18/10/2018 10:11:39
8.8.2010

Φωτεινή Τσαλίκογλου

Φωτεινή Τσαλίκογλου - Media

Συνέντευξη στον Γιώργο Ι. Αλλαμανή
Η Φωτεινή Τσαλίκογλου σαρώνει και αναλύει την αρένα των μέσων ενημέρωσης με εργαλείο την ψυχολογία και αποδέκτες τους φοιτητές της, τους αναγνώστες της, το επιστημονικό συνάφι των ανθρωπιστικών σπουδών. Η σκέψη της είναι ζυγαριά που δεν λειτουργεί χωρίς το αντίβαρο του «από την άλλη πλευρά όμως…» κι αυτό δείχνει άνθρωπο διαθέσιμο να μπει στη θέση του άλλου. Με μια μισοξεχασμένη λέξη, ανθρωπιστή. Όταν ο δοκιμιακός και επικαιρικός λόγος αποσύρονται στα ενδότερα της καθημερινότητας, παζαρεύει τους φόβους και τις ελπίδες της στα σοκάκια της λογοτεχνίας. Το τελευταίο της μυθιστόρημα, «Το Χάρισμα της Βέρθας» (εκδ. Καστανιώτη) μιλάει για τη μαθητεία ενός κοριτσιού στην ακριβή τέχνη της επιβίωσης μέσα από τον μετασχηματισμό της οδύνης σε δημιουργία – με όχημα οκτώ πίνακες διάσημων ζωγράφων. Τώρα που ηχούν εκκωφαντικά οι σάλπιγγες της Ιεριχούς, τώρα που οι ζωές όλο και περισσότερων συνελλήνων βυθίζονται στην κινούμενη άμμο λόγω της οικονομικής κρίσης, αυτή η πανεπιστημιακός υπενθυμίζει ότι η εξουσία επιδιώκει να σπείρει μαζικά ενοχές. Όχι λοιπόν, δεν ευθυνόμαστε ούτε όλοι, ούτε εξίσου για την επέλαση της βαρβαρότητας.


Ποια είναι η Βέρθα και ποιο είναι το χάρισμά της;
Φ.Τ.: Η ιστορία ξεκινάει με τον αιφνίδιο θάνατο του μικρού της αδελφού. Όταν η Βέρθα είναι επτά ετών. Το τραγικό γεγονός τινάζει στον αέρα τις πάντα πλασματικές ισορροπίες της οικογένειας. Ταυτόχρονα λειτουργεί σαν καταλύτης: η Βέρθα, κι αυτό είναι τελικά το χάρισμά της, παίρνει την οδύνη και την κάνει στοχασμό, σκέψη, διαθεσιμότητα απέναντι στο απρόβλεπτο, στην παθολογία, στην τέχνη. Μεταμορφώνεται σε ένα μαγικό κορίτσι. Μαντεύει το μέλλον, θυμάται πράγματα από καιρό ξεχασμένα. Επινοεί αφάνταστους τρόπους διαχείρισης του πένθους.


Η ζωγραφική πώς προκύπτει;
Φ.Τ.: Εκεί επάνω η «συγκυρία» -εντός εισαγωγικών γιατί πολλές φορές εμείς δημιουργούμε το τυχαίο- φέρνει μπροστά της μια δασκάλα ζωγραφικής, την κυρία Μιράζ. Μια παράξενα ερωτική σχέση αναπτύσσεται ανάμεσά τους που μυεί τη νεαρή Βέρθα στον κόσμο της τέχνης και στις κρυφές ζωές των ζωγράφων. Εν τω μεταξύ έχει γίνει 17 ετών. Εγώ… εξεπλάγην με την παρουσία της κυρίας Μιράζ.


