16/11/2018 10:44:43
19.7.2010

Κριστίνα Μπράνκο

Κριστίνα Μπράνκο - Media

Συνέντευξη στον Λεωνίδα Αντωνόπουλο [leonidas@world-music.gr]

Δύο μεγάλες πορτογαλικές νύχτες με δύο σπουδαίες γυναικείες φωνές του αυτοσχεδιασμού και των φάδο, της παράδοσης και του μοντερνισμού, θα φιλοξενήσει στις 23 και 24 Ιουλίου, το Θέατρο της Μικρής Επιδαύρου στο πλαίσιο των «Ήχων του Κόσμου» του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου. Η απρόβλεπτη φωνή της Maria Joao με το τζαζ κουιντέτο του πιανίστα και συνθέτη Mario Laginha θα μοιραστούν το υποβλητικό κοίλο της Μικρής Επιδαύρου με την πιο πειστική φωνή της νεότερης γενιάς «φαδίστα», την Cristina Branco. Δύο διπλές συναυλίες με δύο γυναικείες φωνές από διαφορετικές γενιές, που αναδεικνύουν το βάθος και την εσωτερική δύναμη της πορτογαλικής μουσικής, αλλά και το εύρος της ιδιαίτερης τέχνης των φάδο. Η Κριστίνα Μπράνκο ανήκει στη νεότερη γενιά ερμηνευτών που ανακάλυψαν εκ νέου ένα παρελθόν ταυτισμένο, συμβολικά, με το καθεστώς του δικτάτορα Σαλαζάρ, το απενοχοποίησαν και το επέστρεψαν εκεί όπου ανήκε: στην πορτογαλική κοινωνία και τους μουσικούς. Αν και προόριζε τον εαυτό της για τη δημοσιογραφία, η λατρεία της για τις λέξεις και τη ρευστότητα των λεκτικών συνειρμών, την παρακίνησε να βρεθεί, το 1996 στο Άμστερνταμ, πάνω στη σκηνή του «Zaal 100» να τραγουδάει σε ηλικία 24 ετών φάδο. Ήταν η βραδιά της πρώτης της ηχογράφησης: «Live in Holland», και η Κριστίνα Μπράνκο είχε κάνει το αποφασιστικό βήμα.

Στα φάδο η μουσική και οι στίχοι είναι μία αδιαίρετη ενότητα. Τι κάνετε όταν απευθύνεστε σε ένα μη πορτογαλόφωνο ακροατήριο; Έχετε κάποια διαφορετική προσέγγιση στα τραγούδια σας;

Κ.Μ.: Σε καμία περίπτωση! Η «προσέγγιση» είναι σταθερά η ίδια, όσο το επιτρέπει η μουσική και η διάθεσή μου. Αυτό που ενδέχεται να συμβεί είναι ότι εκείνοι που αιφνιδιάζονται από τη μουσική (δεν είμαι και σίγουρη, αλλά συνήθως αυτός που πάει σε μία τέτοια συναυλία φροντίζει να έχει πάρει κάποιες πληροφορίες), εισπράττουν μία «αύρα», τις αφανείς όψεις μιας μουσικής παράστασης, που τους ταξιδεύει πέρα από το περιεχόμενο του κάθε ποιήματος. Τι σημαίνει αυτό; Ότι μπορείς να χτίσεις τη δική σου ιστορία παράλληλα με την πραγματική διήγηση και, ξέρεις κάτι; Αν υπάρχει η πρόθεση από τον ερμηνευτή και τους μουσικούς, αν υπάρχει αλήθεια και ευαισθησία, τότε όλοι θα συναντηθούμε στο ίδιο σημείο.

