19/12/2018 04:50:40
26.10.2009

Ελένη Ράντου

Συνέντευξη στη Ναταλί Χατζηαντωνίου

Η καινοτομία της διάταξης των καθισμάτων στο Θέατρο Διάνα είναι το πρώτο που παρατηρεί όποιος μπαίνει στον χώρο. Φέτος η κλασική «ιταλική» σκηνική συνταγή έχει εκλείψει, υπέρ μιας πρωτότυπης εκδοχής που βάζει τα καθίσματα των θεατών να αγκαλιάζουν τη σκηνή. Τη λύση εμπνεύστηκε η Ελένη Ράντου, για να δοθεί μια ακόμα παράδοξη και ενδιαφέρουσα πινελιά στο ανέβασμα του καινούργιου έργου, το οποίο επέλεξε ως θιασάρχης του Διάνα. Η μαύρη κωμωδία «33 φορές να φύγεις» είναι η πρώτη δραματουργική απόπειρα του Νίκου Ποριώτη. Ηθοποιός που ασχολείται με τη διαφήμιση, ο ίδιος είχε παρουσιάσει πέρυσι το έργο του σ’ ένα μπαράκι. Εκεί το είδε η Ράντου κι άρχισε να ψάχνει πρώτα χαρτομάντιλο («έτρεχαν τα μάτια μου απ’ τα γέλια»), μετά σκηνοθέτη (αν και ο Γιάννης Κακλέας δίνει, ούτως ή άλλως, χρόνια τώρα προθυμότατα το παρόν στις «λοξές» της επιλογές) και ύστερα συμπρωταγωνιστή (με τον Άκη Σακελλαρίου θα μοιράζονται τους απαιτητικότατους ρόλους δύο ηρώων τόσο παρανοϊκών όσο είναι και η καθημερινότητά μας). Λίγες ημέρες πριν την πρεμιέρα η Ελένη Ράντου μας εξήγησε όχι μόνο γιατί επέλεξε να επιστρέψει με το έργο του Ποριώτη στο θέατρο, μετά από ένα χρόνο «αγρανάπαυσης», αλλά και γιατί ο πλανήτης πάσχει από ένα είδος επιλόχειας κατάθλιψης.

Πώς αποφασίσατε να ανεβάσετε το συγκεκριμένο έργο;

Ε.Ρ.: Είχα μεγάλη ανάγκη από ένα ανάλαφρο κείμενο. Παρ’ όλα αυτά, στην πορεία διαπίστωσα ότι το «33 φορές να φύγεις» δεν είναι και τόσο ελαφρύ. Έχει την παράνοια των ηρώων, δύο πολύ τρελαμένων μυαλών, που το ένα είναι κολλημένο στο παρελθόν και παραιτημένο και το άλλο wanna be. Αυτές οι δύο διαθέσεις πυροδοτούν απίστευτες καταστάσεις, φτιαγμένες έτσι ώστε να σε παίρνει η κωμωδία από κάτω. Όταν όμως το έργο τελειώνει αντιλαμβάνεσαι ότι είδες κάτι πολύ «αγριευτικό». Ξεκαρδιστικά αγριευτικό.

Γι’ αυτό το επιλέξατε;

Ε.Ρ.: Όταν το πρωτοδιάβασα έκλαιγα από τα γέλια. Ε, αυτό είχε χρόνια να μου συμβεί.

Γιατί είχε χρόνια να σας συμβεί;

Ε.Ρ.: Γιατί όλος ο πλανήτης είναι σε κατάθλιψη και δεν γράφεται πια πραγματική κωμωδία. Είχα χρόνια να συναντήσω έργο που ήδη από το κείμενο να με κάνει να ξεκαρδίζομαι. Το έργο παίζει όμως και με το νευρικό μας σύστημα. Το διαπερνά ένα πολύ σημερινό ρεύμα ψυχοπάθειας: Ουσιαστικά ο ένας ήρωας είναι καταθλιπτικός κι ο άλλος σε μανία.

Έχει κι άλλα συστατικά αναγνωρίσιμα στην καθημερινότητά μας;

Ε.Ρ.: Πάρα πολλά. Καταρχήν βασικός του καμβάς είναι η έλλειψη επικοινωνίας. Κάθε ήρωας κουβαλάει τη δική του εμμονή και δεν επικοινωνεί με την εμμονή του άλλου. Πολύ αναγνωρίσιμη είναι και η εναλλαγή στη σχέση βασανιστή και θύματος. Οι ήρωες φτιάχνουν ένα ντουέτο τραγικά κωμικό, αλλά και τραγικά επικίνδυνο, με ανοικτά όλα τα ενδεχόμενα, από το να δολοφονηθούν μέχρι να γίνουν αδελφές ψυχές.