Μιλάς σαν αναγνώστρια;
Φ.Τ.: Ναι. Καθώς γράφεις δεν τους ελέγχεις τους ήρωές σου. Από κάποια στιγμή κι έπειτα αυτονομούνται, σε εκπλήσσουν. Το σπίτι της κυρίας Ελέσσας επίσης ήταν για μένα μια έκπληξη. Απαρηγόρητοι συγγενείς πηγαίνουν εκεί να ακούσουν τη φωνή των πεθαμένων τους. Ο συγγραφέας μεταμορφώνεται σε αναγνώστη που ζει μια ιστορία εν τω γίγνεσθαι. Υπάρχουν οκτώ πίνακες ζωγραφικής που κάποια στιγμή άρχισαν να παίζουν έναν καταλυτικό ρόλο στο μεγάλωμα της Βέρθας. Δύο είναι από ψυχικά ασθενείς δημιουργούς. Όλοι συνδέονται με μία απώλεια.


Όπως αυτή που κουβαλάει και η ίδια με το θάνατο του αδελφού της;
Φ.Τ.: Ναι. Για παράδειγμα ο πίνακας του Μαγκρίτ οι «Εραστές», (έχει κάνει μια σειρά από αυτούς) όπου τα δύο πρόσωπα καλύπτονται με σεντόνι. Ενώ έγραφα το βιβλίο ανακάλυψα (μαζί με τη Βέρθα) ότι ο Μαγκρίτ στα δεκατρία του χρόνια αντίκρισε τυλιγμένο σε σεντόνι το νεκρό σώμα της μητέρας του, η οποία είχε αυτοκτονήσει πέφτοντας στα νερά ενός ποταμού.


Σήμερα ένα πένθιμο σεντόνι έχει πέσει σε όλη την Ελλάδα.
Φ.Τ.: (σ.σ.: διαβάζει ) «2010. Το κορίτσι ζει και μεγαλώνει σε μια ανήθικη πόλη. Μια πόλη που φοβάται τον εαυτό της και ονειρεύεται μια άλλη ζωή για τους προγόνους και τα παιδιά της». Πιστεύω ότι αυτή η πόλη θα μπορούσε να ήταν η πόλη μας, σήμερα. Αυτός ο εγκλωβισμός στον φόβο για την αυριανή μέρα.


Πώς ανιχνεύεται αυτός ο φόβος;
Φ.Τ.: Έχουμε στοιχεία που τον πιστοποιούν, δεν είναι μόνον αίσθηση. Έχουν πολλαπλασιαστεί οι απόπειρες αυτοκτονίας, οι ακούσιοι ψυχιατρικοί εγκλεισμοί στα γενικά νοσοκομεία και τα ψυχιατρεία. Η κρίση ξεκίνησε σαν οικονομική αλλά εξελίσσεται σε μία γιγαντιαία ψυχική κρίση. Ένας στους δύο ανέργους υποφέρει από στρες, άγχος, κατάθλιψη. Αλλά το σύνδρομο της ανεργίας δεν αφορά μόνον τους ανέργους, πλήττει πλέον και τους εργαζόμενους που ζουν υπό τον φόβο της απόλυσης.


Αν το 20% των Ελλήνων ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας, υπάρχει άλλο ένα 20% το οποίο ήδη γλιστράει στη νέα φτώχεια. Αυτοί ξέρανε πώς είναι να ζεις σε ένα τριάρι στους Αμπελοκήπους, όχι σε ένα σκοτεινό ημιυπόγειο με κομμένο το ηλεκτρικό.
Φ.Τ.: Εκεί είναι τα όρια της μεταμόρφωσης. Τι και πώς θα μεταμορφώσει η τέχνη και η δημιουργία όταν έχουμε να κάνουμε με την επιβίωση; Αλλάζουν όλα τα δεδομένα. Και για να γυρίσουμε στην οικογένεια, διάβαζα τελευταία ότι οι γυναίκες των ανέργων έχουν κατά 20% μεγαλύτερη θνησιμότητα. Τα παιδιά των ανέργων επισκέπτονται τρεις φορές περισσότερο τους γιατρούς απ’ ό,τι τα παιδιά οικογενειών στις οποίες τουλάχιστον ο ένας γονέας εργάζεται.