Το ελληνικό κοινό, πάντως, έχει διανύσει συχνά αυτή τη διαδρομή, από την εποχή της Αμάλια Ροντρίγκες, και έχει εξοικειωθεί με τα φάδο. Λέτε να υπάρχει κάτι, μία μυστήρια μεσογειακή σχέση;

Κ.Μ.: Εάν υπάρχει κάτι κοινό, αυτό προέρχεται από το γεγονός ότι τα φάδο όπως και τα ρεμπέτικα ανήκουν στην εκλεκτή οικογένεια της λαϊκής κουλτούρας των πόλεων και πιο συγκεκριμένα στη μουσική που γεννήθηκε στα λιμάνια των δύο χωρών. Έχουν, και τα δύο, ένα μποέμικο παρελθόν στη μουσική επικράτεια των περιθωριακών και των παρανόμων. Ακόμη και τα βασικά όργανα: η πορτογαλική κιθάρα είναι για τα φάδο ό,τι το μπουζούκι στα ρεμπέτικα• ποιος ξέρει, μπορεί να υπάρχει μία αρχέγονη σχέση.

Γνωρίζετε καθόλου την ελληνική μουσική;

Κ.Μ.: Δυστυχώς δε γνωρίζω πολλά για τη μουσική σκηνή της Ελλάδας, αλλά θα ήθελα να μάθω περισσότερα. Μέσα από τη γνωριμία και την κατανόηση θα μάθαινα και εγώ περισσότερα για τον δρόμο που ακολουθώ.

Τι μουσική ακούγατε πριν αρχίσετε να τραγουδάτε φάδο;

Κ.Μ.: Άκουγα μπλουζ, τζαζ, γαλλική και βραζιλιάνικη μουσική και πορτογαλικά τραγούδια με πολιτικό περιεχόμενο. Γεννήθηκα άλλωστε το 1972, λίγο πριν την «Επανάσταση των Γαριφάλων», και μεγάλωσα σε μία εποχή που η μουσική είχε έντονες αναφορές στα πολιτικά και τα ατομικά δικαιώματα.

Όταν αρχίσατε να τραγουδάτε φάδο ήταν πλέον στη μόδα;

Κ.Μ.: Όχι, κάθε άλλο! Μόνο μία μειονότητα τραγουδούσε φάδο.

Και η αγάπη σας γι’ αυτά πώς προέκυψε; Είχατε οικογενειακώς σχέση με τη μουσική;

Κ.Μ.: Όχι, δεν είχαμε καμία σχέση! Κανένας από την οικογένειά μου δεν έπαιζε κάποιο όργανο, ούτε τραγουδούσε. Είμαι το μοναδικό μαύρο πρόβατο! Όμως οι γονείς μου, οι θείοι μου και ο παππούς μου, αγαπούσαν πολύ τη μουσική. Στις μυθικές οικογενειακές μας μαζώξεις ακούγαμε και συζητάγαμε πολύ για μουσική και τα φάδο έμπαιναν πάντοτε στην ημερήσια διάταξη, για να κριτικαριστούν και να εξοβελιστούν στο πυρ το εξώτερο απ’ όλους εκτός από τον παππού μου, ο οποίος, προς τιμήν του, τα υποστήριζε ζωηρά. Και χάρη στη δική του επιμονή «ανακάλυψα» το πάθος και τον θαυμασμό που έτρεφα γι’ αυτά.

Ξεκινήσατε τη διαδρομή σας με ασυνήθιστο τρόπο. Πρώτα γίνατε γνωστή στην Ολλανδία και ύστερα στη χώρα σας. Πώς συνέβη αυτό;

