τρομάξεις, να κλάψεις, να ωριμάσεις;

Σ.Γ.: Το προσωπικό «σκάψιμο» προϋποθέτει διαύγεια. Δεν είσαι όμως πάντα έτσι. Άλλοτε υπάρχουν πολύ κακές πρόβες όπου τα περνάς όλα αυτόματα. Κι άλλοτε ξυπνάς. Εγώ πχ. σε κάποιο σημείο λέω τη φράση «αυτός εδώ ψυχορραγεί». Έως τώρα απλώς την περνούσα. Και ξαφνικά σκέφτηκα ότι υπάρχει λόγος που ο συγγραφέας διάλεξε τη συγκεκριμένη έννοια: Είναι διαφορετικό κάποιος να ψυχορραγεί και διαφορετικό να πεθαίνει. Ταράχτηκα...

Η διαύγεια απαιτείται μόνον από τον ηθοποιό;

Σ.Γ.: Κάποτε είχα πει -κι ακόμα το πιστεύω- ότι ηθοποιοί και θεατές είμαστε σύμμαχοι ή και συνένοχοι. Δεν μπορεί εγώ να έχω περάσει 3,5 μήνες προβών, προσπαθώντας να βγάλω από μέσα μου τα πιο περίεργα πράγματα κι εσύ να έρχεσαι να με δεις σαν να πηγαίνεις εκδρομή. Θέλω να είσαι εξίσου διαυγής, ώστε να ακούσεις ό,τι θα σου πω, όχι επειδή εγώ το έχω καταλάβει, αλλά επειδή μπορώ να γίνω το μέσον που θα σου επιτρέψει να καταλάβεις. Αν κι οι δύο δεν καταλάβουμε ή αν τίποτε δεν συμβεί, τότε είμαστε συνένοχοι.

Εκτός από τον Χουβαρδά, έχετε συνεργαστεί και με άλλους σκηνοθέτες με πολύ ισχυρή προσωπική άποψη: Στάιν, Βογιατζής, Γκότσεφ. Αυτό τι προϋπέθετε καταρχήν; Πειθαρχία;

Σ.Γ.: Διαθεσιμότητα και αυτοαμφισβήτηση. Πρέπει να είσαι, ανά πάσα στιγμή, έτοιμος να ακυρώσεις ό,τι είσαι, πράγμα που απαιτεί τρομερή δύναμη. Αλλά ακόμα και τότε δεν είναι σίγουρο ότι θα το πετύχεις. Κι αυτό γιατί η καθημερινότητα που ζεις, σε έχει αναγκάσει να έχεις τόσο ισχυρό εγωισμό και τόσο ισχυρή θέση στα πράγματα, που η αυτοαμφισβήτηση είναι σχεδόν αδύνατη. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να αμφισβητήσεις όσα έχεις αποφασίσει ότι είναι σωστά. Έτσι προκύπτουν οι μεγάλες ρήξεις και αντιδράσεις...

Εσείς τα ‘χετε καταφέρει;

Σ.Γ.: Στη διαθεσιμότητα, ναι. Στην αυτοαμφισβήτηση, όχι ιδιαίτερα. Γιατί τότε φτάνεις σε σημεία που τρομάζεις με τον εαυτό σου. Γι’ αυτό και με τέτοιους σκηνοθέτες όλα ξεκινούν ωραία κι εξελίσσονται ωραία μέχρι τη στιγμή που ξυπνάει μέσα σου η προσωπική αντίσταση κι έρχεσαι σε ρήξη.

Σας έχει συμβεί;

Σ.Γ.: Μα, εγώ έχω έρθει σε ρήξη με όλους. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχω τσακωθεί.

Τι μπορεί να σας ενοχλήσει περισσότερο;

Σ.Γ.: Να μου φερθεί κάποιος σαν να είμαι μηχανή: «τώρα πάτα το κουμπί και δος μου αυτό». Ως ηθοποιός μπορείς κι αυτό να το κάνεις, αλλά ξέρεις και πότε είσαι ψεύτης. Φυσικά το θέατρο είναι ψέμα. Αλλά υπάρχουν στιγμές που το ψέμα ακουμπάει μια κρυμμένη αλήθεια. Αντίθετα όταν δεν υπάρχει καμία σύνδεση μεταξύ του ψέματος που ξέρεις ότι λες, και της αλήθειας, τότε σιχαίνεσαι τον εαυτό σου και βγαίνεις εκτός ορίων. Παίζει ρόλο και πόσο τρομαχτική είναι η συνειδητοποίηση του «τι πιστεύω πως είμαι» και «τι είμαι πραγματικά».