Έχει όμως προηγηθεί μία κατάπτωση κοινωνική, πολιτική, αισθητική.
Φ.Τ.: Σαν μια Κίρκη αυτή η κοινωνία μεταμορφώνει σε γουρούνια τους ανθρώπους που κινδυνεύουνε να χάσουνε τον αυτοσεβασμό τους. Ο φόβος είναι μια φυλακή, σε εγκλωβίζει σε έναν εαυτό που δεν ήθελες να έχεις, σε κάνει επιφυλακτικό, μνησίκακο, ξενόφοβο. Κατασκευάζεις φανταστικούς εχθρούς. Ζεις υπό συνεχή απειλή.


Ωραία το περιγράψαμε. Λύσεις;
Φ.Τ.: Τις λύσεις να τις αναζητήσουμε από τους πολιτικούς, όχι από τους πολίτες.


Συμφωνούμε. Αλλά δυστυχώς το ερώτημα παραμένει.
Φ.Τ.: Σίγουρα δεν είναι λύση το να περικόψεις τις συντάξεις πείνας των γερόντων. Ήταν μια κακή αρχή που υπονόμευσε την όποια συναίνεση στα μέτρα. Ένα ηθικό και στρατηγικό λάθος.


Να πάμε στην πίσω πλευρά του φόβου, να μιλήσουμε για οργή; Είναι τόσο εύφλεκτα τα πράγματα σήμερα που ό,τι βιώσαμε τον Δεκέμβριο του 2008 μπορεί με κάποιον τρόπο να επαναληφθεί;
Φ.Τ.: Το άμεσο και ατιθάσευτο συνιστούσε εν τέλει μια πολιτική πράξη. Γι’ αυτό ο Δεκέμβριος υπό μια έννοια ήταν βαθύτατα πολιτικός. Αλλά μένει ακόμα να δούμε και να αποτιμήσουμε το τι έγινε. Η οργή είναι στον αντίποδα της κατάθλιψης, είναι με τη μεριά της ζωής. Αλλά υπάρχει και η οργισμένη θλίψη. Ή ο θλιμμένος θυμός. Θέλω να πω είναι συγκοινωνούντα δοχεία αυτά. Απ’ την άλλη μεριά η άναρχη, άμορφη, τυφλή βία δεν οδηγεί πουθενά. Το στοίχημα είναι πώς αυτός ο θυμός θα ενταχθεί στο πρόσταγμα μιας άλλης ζωής. Γιατί κι αυτό που ζούσαμε όλα αυτά τα χρόνια δεν ήταν ακριβώς ζωή. Ήταν παγιδευμένη σε μια αίσθηση πλασματικής ευημερίας, ζούσαμε σε ένα όργιο καταναλωτικό.


Με δανεικά.
Φ.Τ.: Ναι, αλλά το θέμα είναι ότι επί ποινή θανάτου δεν μεταβάλλονται οι ιεραρχήσεις στη ζωή μας! Οι νέες ιεραρχήσεις κερδίζονται μόνο μέσα από νέες συνειδητοποιήσεις. Διερωτώμαι πώς με το πιστόλι στον κρόταφο μπορεί να απομακρυνθούμε από το «καταναλώνω άρα υπάρχω»;


Υπάρχει ελπίδα;
Φ.Τ.: Η ελπίδα μου είναι στο τυχαίο και απρόβλεπτο, που είναι συστατικά της Ιστορίας. Και την Ιστορία δεν την ξέρουμε. Όσοι καμώνονται πως την ξέρουν λένε ψέματα ή αυταπατώνται.


Δεν κρύβει όμως αυτή η προσδοκία μια βαθιά απελπισία;
Φ.Τ.: Δεν πιστεύω ότι η απελπισία ή η θλίψη ιδιωτικοποιεί ή αποπολιτικοποιεί, παρ’ ότι υπάρχει και αυτό το ενδεχόμενο. Μπορεί ταυτόχρονα να δημιουργήσει και αναπάντεχες συλλογικές κοινότητες.