Κ.Μ.: Άγνωσται αι βουλαί των Θεών! Οι συνθήκες ήταν κάθε άλλο παρά ποιητικές και εντελώς, μα εντελώς ρεαλιστικές: Έδωσα την πρώτη μου συναυλία στο Άμστερνταμ, κάτι εντελώς αντίθετο στις πρακτικές του δικού μας κυκλώματος, αλλά ήμουν τότε εκεί, φοιτήτρια της κοινωνιολογίας της επικοινωνίας και είχα την περιέργεια να γνωρίσω τα παρασκήνια της τηλεόρασης. Όταν με προσκάλεσαν αναπάντεχα να «τραγουδήσω» ένα τραγούδι σε μία πρωινή εκπομπή αντέδρασα αυθόρμητα, χωρίς να σκεφτώ τις συνέπειες αν κάτι πήγαινε στραβά, και το έκανα. Κάποιος εκεί στο Άμστερνταμ είδε την εκπομπή και είχε τη φαεινή ιδέα να με προσκαλέσει να δώσω μία συναυλία προς τιμήν της ευάριθμης πορτογαλικής κοινότητας. Όπως καταλαβαίνετε δεν ήταν δα και τόσο ασυνήθιστο. Εκεί έδωσα την πρώτη μου συναυλία και εκεί εισέπραξα το πρώτο μου χειροκρότημα. Και για ένα μεγάλο διάστημα η Πορτογαλία ήταν για μένα άλλη μία χώρα στον χάρτη με τις περιοδείες και όχι προτεραιότητα• ένα τεράστιο επαγγελματικό λάθος, υποθέτω!

Τραγουδάτε σε «σπίτια του φάδο»; Πώς είναι σήμερα η ατμόσφαιρα σε αυτά τα μέρη;

Κ.Μ.: Όχι δεν τραγουδάω εκεί. Όπως το βλέπω απέξω έχουν γίνει πολύ τουριστικά, παρόλο που υπάρχουν μερικά που κρατούν ζωντανή την ουσία εκείνης της ατμόσφαιρας, όπου ακούς τις ιστορίες των απλών ανθρώπων, τους ερασιτέχνες τραγουδιστές, τους μεθυσμένους, τους ερωτευμένους, τους επίδοξους μουσικούς… την πραγματική ρίζα.

Πότε ξανάρθε στη μόδα το φάδο στην Πορτογαλία; Ποια ήταν η κρίσιμη στιγμή στην ιστορία του;

Κ.Μ.: Ξανάρθε στη μόδα όταν μία ομάδα από ξεροκέφαλους νέους αποφάσισαν να το τραγουδήσουν, να πουν τη δική τους, σημερινή, ιστορία, χωρίς κανενός είδους προκατάληψη, απαλλαγμένοι από την ιδέα ότι το φάδο ήταν και έπρεπε να παραμείνει ο «παππούς» της πορτογαλικής μουσικής. Την κρίσιμη στιγμή έπρεπε να περάσουν 15 χρόνια για να τη συνειδητοποιήσουμε: ήταν η επανάσταση (των γαριφάλων) του 1974!

Μαζί με τη θρησκεία και το ποδόσφαιρο, το φάδο ήταν από τις βασικές συνιστώσες της κουλτούρας που προωθούσε η 40χρονη δικτατορία του Σαλαζάρ στην Πορτογαλία. Το ότι εσείς ανήκετε στη γενιά που μεγάλωσε μετά την πτώση της χούντας, βοήθησε να στραφείτε ευκολότερα στο φάδο για να εκφραστείτε;

Κ.Μ.: Τουλάχιστον με βοήθησε να αισθανθώ ελεύθερη να τραγουδήσω και να πω όσα είχα συλλάβει με το μυαλό (και το λαρύγγι) μου -και κανείς δεν μπορούσε να μου το απαγορεύσει. Η γενιά των γονιών μου κατέκτησε το δικαίωμα αυτό για τα παιδιά της και αυτή η κατάκτηση συνεχίζει να με συνεπαίρνει.