Έχετε εντοπίσει τέτοιου είδους σχέσεις γύρω σας;

Ε.Ρ.: Παντού! Καταρχήν αυτή η τρομερή πίεση που περιγράφεται τη ζούμε όλοι καθημερινά, σε τέτοιο βαθμό που ούτε στις διακοπές μας δεν μπορούμε να την αποχωριστούμε. Είναι αυτή που μας κάνει δυστυχείς, αλλά και που μας τροφοδοτεί. Ζούμε μέσα στην αρρώστια και δεν ξέρουμε πώς να κλείσουμε τον διακόπτη.

Γιατί κολλάμε σ’ αυτή την «αρρώστια»;

Ε.Ρ.: Γιατί η ίδια μπορεί να είναι πηγή έμπνευσης και στόχος. Μια τέτοια αρρώστια έχει κι έναν τρομερό ναρκισσισμό. Όταν είμαστε άρρωστοι κάνουμε πιο ενδιαφέρουσες σκέψεις, οι οποίες είναι νοσηρές κι έχουν θάνατο και φρίκη, ενώ δεν έχουμε μάθει να τροφοδοτούμαστε από την ομορφιά, που άλλωστε δεν τη συναντάμε εύκολα.

Γι’ αυτό είναι ο πλανήτης σε κατάθλιψη;

Ε.Ρ.: Και γιατί είναι τέτοιος ο ρυθμός, η ταχύτητα σε τεχνολογικό τρέξιμο, σε πληροφορίες και χιλιάδες εικόνες, που δεν προλαβαίνουμε να επεξεργαστούμε τις αλλαγές. Εκατομμύρια πράγματα μένουν ανένταχτα και μοιάζουν να αιωρούνται απειλητικά από πάνω μας, ενώ εμείς δεν έχουμε να πιαστούμε από πουθενά. Ζούμε ένα fast forward πληροφοριών και αλλαγών, που δεν μπορεί παρά να μας προκαλέσει ένα είδος επιλόχειας κατάθλιψης. Ο πλανήτης είναι όπως μια γυναίκα, η οποία στους 9 μήνες της εγκυμοσύνης παρατηρεί καθημερινά να αλλάζει το σώμα της, η συνθήκη της και η ανάγκη της. Σ’ εκείνον όμως η αλλαγή δεν είναι καν μια φυσική διαδικασία, αλλά κάτι απάνθρωπο, με απάνθρωπους ρυθμούς.

Και τότε γιατί δεν γράφονται πια κωμωδίες, αφού το υλικό τους ήταν πάντα κατά βάθος πικρό;

Ε.Ρ.: Μα και οι συγγραφείς είναι πια σε ένα στενάχωρο mood. Όσο χιούμορ κι αν έχουν, η κατάσταση τους πλακώνει.

Εσείς πάντως πέρυσι πατήσατε «στοπ» και απουσιάσατε.

Ε.Ρ.: Είχα πάθει μια τρομερή υπερκόπωση, μια αγοραφοβία κι ένα πνίξιμο στην προοπτική να κλειστώ σε ένα χώρο. Ήθελα να είμαι συνέχεια έξω. Εξαιτίας αυτού έκανα και το σίριαλ («Εργαζόμενη γυναίκα»), που ήταν μονοκάμερο και σε ανοιχτό χώρο. Μου πήρε ένα χρόνο για να μπορέσω να μπω στο θέατρο χωρίς να θέλω να φύγω το πρώτο πεντάλεπτο.

Δεν σας επιβαρύνει επιπλέον και η ευθύνη που έχετε τόσα χρόνια ως θιασάρχης;

Ε.Ρ.: Είναι μια πίεση. Δεν θα την ονόμαζα όμως ευθύνη, γιατί από την ώρα που αγαπάς ένα έργο, ως θιασάρχης το υπηρετείς ολοκληρωτικά. Ό,τι με αγχώνει είναι η πίεση των διαφορετικών ρόλων που πρέπει να παίξω. Π.χ. την ώρα που μπαίνω στον κανονικό μου ρόλο, πρέπει να βγω για να μιλήσω οικονομικά με τον κατασκευαστή.