Το 2001 που πτώχευσε η Αργεντινή στις πλατείες μαζεύονταν οι άνθρωποι από τις γύρω πολυκατοικίες. Έφερναν όσα τρόφιμα είχε ο καθένας, βάζανε καζάνια, μαγειρεύανε και έτρωγαν όλοι μαζί.
Φ.Τ.: Μα και τώρα, εδώ, ακούς να λένε «το μόνο που μας κάνει καλό είναι να βρισκόμαστε μεταξύ μας, να μοιραζόμαστε τα άγχη και τις αγωνίες μας». Αλίμονο στους μόνους ανθρώπους αυτή την εποχή. Το δίχτυ ασφάλειας δεν το προσφέρουν τα ασφαλιστικά δικαιώματα που καταρρέουν, αλλά μπορεί να το αναπληρώσει η αλληλεγγύη.


Και οι οικογενειακές και φιλικές σχέσεις. Αν σου λείπουν δυο χιλιάρικα, θα πας στον αδελφό σου να στα δώσει. Το λάδι απ’ το χωριό, ο φίλος που θα σε φιλοξενήσει στα δύσκολα.
Φ.Τ.: Λέμε «πάει η Ελλάδα που γνωρίζαμε», ξυπνήσαμε σε μια άλλη Ελλάδα. Αλλά για το θεό ας μην χαθεί η ανθρωπιά: είμαστε η ευρωπαϊκή χώρα με το μικρότερο ποσοστό εγκλεισμού ηλικιωμένων σε ιδρύματα.


Οι διαχειριστές των ελπίδων του κόσμου, τα πολιτικά κόμματα, απαξιώνονται. Τεράστια ποσοστά πολιτών στις δημοσκοπήσεις απαντάνε «κανένας» σε ερωτήματα του τύπου «ποιο κόμμα ή ποιος πολιτικός ηγέτης είναι καλύτερος».
Φ.Τ.: Δεν είναι να απορείς. Το αντίθετο θα ήτανε παράξενο. Απλώς αναρωτιέμαι αν αυτό θα φανεί και την ώρα της κάλπης. Αν δηλαδή εκείνη τη στιγμή ο ψηφοφόρος θα μπορέσει να αποδεσμευτεί από τον τόσο βαθειά εδραιωμένο εθισμό στον δικομματισμό.


Υπάρχει όμως και αυτό που λένε οι Αμερικανοί «σύνδρομο του γύρω από τη σημαία» the flagship syndrome - ψυχολογικό και πολιτικό: ο λαός στα πολύ δύσκολα -πολέμους, καταστροφές, κραχ- συσπειρώνεται γύρω από την τρέχουσα ηγεσία του μέχρι να περάσει η κρίση.
Φ.Τ.: Ζούμε την εποχή του «όλα είναι δυνατόν να συμβούν». Από τη μια μπορεί να ισχύσει κάλλιστα αυτό που λες, κι από την άλλη μπορεί να προκύψει η πλήρης απονομιμοποίηση των συμβόλων.


Αυτά τα σκεφτόμαστε εμείς που, όσο να ’ναι, έχουμε γράψει και κάμποσες ώρες πτήσης. Τι σκέφτονται τα παιδιά που συναντάς στο πανεπιστήμιο;
Φ.Τ.: Δύο τάσεις βλέπω. Από τη μια σαν να μην ζουν όλα αυτά που λέμε τώρα, σαν να μην τους αγγίζουνε, λες και είναι απρόσβλητοι. Η νεότητα έχει τους τρόπους να τα μεταπλάθει όλα, έχει δικούς της νόμους, είναι μπροστά όλα ανοιχτά.


Μοιάζει αλεξίσφαιρη η νεότητα.
Φ.Τ.: Ναι. Υπάρχει όμως και το άλλο κομμάτι, μέσα στο οποίο έχει περάσει η απελπισία. Ενημερωμένα, υποψιασμένα και απελπισμένα παιδιά.