Τι προσπαθείτε να κάνετε τώρα με το είδος αυτό; Να δημιουργήσετε κάτι νέο;

Κ.Μ.: Δεν προσπαθώ να κάνω κάτι το συγκεκριμένο εκτός από το να προσαρμόζω τη μουσική στο δικό μου γούστο και τις δικές μου ιδέες. Παρόλο που είναι αρκετοί εκείνοι που θεωρούν ότι αυτό που κάνω δεν είναι φάδο –πρόκειται γι’ αυτούς που παραμένουν πιστοί στην παλαιά φρουρά και τον ερμητικά κλειστό χαρακτήρα του φάδο- εγώ πιστεύω ότι είναι. Ίσως κάπως πειραγμένο αλλά έτσι είμαι εγώ, και υπάρχουν στιγμές που πρωταγωνιστής στα τραγούδια μου δεν είναι το ίδιο το φάδο, είναι η ιστορία που θέλω να διηγηθώ. Τελικά μου φαίνεται ότι αυτό που κάνω είναι ότι προσπαθώ να επανεφεύρω το είδος με έναν τρόπο που να το κάνει πιο ανοιχτό στο παγκόσμιο ακροατήριο –μια οικουμενική γλώσσα.

Ξεκινήσατε από ανεξάρτητες δισκογραφικές εταιρείες και σήμερα έχετε περάσει σε μία πολυεθνική. Είναι μία σαφής ένδειξη ότι έχετε πλέον μάθει την τέχνη του συμβιβασμού στη μουσική βιομηχανία;

Κ.Μ.: Αυτό το ζήτημα είναι πολύ αμφιλεγόμενο και με μακρά ιστορία. Το πέρασμα το έκανα επειδή εκτιμώ τρομερά την προσωπικότητα και την αγάπη για την τέχνη, του ανθρώπου που είναι υπεύθυνος στη Universal Classics France. Ακόμη κι αν γνωρίζω ότι οι δίσκοι μου δεν διανέμονται όπως θα έπρεπε ή ότι το promotion σε μερικές χώρες δεν είναι αυτό που θα έπρεπε, ξέρω ότι αυτός ο άνθρωπος και η ομάδα του πάντοτε θα υπερασπίζονται τις επιλογές και τα πιστεύω μου και αυτό είναι τεράστια ανακούφιση για κάποιον όπως εγώ, που θεωρεί ανεκτίμητη την προσήλωση στη διαδικασία της δημιουργίας. Όχι, δεν πούλησα την ψυχή μου στο Διάβολο, εάν αυτό εννοείτε. Είμαι ακόμη η ίδια κοπέλα που δεκαπέντε χρόνια πριν αποφάσισε να σώσει την ψυχή της με τη μουσική.

Σήμερα υπάρχει ένα παγκόσμιο ακροατήριο που καταχωρίζει κάθε μη-αγγλόφωνη μουσική, συμπεριλαμβανομένων και των φάδο, ως «έθνικ». Βρίσκετε ότι είναι πλέον δύσκολο να διατηρήσετε αλώβητη την πορτογαλική ταυτότητα στα τραγούδια σας, στο περιβάλλον μιας παγκοσμιοποιημένης αγοράς;

Κ.Μ.: Η απάντηση βρίσκεται σε κάθε δίσκο που ηχογραφώ, στο ακροατήριο που με ακούει σε κάθε συναυλία, σε μένα την ίδια. Με τους συνεργάτες μου και τους μουσικούς παλεύουμε να υπάρξουμε σε αυτήν την τεράστια σε εύρος αγορά. Αλλά σε όποιο κομμάτι αυτής της αγοράς υπάρχει σεβασμός για τις ρίζες μιας μουσικής παράδοσης, η δική μας ταυτότητα επιζεί• είναι ζωντανή και άφθαρτη.

Ποια είναι τα στοιχεία που θαυμάζετε στην Αμάλια Ροντρίγκες και στα τραγούδια της;

Κ.Μ.: Με δυο λόγια, την ικανότητα που είχε να αφηγείται μια ιστορία. Ήταν μία καλλιτέχνης που μπορούσε να σε ταξιδέψει σε άλλους τόπους μέσα από τις αισθήσεις και τα συναισθήματα.

