17/11/2018 16:14:59

Η συνταγματική αυτο-εκτροπή


«Το κόμμα που δεν θα ψηφίσει κανέναν υποψήφιο για την Προεδρία της Δημοκρατίας για να οδηγηθεί η χώρα σε εκλογές, σφετερίζεται την αρμοδιότητα για πρόωρη διάλυση της Βουλής, ενώ δεν την έχει από το Σύνταγμα» επισήμανε το 2009 ο καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου κ. Γιώργος Κασιμάτης.
 
«Το Σύνταγμα, χάριν της κυβερνητικής σταθερότητας, δεν επιτρέπει την πρόωρη διάλυση της Βουλής για οποιονδήποτε λόγο. Μόνο για τέσσερις λόγους επιτρέπει την πρόωρη διάλυση: (α) όταν, μετά τις εκλογές, δεν τελεσφορήσει σχηματισμός κυβέρνησης με εμπιστοσύνη της Βουλής, (β) όταν η κυβέρνηση χάσει την εμπιστοσύνη της Βουλής και δεν μπορεί να την αποκτήσει άλλο κυβερνητικό σχήμα, (γ) όταν παραιτηθούν ή καταψηφιστούν την ίδια περίοδο δύο κυβερνήσεις και το τρίτο κυβερνητικό σχήμα δεν εξασφαλίζει κυβερνητική σταθερότητα και (δ) όταν η ίδια η κυβέρνηση προτείνει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τη διάλυση της Βουλής για ανανέωση της λαϊκής εντολής προκειμένου να αντιμετωπίσει εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας. Αν ένα κόμμα δηλώσει ότι δεν θα ψηφίσει κανέναν υποψήφιο για την Προεδρία της Δημοκρατίας, προκειμένου να οδηγηθεί υποχρεωτικά η χώρα σε εκλογές για την ανάδειξη κυβέρνησης, με το επιχείρημα ότι η χώρα χρειάζεται νέα κυβέρνηση, προκαλεί την πρόωρη διάλυση της Βουλής για λόγο που δεν προβλέπει ούτε επιτρέπει το Σύνταγμα και, επιπλέον, σφετερίζεται την αρμοδιότητα για πρόωρη διάλυση της Βουλής, ενώ δεν την έχει από το Σύνταγμα». Σωστά, άρα σφετερισμός της Προεδρικής εκλογής με σκοπό τη διάλυση της Βουλής και την προκήρυξη προώρων εκλογών συνιστά συνταγματική εκτροπή – με βάση αυτά τα άρθρα του Συντάγματος.

Όμως το Σύνταγμά μας αυτοαναιρείται ή αυτο-εκτρέπεται, τόσο περί αυτού όσο και της ίδιας της διακήρυξής του περί της μορφής του πολιτεύματος. Με το άρθρο 32, παρ. 4 προβλέπεται πως «αν δεν επιτευχθεί ούτε και στην τρίτη ψηφοφορία η αυξημένη αυτή πλειοψηφία (σημ.: 3/5 των βουλευτών = 180), η Bουλή διαλύεται μέσα σε δέκα ημέρες από την ψηφοφορία, και προκηρύσσεται εκλογή για ανάδειξη νέας Bουλής». Αυτή η αυτοαναίρεση των διατάξεών του αφορά άμεσα και στο άρθρο 1, όπου αναφέρεται η μορφή του πολιτεύματος: «Tο πολίτευμα της Eλλάδας είναι Προεδρευόμενη Kοινοβουλευτική Δημοκρατία». Μα, αν τα κόμματα της Βουλής ακόμα και διάλυση της Βουλής μπορούν να προκαλέσουν μη ψηφίζοντας Πρόεδρο Δημοκρατίας, τότε είναι σαφές πως η κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν «προεδρεύεται», αλλά προεδρεύει τον Πρόεδρο, αλλά και ακόμα χειρότερα. Με μοχλό αυτόν μπορεί να διαλύσει τη Βουλή και να προξενήσει πρόωρες εκλογές, που άλλωστε και οι πρόωρες εκλογές συνιστούν συνταγματική «υπέρβαση», ου μην εκτροπή, ιδιαιτέρως βέβαια αν δεν συντρέχουν οι λόγοι που επισημαίνει ο συνταγματολόγος κ. Κασιμάτης.
 