Αυτό είναι δυσάρεστο;

Ε.Ρ.: Έχει μια σχιζοφρένεια, αλλά ειδικά το οικονομικό μέγεθος με έκανε λίγο πιο ρεαλίστρια. Όπως και η συνολική θεώρηση της δουλειάς, που με έκανε καλύτερη ηθοποιό. Αναγκαστικά φεύγεις από τον εγωισμό του τύπου «τώρα εγώ θα κάνω ερμηνεία», αγαπάς και τους άλλους ηθοποιούς κι αρχίζεις κι αγαπάς κι όλο το τεχνικό μέρος.

Είστε προφανώς οργανωτική.

Ε.Ρ.: Κι όμως, δεν είμαι πολύ οργανωτική. Απλώς έχω πολύ ισχυρό όνειρο. Όταν συμβαίνει αυτό, κάπως γίνεται και οργανώνονται οι άλλοι για μένα. Το συναίσθημα φτιάχνει τη συνθήκη. Και με τα χρόνια έχω βρει και έναν-δυο ανθρώπους στους οποίους ξέρω ότι μπορώ να ακουμπήσω.

Πώς από αυτό το καθεστώς επιστρέφετε πότε πότε σε ένα άλλο, όπου δεν έχετε παρά την ευθύνη του ρόλου σας;

Ε.Ρ.: Αυτό είναι υπέροχα ξεκουραστικό. Την πρώτη φορά που έκανα δουλειά εκτός του Θεάτρου Διάνα, ήταν όταν έκανα την αριστοφανική Πραξαγόρα στο Θέατρο Τέχνης. Και παρότι πήγαινα για πρώτη φορά στην Επίδαυρο, ήταν λυτρωτικό ότι είχα τη χαρά να ασχολούμαι μόνο με τον ρόλο μου.

Παίζετε συνήθως κωμωδία. Δεν θελήσατε ποτέ να παίξετε ένα δράμα;

Ε.Ρ.: Το δράμα, και σαν γραφή ακόμα, το βρίσκω λίγο πιο προβλέψιμο. Ενώ στην κωμωδία μου αρέσει αυτό το απρόβλεπτο, το ότι το κείμενο έχει σκεφτεί μερικά δευτερόλεπτα πριν από τον θεατή. Η κωμωδία έχει μια λοξάδα που ταιριάζει με το μυαλό μου. Ύστερα, δεν θέλω να πέσω και στη σοβαροφάνεια του τύπου «για να δείξω ότι είμαι σπουδαία ηθοποιός, πρέπει να κάνω δράμα», που εγκυμονεί τον κίνδυνο του μικροαστισμού. Θα πνιγόμουν.

Στη «λοξάδα» σας έχετε βρει κατεξοχήν τον σκηνοθέτη που ’χει τέτοια ματιά, τον Γιάννη Κακλέα.

Ε.Ρ.: Συνεργαζόμαστε πολλά χρόνια κι ο ένας δίνει πάσα στον άλλο. Με τον Γιάννη έχουμε κι ένα κοινό, ότι αν πρέπει να κάτσουμε να φάμε το γιαούρτι δεν θα το βάλουμε στα πόδια. Για κάποιο λόγο παραμένουμε και οι δυο λίγο αδέσποτοι και παίρνουμε το ρίσκο.

Αυτό το «αδέσποτο» το ’χετε και ως χαρακτήρας;

Ε.Ρ.: Με σαγηνεύει το μη αναμενόμενο. Μου αρέσει να μη φοράω μια ταμπέλα, να μην ακουμπάω σε σταθερές κομμάτων, ιδεών, ανθρώπων, ποδοσφαιρικής ομάδας, νοοτροπιών. Μπορεί να ’ναι και ευκολία να μη θέλεις να είσαι με κανέναν. Ή ένας τυχοδιωκτισμός. Αλλά θέλει και κότσια να ’σαι απ’ έξω.

Έχει κόστος;

Ε.Ρ.: Το πληρώνω καθημερινά. Είναι όμως και κάτι τρελοί σ’ αυτόν τον χώρο που πάνε μόνοι τους. Είναι μικρή η βάρκα τους κι εκτεθειμένη σε όλες τις καιρικές συνθήκες. Αλλά, από την άλλη, είναι ελεύθεροι. Κι εγώ έτσι νιώθω. Δεν θα με φωνάξει κανείς να μου πει «φέτος αποφάσισα να παίξεις αυτό», ούτε θα μου επιβάλει τη δική του αισθητική. Αλλά κι αυτό για μένα μονόδρομος ήταν. Δεν θα μπορούσα να κάνω αλλιώς.