Εσείς πώς επιλέγετε τα τραγούδια; Βρίσκετε πρώτα τα ποιήματα που σας αρέσουν ή ξεκινάτε από τις μελωδίες;

Κ.Μ.: Πρώτα έρχονται οι στίχοι -και είμαι εγώ που επιλέγω τον στόχο που θα έχει κάθε άλμπουμ, κατά το μάλλον ή ήττον. Συμβαίνει καμιά φορά να εμφανιστεί πρώτα ένας συνθέτης με μία μουσική που με αγγίζει και αν τελικά μου ταιριάζει τότε θα αναζητήσω το κατάλληλο ποίημα.

Και ποιο είναι το κεντρικό θέμα στους περισσότερους δίσκους σας;

Κ.Μ.: Έπειτα από δέκα άλμπουμ μπορώ να πω, μάλλον με σιγουριά, ότι είναι ο έρωτας. Δεν το έκανα όμως επίτηδες, απλώς έτυχε. Και έχει νόημα αυτό που σας λέω γιατί η Πορτογαλία είναι μία χώρα ερωτευμένων και παθιασμένων ανθρώπων –ακόμη και εξεγέρσεις, μάχες, επίσημες συμφωνίες ή ταραχές στην ιστορία της χώρας συνέβησαν εξαιτίας του έρωτα. Και αναφέροντας τη λέξη έρωτας δεν εννοώ μόνο τη σάρκα αλλά και τοποθεσίες, μέρη, ατμόσφαιρες…

Πολύ ωραία και ποιητικά όλα αυτά αλλά η πραγματικότητα είναι αμείλικτη εδώ στην Ελλάδα. Αλήθεια πώς βλέπετε την «ελληνική κρίση»; Αναγκαζόμαστε να αλλάξουμε βίαια τον τρόπο ζωής μας και κανείς δε γνωρίζει εάν αυτό θα αποβεί τελικά ωφέλιμο. Πολλά τα ερωτήματα και δεν ξέρω εάν υπάρχουν απαντήσεις.

Κ.Μ.: Φαίνεται ότι ακόμη και σε αυτό το θέμα βαδίζουμε παράλληλα οι δύο χώρες, στον ίδιο δρόμο που προς το παρόν μοιάζει πιο πολύ με το… Έβερεστ. Τι να σας πω, η αναμονή του τι θα συμβεί με έχει παραλύσει, ομολογώ. Νομίζω ότι πήραμε γενικώς πολλά πράγματα στραβά. Δείτε τι έχουμε κάνει στο περιβάλλον, τι σχέση αναπτύξαμε εξαρχής με τη φύση. Υποτίθεται ότι είμαστε το πιο «ευφυές» ον στον πλανήτη και τι καταφέραμε; Έχουμε άραγε χρόνο να διορθώσουμε μέρος της ζημιάς που κάναμε, για χάρη και των παιδιών μας;

Δεν ξέρω για το περιβάλλον αλλά μέχρι στιγμής ούτε η Πορτογαλία μου φαίνεται ότι έχει πολύ χρόνο. Πολλοί περιμένουν ότι θα είστε εσείς το επόμενο θύμα χρεοκοπίας στην Ε.Ε. Άραγε φοβάστε εκείνα που έρχονται;

Κ.Μ.: Ο φόβος δεν έλυσε ποτέ κανένα πρόβλημα. Εάν κάθε πορτογαλική εταιρεία και κάθε πλούσιος Πορτογάλος έκαναν μία προσπάθεια να αντιδράσουν (με επενδύσεις) αντί να κάθονται περιχαρακωμένοι στην ιδιωτική τους σαπουνόφουσκα, ίσως κατόρθωναν να κάνουν μία ένεση αυτοπεποίθησης σε αυτή την ετοιμοθάνατη χώρα, την Πορτογαλία. Προς το παρόν φαίνεται ότι όλοι μας την περιμένουμε να καταρρεύσει –σε αργή κίνηση.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.