Από τους σκηνοθέτες που συνεργαστήκατε είναι κι ο Στάιν στον οποίο άλλωστε έχετε μαθητεύσει. Πώς σας φάνηκε η δήλωση του να λύσει η Ελλάδα μόνη τα προβλήματά της εκτός ΟΝΕ και αν μπορέσει να επανενταχτεί μετά…

Σ.Γ.: Ο Στάιν είναι ένας πολύ ιδιαίτερος άνθρωπος. Και βέβαια δεν πιστεύω ότι όποιος έρχεται να δουλέψει στην Ελλάδα, απαγορεύεται να εκφράζεται έτσι. Θεωρώ δηλαδή τις απόψεις του απόλυτα σεβαστές. Αλλά νομίζω κι ότι ήταν λάθος η στιγμή που επέλεξε να τις εκφράσει. Είναι μεν απόλυτα σεβαστό ό,τι πρεσβεύει, αλλά ακριβώς επειδή τα σχόλιά του ήρθαν σε λάθος στιγμή, εξίσου σεβαστές είναι κι οι αντιδράσεις όσων διαφώνησαν με όσα είπε.

Απ’ την άλλη στη Γερμανία τα συνδικάτα έκαναν μια μεγάλη διαδήλωση με σύνθημα «είμαστε όλοι Έλληνες» εννοώντας πως ό,τι περνάμε εμείς σήμερα, ίσως να αφορά αύριο και τη δική τους καθημερινότητα. Αυτό πώς σας φαίνεται;

Σ.Γ.: Με κάνει να σκέφτομαι πως για άλλη μια φορά είμαστε στο επίκεντρο. Έλεγα πριν για την Ηλέκτρα και τον βαρύ κύκλο αίματος που φέρει. Κάπως έτσι φέρουμε κι εμείς περισσότερο την κατάρα των προγόνων μας και λιγότερο την ευλογία τους. Όσον αφορά τους ξένους συμπολίτες μας, πιστεύω ότι είναι πολύ όμορφο να μας συμπαραστέκονται. Ίσως όμως να είναι κι η δική τους ανάγκη να επαναστατήσουν απέναντι σ’ ένα κατεστημένο.

Ποιο είναι το κατεστημένο;

Σ.Γ.: Είναι κάποιοι «ανώνυμοι» που, επειδή βρέθηκαν στις σωστές θέσεις, κρατάνε στα χέρια τους το μέλλον εκατομμυρίων ανθρώπων. Πιστεύω συνεπώς ότι όσοι λένε «είμαστε κι εμείς Έλληνες», εννοούν ότι είναι κι εκείνοι θύματα αυτής της κρυψίνοιας που σε κάνει, ενώ έχεις όρεξη και δύναμη να επαναστατήσεις, να μην ξέρεις εναντίον ποιου. Ποιον να πιάσουμε από το λαιμό; Οι «εχθροί» κρύβονται κι αυτοί πίσω από την ανωνυμία τους. Ίσως μάλιστα κι εμείς οι ηθοποιοί να είμαστε κατά καιρούς θύματα της οργής του κοινού, ακριβώς επειδή φέρουμε ονοματεπώνυμο. Ίσως και το κοινό να κουβαλά στο θέατρο όλη αυτή την οργή μιας καθημερινότητας που δεν του επιτρέπει να διακρίνει τον εχθρό.

Ούτε οι πολιτικοί είναι ανώνυμοι...

Σ.Γ.: Είναι, όμως, κι αυτοί θύματα του κρυφού, αλλά πραγματικού πολέμου που ζούμε. Γιατί, μπορεί εμείς να μην ζήσαμε πολέμους και δικτατορίες, αλλά σήμερα ζούμε έναν πολύ πιο ύπουλο πόλεμο. Δεν ξέρουμε τον εχθρό. Υπάρχει μια αβάπτιστη «τρομοκρατία» στον αέρα. Ποια είναι; Δεν ξέρουμε πια την αλήθεια και το ψέμα. Δεν μας έλεγαν «λεφτά υπάρχουν»; Δεν μας έλεγαν ότι διέλυσαν το Ιράκ, επειδή είχε πυρηνικά;

Δεν ελπίζετε σε κάποιο κόμμα;

Σ.Γ.: Όχι. Πιστεύω ότι όλοι είναι πολύ κακοί διαχειριστές, χωρίς όραμα και πάθος και ότι, ως εκ τούτου, είναι και θύματα. Γιατί στους κακούς διαχειριστές βρίσκουν και πατάνε αυτές οι «σκοτεινές δυνάμεις». Ακούω κάποιους που λένε «να κάνουμε εκλογές». Μα τι προτείνετε; Δεν υπάρχει καμία ελπίδα από πουθενά. Γι’ αυτό πρέπει να είμαστε μαχητικοί, διεκδικώντας καθένας, τον χώρο που του ανήκει. Ζούμε σε μια εποχή που πια δεν μας επιτρέπεται να μένουμε αμέτοχοι, να μην διεκδικούμε τη θέση μας, να μην είμαστε μαχητικοί.