Κάνατε πρόσφατα και σινεμά, το «Πεθαίνω για σένα», βασισμένο στο δικό σας θεατρικό έργο «Μαμά μην τρέχεις». Θα ’χει συνέχεια η πρώτη σας απόπειρα;

Ε.Ρ.: Το σινεμά στην Ελλάδα είναι λίγο αποδιοργανωμένο από μόνο του και δεν σε ενθαρρύνει να συνεχίσεις να προσπαθείς.

Γιατί το λέτε αυτό; Πώς ήταν η κινηματογραφική σας εμπειρία;

Ε.Ρ.: Τη λογοκρισία που αισθάνθηκα κάνοντας αυτή την ταινία δεν την έχω νιώσει ποτέ, ούτε στο θέατρο, ούτε στην τηλεόραση. Η αγωνία για να μη βγει το έργο «ακατάλληλο», που θα σήμαινε πλήγμα για τα εισιτήρια, ήταν τόσο μεγάλη που με πλάκωσε. Είχα την ευθύνη ενός άλλου που είχε βάλει τα λεφτά, αλλά πιέστηκα τρελά, ξέροντας πως εμένα δεν θα με ένοιαζε αν το έργο χαρακτηριζόταν «ακατάλληλο». Ποτέ μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα λειτουργήσει με τον φόβο τού τι μπορεί να μας πουν. Κι όμως, στο σινεμά έπρεπε να τα διαπραγματευτώ όλα απ’ την αρχή. Μου φάνηκε ότι εκεί όλα είναι ενοχικά: «Θέλω να κάνω ποιότητα αλλά και εισιτήρια και να ’χω και τα αστεράκια της κριτικής». Στην τηλεόραση είναι χυδαία η απενοχοποίηση, αλλά τουλάχιστον μπορείς να διακρίνεις τους όρους και να πεις καθαρά αν κάτι σε ενδιαφέρει να ασχοληθείς. Ενώ στο σινεμά μπερδεύτηκα. Και δεν νομίζω πώς έφταιγα εγώ γι’ αυτό.

Στην τηλεόραση διασκεδάζετε;

Ε.Ρ.: Όταν κάνω τηλεόραση φροντίζω να διασκεδάζω. Όταν όμως βλέπω τηλεόραση συχνά βουλιάζω και στενοχωριέμαι. Αλλά επειδή είναι και εύκολο να την κατακρίνουμε, αυτή είναι η τηλεόραση που φτιάξαμε εμείς, άρα η τηλεόραση που μας αξίζει.

Απαντάτε ευθέως. Αλήθεια, με την πολιτική που σπανίως απαντά ευθέως τι σχέσεις έχετε;

Ε.Ρ.: Είναι περίεργο αυτό που συμβαίνει με την πολιτική. Κάτι γίνεται με τη ρουφιάνα την εξουσία κι όποιος την ενδύεται είναι σαν να πηγαίνει σε πολυκατάστημα και να αγοράζει την ίδια στολή. Υπάρχουν και στιγμές ανατροπών, αλλά είναι ελάχιστες και κρατούν λίγο. Αμέσως μετά όλοι τρέχουν να «διορθωθούν» και να φορέσουν τη στολή.

Σ’ αυτές τις εκλογές πώς αισθανθήκατε;

Ε.Ρ.: Έχει χαθεί η αίσθηση ότι οι εκλογές είναι κάτι σημαντικό. Έχουν απομυθοποιηθεί, γιατί δεν υπάρχει ελπίδα ότι κάτι θα αλλάξει την επόμενη ημέρα. Θα υπάρξει μια ύφεση του θυμού για κάνα δίμηνο; Αυτό το παιχνίδι είναι πια γνώριμο. Κι εμείς την κεραμίδα την περιμένουμε. Έχουμε λοιπόν ελάχιστο ζήλο, άρα και λιγότερο φανατισμό. Να κι ένα καλό. Δεν είμαστε φανατικοί οπαδοί κανενός, απλώς πάμε κι ερχόμαστε αναλόγως με τη συγκυρία.

