26/03/2019 19:28:38
8.8.2010

Απολογισμός: Φεστιβάλ Αθηνών, κιόλας χθες

Απολογισμός: Φεστιβάλ Αθηνών, κιόλας χθες  - Media

Οι παραστάσεις και οι καλλιτέχνες που ξεχώρισαν. Τα χειροκροτήματα και η πλήξη. Η κούραση του κοινού και η ματαίωση των προσδοκιών. Με απόσταση ασφαλείας, ιδού αυτά που «έκαψαν» το σανίδι κι αυτά που «τσίτωσαν» τα νεύρα μας…


Δεν ήταν από τις καλύτερες χρονιές του Φεστιβάλ Αθηνών αυτή. Ο Γιώργος Λούκος μας είχε κακομάθει τα τελευταία χρόνια. Φέτος, αν και τρέξαμε, πάλι, από παράσταση σε παράσταση, αυτό το «τρέξιμο» δεν ήταν όλες τις φορές ανατασικό. Κάποιες παραστάσεις ήταν κουραστικές και το χειροκρότημα τους λιγάκι… διεκπεραιωτικό. Προφανώς τα περιορισμένα οικονομικά ήταν αυτά που «κράτησαν» τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ μακριά από μεγάλες, πολυέξοδες παραγωγές (κάτι ανάλογο αλλά όχι σε τέτοια έκταση είχε συμβεί και πέρυσι). Ωστόσο, δεν μπορούμε να μην νοσταλγήσουμε το 2008 με τη «Μήδεια» του Παπαϊωάννου, τη Μαγκί Μαρέν και το «Turba», το φινετσάτο «Περίπτερο με τις παιωνίες», τον «Άμλετ» του Γούστερ Γκρουπ, την υπέροχη Σιλβί Γκιγιέμ, τον «άθλο» «Χ-Σκηνής, Αυτά που κάψαν το σανίδι», τις «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης», τη Ρενέ Φλέμινγκ, την κλάση του Μπαρίσνικοφ, τον «Άμλετ» της Σαουμπίνε, τη διπλή παρουσία της Εθνικής Όπερας της Λυών, τον Μπορίς Γκοντουνόφ, το «Κουκλόσπιτο» του Λη Μπρούερ, τις «Βάκχες» στο Γκαράζ, τη «Sutra». Και χορό και μουσική και θεάματα διέθετε το Φεστιβάλ Αθηνών, πριν από δύο χρόνια, ικανά να μας κάνουν να ξεχάσουμε την όποια σωματική κόπωση λόγω της πληθώρας των εκδηλώσεων. Ας είναι. Επειδή ο Λούκος κέρδισε την εμπιστοσύνη μας, γιατί ξέρουμε ότι προσπαθεί να τετραγωνίσει τον κύκλο –και ποιότητα και παραγωγές που να τις σηκώνει η τσέπη μας– περιμένουμε… Κατάφερε να βγάλει το Φεστιβάλ Αθηνών από τη θερινή του νάρκη και στα πέντε χρόνια της διακυβέρνησής του, μας χάρισε μερικές από τις ωραιότερες καλλιτεχνικές εμπειρίες του καλοκαιριού μας. Κι αυτό οφείλουμε να του το αναγνωρίσουμε.


ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ
Ο Νίκος Μαστοράκης σκηνοθέτησε το έργο του Τόνυ Κούσνερ, «Άγγελοι στην Αμερική», ένα κείμενο με αφορμή το AIDS, «ξεπερασμένο» πλέον, στο οποίο κατάφερε να βρει τις σημερινές αντιστοιχίες του. Εστιάζοντας στον πυρήνα του η παράσταση είχε αναφορές στην ανθρώπινη αδυναμία, τη σεξουαλική ταυτότητα, τον ερωτισμό, την προδοσία, την ιδεολογία, την απώλεια. Λιτά, μετωπικά, με μικρόφωνα, δίχως να υπογραμμίσει το μελόδραμα, με τους ηθοποιούς παρόντες καθ΄όλη τη διάρκεια στη σκηνή, στην άψογη μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα, εκμεταλλεύτηκε τα προτερήματα του κειμένου, αλλά «λυπήθηκε» να κόψει, να συμπτύξει, να «σφίξει», ιδιαίτερα το δεύτερο μέρος. Οι ηθοποιοί ένας προς ένας, με κορυφαίους τους Χρήστο Λούλη και Δημήτρη Λιγνάδη, έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους. Η παρουσία του Νίκου Χατζόπουλου και της Μάγιας Λυμπεροπούλου, σε διαφορετικούς ρόλους απ’ ό,τι συνήθως, λειτούργησε θαυμάσια, αυτή όμως της Σοφίας Σεϊρλή, κυρίως στο ρόλο του αγγέλου, ήταν μάλλον «θαμπή». Το θεατρικό αναλόγιο «Ανείπωτο - Ο λόγος του Γιώργου Χειμωνά», σε σκηνοθεσία Γιώργου Τζαμαργιά, διέθετε λιτότητα και απλοϊκότητα. Ο λόγος ακούστηκε, αλλά ήταν αυτός ο λόγος του Χειμωνά; Οι ερμηνείες των, σχεδόν, ακίνητων ηθοποιών μέτριες, εξαιρουμένης της Μαρίας Καλλιμάνη. Απελπιστική, στους 40 βαθμούς, και η (σχεδόν) «ακινησία» των ηθοποιών της παραγωγής με τα έργα «Σανμπασό» και «Ντάι-Χάνγια: Η Σούτρα της μεγάλης Σοφίας» από το θέατρο «ΝΟ». Η παράσταση διέθετε όλα τα χαρακτηριστικά του παραδοσιακού ιαπωνικού θεατρικού είδους που μετράει πολλούς αιώνες ζωής: τελετουργικό χαρακτήρα, μιμική, τραγούδι, υπέροχα κουστούμια, ακραία σχηματοποίηση, ακρίβεια κινήσεων. Μάλιστα ο σκηνοθέτης Ροκούρο Γκένσο Ουμεγουάκα και η ομάδα του ακολουθούν πιστά την παράδοση. Αργές κινήσεις, επιφωνήματα, παντελής έλλειψη δράσης, μια διαφορετική εμπειρία σε έναν κόσμο που τρέχει με χίλια. Η Κασσάνδρα, το πιο αθώο θύμα ανθρώπων και θεών, αφανίστηκε «σαν ζωγραφιά που σβήστηκε με ένα υγρό σφουγγάρι». Κάπως έτσι συνέβη και στην παράσταση «Τα λόγια της Κασσάνδρας» που σκηνοθέτησε ο Βίκος Ναχμίας. Αν και η Κασσάνδρα ήταν η πρωταγωνίστρια (η σκηνή της Κασσάνδρας από την αισχυλική «Ορέστεια»), ο λόγος της, έτσι όπως εκφερόταν, έχανε τη δύναμή του. Γοητευτικό το σκηνικό του Άγγελου Παπαδημητρίου. Γοητευτική και… παραμυθένια, στην πρώτη της εμφάνιση μπροστά σε λιλιπούτειους θεατές, η Ξένια Καλογεροπούλου. Το «Έλα, έλα» σχεδιασμένο για θεατές με πιπίλες και… πάνες, ήταν ένας μονόλογος χωρίς λόγια για το «κάτι» που μας λείπει. Μόνη της επί σκηνής η καλλιτέχνης, με μοναδικό συνοδοιπόρο το… φεγγάρι, έστησε μια παράσταση αστεία, τρυφερή, με σασπένς τέτοιο ώστε οι μικροί θεατές να μπουν στην περιπέτεια και να ταυτιστούν με την ηρωίδα της ιστορίας, για μισή ώρα – τόσο διαρκούσε η παράσταση. Αντίθετα. Δεν ήταν ούτε