Ο Πρόεδρος έτσι όχι μόνο δεν έχει καμιά εξουσία, δεδομένων των άρθρων του Συντάγματος που δεν του παρέχουν καμιά ουσιαστική και δυνάμενη να υλοποιηθεί αρμοδιότητα, αλλά και αποτελεί εργαλείο για την απόλυτη κυριαρχία των κομμάτων, που εμφανίζονται έτσι ως απόλυτοι ιδιοκτήτες της Βουλής των Ελλήνων και συνακόλουθα της ίδιας της Ελλάδας. Η περιγραφή του πολιτεύματος από το Σύνταγμα ως «Προεδρευόμενη Δημοκρατία» είναι έτσι καταδήλως παραπλανητική.
Συνηθίζουν οι έμπειροι νομικοί να διακηρύττουν πως δεν υπάρχουν νόμοι, υπάρχουν ερμηνείες των νόμων. Αυτό είναι αληθές, μάλιστα η δικαιοσύνη σε πολλά κράτη στηρίζεται περισσότερο στις νομολογίες, π.χ. στις ΗΠΑ. Το ίδιο ισχύει και για το Σύνταγμα. Δεν υπάρχει Σύνταγμα, υπάρχει ερμηνεία και συνακολούθως πρακτική του Συντάγματος, όπως είχα κάποτε ακούσει σε ένα επιστημονικό Συνέδριο από τον αντιπρόεδρο Ευάγγελο Βενιζέλο. Αυτό βεβαίως κάνει ακόμα χειρότερα τα πράγματα. Οι μέχρι τώρα Πρόεδροι της Δημοκρατίας χρησιμοποιήθηκαν από τους πολιτικούς με τρόπο που ακυρώνει ακόμα περισσότερο το πνεύμα του Συντάγματος φαλκιδεύοντας το ίδιο το πολίτευμά μας. Αν εξαιρέσουμε τον Κ. Τσάτσο, που υπήρξε πνευματική προσωπικότητα πρώτης γραμμής, και τον Κ. Καραμανλή, που υπήρξε ιστορική πολιτική προσωπικότητα με ιδιαίτερο κύρος – ασχέτως του πώς το κρίνουμε αυτό –, οι υπόλοιποι Πρόεδροι καταδήλως χρησιμοποιήθηκαν ως εργαλεία για τρέχοντες κομματικούς σκοπούς. Ο κ. Σαρτζετάκης έγινε Πρόεδρος για να κάνει επίδειξη επαναστατικότητας ο Α. Παπανδρέου και για να κάνει ευκολότερη την απομάκρυνση Καραμανλή (αν και οφείλουμε να αναγνωρίσουμε πως ο Πρόεδρος αυτός ήταν ίσως ο μόνος που προσπάθησε με ιδιαίτερη, έως ενοχλητική, σοβαρότητα να ασκήσει τη μόνη αρμοδιότητα που είχε, αυτήν της «προσυπογραφής» των αποφάσεων, αλλά και να αρθρώσει «προεδρικό» λόγο). Ο κ. Στεφανόπουλος καταδήλως δεν ενσάρκωνε κάποιον ιδιαίτερο συμβολισμό, σύμφωνα με το πνεύμα του Συντάγματος και τον ρόλο του Προέδρου, ούτε βεβαίως και ανέπτυξε σχετική δράση, ούτε και υπήρξε «λαϊκής αποδοχής». Ως πολιτικός έφυγε από το κόμμα του παίρνοντας μαζί του 10 γνωστούς βουλευτές, χολωμένος γιατί έχασε την αρχηγία από τον Μητσοτάκη, και δεν κατάφερε με το νέο κόμμα του να πάρει πάνω από 1% (αν θυμάμαι καλά τους αριθμούς), ενώ επιπλέον υπήρξε βασιλόφρων και ουδέποτε νομίζω αποκήρυξε τις απόψεις του αυτές (νομίζω δήλωσε πως «πλέον ψηφίστηκε αλλαγή πολιτεύματος, άρα υπηρετώ το νέο αυτό πολίτευμα», αλλά αυτό δεν σημαίνει αλλαγή πολιτικών απόψεων). Όπως αναμενόταν από τους υποστηρικτές του, δεν ενόχλησε κανέναν και έτσι επανεξελέγη Πρόεδρος για 2η πενταετία ως «τίμιος, απλός, αγαπητός και σοβαρός» (χαρακτηρισμούς που εν πολλοίς επέβαλαν τα ΜΜΕ και τα διάφορα τηλεοπτικά talk shows). Ο κ. Παπούλιας, επίσης αποδεκτός ως ένθεν κακείθεν ακίνδυνος, βλέπει να έρχονται τα πάνω κάτω στη χώρα της οποίας δήθεν προεδρεύει και κάπου - κάπου λέει και καμιά, ακίνδυνη πάντα, κοινοτοπία (εδώ ίσως ο Σαρτζετάκης να στεκόταν περισσότερο στο ύψος της θέσης του, ελέγχοντας αυτά που προσυπογράφει).
 