Αυτό δεν φαίνεται να το αντιλαμβάνονται οι πολιτικοί.

Ε.Ρ.: Ίσως γιατί ζούμε στην εποχή που γενικώς σε ψήνει η τηλεοπτική λογική τού «τι πουλάει αυτό το 15λεπτο». Το ίδιο «παίζει» πάρα πολύ, ακόμα και στις ερωτικές σχέσεις – «Εγώ είμαι καλά αυτό το τέταρτο». Αλλά στα μεγάλα πολιτικά θέματα χρειάζεται να χτίσεις υποδομή και να κάνεις κινήσεις, οι οποίες ίσως να καρποφορήσουν σε 30 χρόνια. Ενώ τώρα νιώθω ότι και διεθνώς οι κινήσεις γίνονται για να εξυπηρετήσουν τα αμέσως επόμενα λεπτά.

Εσείς πάντως και στην τηλεόραση, που αυτό το ευνοεί, δεν παίξατε το χαρτί της γυναικείας ματαιοδοξίας.

Ε.Ρ.: Είναι το μεγάλο μου πρόβλημα αυτό. Ότι δεν είμαι συμφιλιωμένη με την εμφάνισή μου. Δεν έχω καλή σχέση με τον καθρέφτη. Κι επειδή δεν μου αρέσει ό,τι βλέπω εκεί, δεν θέλω να το βλέπω και συχνά. Είναι κακό να είναι κανείς νάρκισσος, αλλά κι αυτό που έχω είναι η άλλη άκρη.

Όταν είναι κάποιος το αντίθετο του νάρκισσου αποδέχεται τον χρόνο που περνάει ευκολότερα;

Ε.Ρ.: Όχι, γιατί ο χρόνος έχει να κάνει και με τις δυνάμεις σου κι εκεί μεγαλώνοντας τα βρίσκεις, έτσι κι αλλιώς, ζόρικα. Όταν οι αντοχές πέφτουν, όπως και να ’ναι η μούρη σου, δεν κρύβεσαι. Τι να σου κάνει το μπότοξ; Αλλά πρόβλημα είναι και αυτό που βιώνω εγώ, ο φόβος δηλαδή να αγαπήσω τον εαυτό μου. Ο χρόνος λοιπόν δεν με ελευθερώνει. Αντίθετα, μου φτιάχνει ένα άλλο θέμα κι έναν ολόκληρο κύκλο αυτοβασανισμού.

Η παρουσία της κόρης σας δεν το ανέτρεψε αυτό;

Ε.Ρ.: Άμα το ’χεις το χούι… Απλώς η Νικολέτα γλυκαίνει αυτό το βάσανο στο οποίο υποβάλλω τον εαυτό μου. Ώρες ώρες τουλάχιστον λέω «κοίτα τι γλύκα μπορείς να πάρεις. Γιατί βασανίζεσαι έτσι;».

Γι’ αυτό ρέπετε στην κωμωδία;

Ε.Ρ.: Είναι ένα καλό ξόρκι. Ίσως γι’ αυτό την έχω ανάγκη όταν δεν είμαι καλά. Τότε πρέπει να «κανιβαλιστώ», να πατώσω, να κοροϊδέψω τον εαυτό μου, να τον στήσω στα δύο μέτρα, να τον ξεφτιλίσω. Ζει μέσα μου ένα περίεργο τέρας που τρέφεται από μένα την ίδια. Γιγαντώνεται, υποχωρεί, ξαναγεννιέται από τις στάχτες του, σαν το... πουλί της 21ης Απριλίου. Στη δημιουργία όλο αυτό το βάσανο είναι καλό, γιατί με αναγκάζει να ανανεώνομαι. Στη ζωή μου όμως με… διαλύω.

Όταν είστε στις μαύρες σας και βγαίνετε στον δρόμο σάς μπλοκάρει η αναγνωρισιμότητά σας;

Ε.Ρ.: Όχι, μου αρέσει πάντα πολύ. Μερικές φορές μάλιστα από κεκτημένη ταχύτητα μιλάω εγώ πριν μου μιλήσουν οι άλλοι, για να τους βγάλω από την αμηχανία. Αλλά μου έτυχε να μιλήσω και σε ανθρώπους που ούτε είχαν καμία διάθεση να μου μιλήσουν, ούτε με αναγνώρισαν. Ήθελαν απλά να ρωτήσουν την ώρα!

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.