Στον δικό σας χώρο ποιο είναι το «κλίμα»;

Σ.Γ.: Ακόμα και μεγάλοι και καταξιωμένοι ηθοποιοί, αισθάνονται μετέωροι και φοβούνται ότι σήμερα είναι, αλλά αύριο δεν είναι. «Τι γίνεται μ’ εσάς εκεί; Σας κόβουν τους μισθούς;» με ρώταγαν κάτι Ιταλοί φίλοι μου. Τους εξήγησα ότι μας έκοψαν το 10% του μισθού κι ότι από κει που έπαιρνα 1100 ευρώ, τώρα παίρνω 1000. «Μα κι εδώ», μου λένε, «έπεσαν οι μισθοί πάρα πολύ. Όσοι έπαιρναν 700 ευρώ τη μέρα, τώρα παίρνουν 400». Έμεινα. «Αυτό θεωρείτε εσείς κρίση στην Ιταλία;» τους ρώτησα. Κι ύστερα, το πρόβλημα με το χώρο της ψυχαγωγίας και των θεαμάτων είναι ότι η κρίση θα χτυπήσει πρώτα εμάς. Το πρώτο που θα σταματήσει ο κόσμος να παρέχει σαν πολυτέλεια στον εαυτό του, είναι αυτό.

Δηλαδή δεν υπάρχουν οικονομικά πιο ευνοημένοι στη δουλειά σας;

Σ.Γ.: Όχι πια. Ούτε καν τα δέκα μεγάλα ονόματα που υπήρχαν κάποτε. Στο θέατρο δεν ξεχωρίζει τίποτα.

Αυτό αφορά ακόμα περισσότερο έναν ηθοποιό της γενιάς σας που ξέρουμε πως, όσο κι αν έχει προβληθεί, δεν μπορεί να ζήσει χωρίς συμπλήρωμα…

Σ.Γ.: Μα αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο αναγκάστηκα να χαλάσω μερικές πολύ ωραίες συνεργασίες. Είχα φτάσει 28 ετών κι ήθελα να κάνω μια δουλειά στο θέατρο που όμως δεν μου αρκούσε για να ζήσω. Έπρεπε να πάω να δουλέψω κι αλλού. Κι έτσι συμβιβάστηκα και πήγα εκεί όπου μου έδιναν λίγο περισσότερα. Παλαιότερα είχα επιχειρήσει να δουλέψω και σε μπαρ για να ζήσω, αλλά ήταν αδύνατον να είμαι το βράδυ εκεί και το πρωί στην πρόβα.

Παρόλα αυτά ευτυχώς που δεν γίνατε υπάλληλος στην πρεσβεία του Λουξεμβούργου όπως, έχετε πει, ότι ήθελαν οι δικοί σας...

Σ.Γ.: Το ‘χα πει λίγο χιουμοριστικά σε κάποια συνέντευξη. Οι δικοί μου με στήριξαν αφάνταστα σ’ ό,τι κάνω. Όπως κι η πρώτη μου δασκάλα που πέθανε πριν λίγο καιρό. Ήταν η Κυβέλη Μυράτ που με είχε μάλιστα βάλει να παίξω πρώτη φορά «Ηλέκτρα» στα 15 μου. Από τότε είχαν συνηθίσει οι δικοί μου. Κι απλώς κάποια στιγμή που άρχισαν τα πράγματα να δυσκολεύουν, σκέφτηκαν μήπως κάνω κάτι άλλο.

Η τέχνη κι οι καλλιτέχνες δεν έχουν πάντα τον τρόπο να επικοινωνούν;

Σ.Γ.: Το μόνο σίγουρο είναι ότι και με τίποτα, θα βγούμε στους δρόμους και θα παίζουμε. Κι όσοι αντέξουμε. Βέβαια, κι αυτό μια κουβέντα είναι. Γιατί μπορεί μεταξύ μας οι καλλιτέχνες να κάνουμε πολύ ωραίες συζητήσεις του τύπου «Θα κλείσουμε τους δρόμους και θα παίζουμε, ακόμα και χωρίς λεφτά, θα παίζουμε θέατρο μέσα στις εκκλησίες», αλλά όταν τρέχει το ενοίκιο, δεν ξέρω κατά πόσον σου επιτρέπεται να κάνεις τέτοια όνειρα.

Θα φεύγατε ποτέ από την Ελλάδα;

Σ.Γ.: Σκέψεις για φυγή υπάρχουν. Αλλά ας είμαστε και λίγο ρεαλιστές. Εγώ κάνω μια δουλειά που συνδέεται άμεσα με το λόγο. Όπου και να πάω και ό,τι και να κάνω, θα είμαι ξένη. Αυτό το «ψυχορραγεί», πώς θα το απέδιδα σε μία άλλη γλώσσα;

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.