Βέβαια η ερμηνεία του Συντάγματος από τους πολιτικούς μας δεν διαστρέφει μόνο στα περί Προέδρου το πνεύμα των άρθρων του και την ουσία του πολιτεύματος το οποίον υποτίθεται πως το Σύνταγμα αυτό στηρίζει. Χαρακτηριστικότερο όλων η ακύρωση της προβλεπόμενης διάκρισης των εξουσιών. Μέλη της νομοθετικής εξουσίας (Βουλευτές) γίνονται Υπουργοί, ηγούνται δηλαδή της εκτελεστικής εξουσίας και ταυτόχρονα νομοθετούν. Η δε δικαστική εξουσία καταδήλως ελέγχεται από τη νομοθετική+εκτελεστική εξουσία, τελευταία μάλιστα υπουργοί το δηλώνουν ανερυθριάστως. Η προβλεπόμενη έτσι από το Σύνταγμα διάκριση των εξουσιών σε νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική, δεν υφίσταται. Το δυστύχημα είναι πως κανείς δεν ενοχλείται από αυτό… ελέω πάντα των ΜΜΕ (όλων) που μας το παρουσιάζουν ως αυτονόητο.
 
Με αφορμή την επικείμενη ψήφιση Προέδρου Δημοκρατίας, διαδραματίζεται η ίδια θλιβερή διαδικασία, που υποβαθμίζει το πολίτευμά μας και προκαταβολικώς τον μελλοντικό Πρόεδρο, που μετατρέπεται σε εργαλείο εκλογών ή μη εκλογών. Ο ΣΥΡΙΖΑ διακηρύττει πως δεν θα ψηφίσει Πρόεδρο, κανέναν Πρόεδρο, για να προξενήσει πρόωρες εκλογές, Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ αναζητούν τον Πρόεδρο που θα τον ψηφίσουν 180 βουλευτές, και διάφορα μελλοντολογικά εκλογικά σενάρια, ενταγμένα σε κομματικές στρατηγικές πλέκονται με αφορμή αυτήν την εκλογή από τους ιδιοκτήτες της Βουλής των Ελλήνων. Και αλληλοκατηγορούνται… Ουαί υμίν τοις Φαρισαίοις… 

* Ο Δρ. Νικήτας Χιωτίνης είναι Αρχιτέκτων, Καθηγητής ΤΕΙ, Τμήματος Εσωτερικής Αρχιτεκτονικής και Σχεδιασμού Αντικειμένων

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.