Απελπισμένοι είναι και οι μεγάλοι. Και ενοχικοί. Οι κυβερνώντες συνεχώς υπενθυμίζουν ότι «φταίμε όλοι»: για τα μικρορουσφέτια, τη μικροφοροαποφυγή, τα βύσματα στον στρατό, το χάος των αυθαιρέτων. Εγώ ομολογώ ότι «ψώνισα» από αυτές τις ενοχές.
Φ.Τ.: Σε διαβεβαιώνω δεν φταις σε τίποτα. Το να μείνουμε σε αυτά συγκαλύπτουμε και μετατοπίζουμε το κέντρο βάρους. Ξεχνάμε την αιμορραγία και μένουμε σε μια σταγόνα αίμα. Άλλοι φταίνε. Κι αυτοί αξίζει να πληρώσουν.


Προς το παρόν την πληρώνουν οι πολλοί και οι κυβερνώντες «πονάνε».
Φ.Τ.: Πολύς πόνος πέφτει… Δεν νομίζω ότι ο κόσμος πείθεται όταν ακούει τις ευαισθησίες των κρατούντων. Πονάνε, λένε, για τα μέτρα που επιβάλλονται. Πιο πολύ μου μοιάζει, όμως, για μια ατελής επιχείρηση απενοχοποίησής τους και ενοχοποίησης των πολιτών. «Εκείνοι» λυπούνται που υποχρεώνονται να επιβάλλουν μέτρα που ποτέ δεν επιθύμησαν, «εμείς» ας αισθανόμαστε ένοχοι γιατί «κάπου φταίμε» που παρεκκλίναμε από το ορθόν, αλλά και να τα υποστούμε δίχως άλλο, γιατί «προσοχή, αν δεν τα υποστούμε μπορεί να έρθουν ακόμα χειρότερα». Η πιο χθόνια όμως μορφή ενοχοποίησης είναι η αντίληψη ότι αν αντιδράς στα μέτρα δεν νοιάζεσαι για τη χρεοκοπία της χώρας. Είσαι δηλαδή διπλά χαμένος. Και οικονομικά χαμένος και ηθικά στιγματισμένος. Ε, όχι ! Και νοιάζεσαι για τη χώρα σου, και δεν θέλεις να χρεοκοπήσει, και δεν δέχεσαι αγόγγυστα αυτά τα μέτρα!


Έρχονται άλλες εποχές. Βλέπεις παιδιά γύρω στα 28, 30, 35 που λένε «εγώ δεν θα πάρω σύνταξη ποτέ», μένουν με τους γονείς τους, δεν κάνουν οικογένεια.
Φ.Τ.: Θα σου πω μια αληθινή ιστορία. Είναι ο Γιώργος, είναι 30 χρονών, είναι συμβασιούχος, η γυναίκα του είναι καρδιοπαθής κι έχουν ένα μωράκι. Απολύθηκε. Και είναι το ένοχο μυστικό του. Από το πρωί φεύγει, κάνει πως πάει στη δουλειά του και περιφέρεται ασκόπως στους δρόμους. Καταλαβαίνεις τι ολέθριες σκέψεις κάνει όλες αυτές τις ώρες; Ε, δεν είσαι προδότης όταν εξεγείρεσαι απέναντι σε μια τέτοια προοπτική ζωής! Να πούμε όμως και κάτι υπέρ της χώρας μας;


Να πούμε.
Φ.Τ.: Έχουμε συνηθίσει να είμαστε οι ένδοξοι Έλληνες και ταυτόχρονα οι αυτοαπαξιωμένοι. Ωστόσο, κι αυτό συνδέεται και με το «Χάρισμα της Βέρθας». Έλληνες είναι αυτοί που «έκαμαν οίστρο της ζωής το φόβο του θανάτου», όπως λέει ο φοβερός στίχος του Ανδρέα Εμπειρίκου για τη δόξα των Ελλήνων. Αυτοί το κατάφεραν.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.