δύο, ούτε τέσσερις, ούτε εφτά. Αλλά δώδεκα! Τόσες ώρες διήρκεσαν «Οι Δαίμονες» (βασισμένοι στους «Δαιμονισμένους» του Ντοστογιέφσκι) που σκηνοθέτησε ο Πέτερ Στάιν με ιταλικό θίασο, σε μια παράσταση-ποταμό με διαλείμματα για μεσημεριανό και δείπνο. Πιστή η ανάγνωση του κειμένου και η διασκευή από το πρωτότυπο, δραματουργικά άψογη η μεταφορά, αλλά η θεατροποίησή της υπήρξε σχηματική και ρηχή, μια εικονογράφηση κι όχι μια σκηνοθετική πρόταση, με διδαγμένους μεν αλλά αδύναμους ηθοποιούς, εξαιρουμένων των Μαγκνταλένα Κρίπα και Έλια Σίλτον. Αλλά και ο Τόμας Οστερμάιερ επέλεξε τη δύναμη του λόγου. Απολύτως λιτή η σκηνοθετική γραμμή που ακολούθησε στον «Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν» του Ίψεν. Έχοντας για συνεργάτες εξαιρετικούς ηθοποιούς άφησε τον λόγο και τη δεξιοτεχνία τους να κυριαρχήσουν στη σκηνή. Από τις παραστάσεις που ο συγγραφέας και ο ηθοποιός «καταπίνουν» τον σκηνοθέτη. Αλλά και που μπορούν να ρίξουν τον θεατή στην πλήξη… Ευτυχώς αυτό δεν συνέβη. Συνέβη όμως στην παράσταση της Σάικα Τεκάντ, η οποία, με αφορμή τον Προμηθέα παρουσίασε την τραγωδία του σύγχρονου ανθρώπου που εγκλωβίζεται στο μικρόκοσμό του, χάνοντας την ικανότητά του να συμμετέχει ενεργά στη ζωή, στο «How to forget in 10 steps (Anti-Prometheus)». Δυναμική φόρμα, ασκημένοι ηθοποιοί οι έξι Προμηθείς της «φορτωμένοι» με καρέκλες στην πλάτη στην αρχή, απελευθερώνονται στη συνέχεια για να ξαναδεσμευτούν και πάλι, αφού οι μικροί κι ασήμαντοι στόχοι της καθημερινότητας και οι ψεύτικες ανάγκες του κοινωνικού συστήματος δεν τους αφήνουν να «αναπνεύσουν». Ωραία η ιδέα, φορμαλιστική η παράσταση, αλλά με λόγο πυκνό, ασυνάρτητο από τη νεύρωση, παραλήρημα της καθημερινότητας, σχεδόν ψυχαναλυτικό, σαφέστατα μη θεατρικό, δύσκολο να αφομοιωθεί. Αντίθετα, ο «Προμηθέας» του Θόδωρου Τερζόπουλου και του θεάτρου «ΑΤΤΙΣ» υπήρξε μια ωραία εμπειρία. Ανέδειξε την οντολογική και πολιτική ουσία του κειμένου με την εκφραστική δύναμη του σώματος και της φωνής. Μια παράσταση εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, άψογα εκτελεσμένη, με ενέργεια, άποψη και υψηλή αισθητική. Άριστη η επιλογή του χώρου, του Παλαιού Ελαιουργείου Ελευσίνας και η διαμόρφωσή του από τον Γιάννη Κουνέλη, με ένα έργο στη σκηνή που καθόριζε το θεατρικό γεγονός. Βογιατζής και Παπαβασιλείου, οι παραστάσεις των οποίων υπήρξαν το θέμα συζήτησης του φεστιβάλ στο πλαίσιο των ελληνικών θεατρικών προτάσεων, μάλλον απογοήτευσαν, αν και τα συναισθήματα δεν είναι ξεκάθαρα και ποικίλουν. «Ο τυχοδιώκτης… βασισμένος στον Χουρμούζη» στήθηκε πάνω σε μια ωραία ιδέα, που έμεινε ανενεργή κι ανεκμετάλλευτη, για ένα κείμενο «φρεσκαρισμένο» με άλλα κείμενα. Δίχως ραχοκοκαλιά και άξονα το θέαμα, μη θεατρικό, με «κοιλιές» και ιντερμέδια από τον ίδιο τον Βασίλη Παπαβασιλείου, που προβλημάτιζαν τον θεατή για το πού θέλει να το πάει ο καλλιτέχνης. Το πιο μεγάλο, πάντως, δέλεαρ της παράστασης ήταν η παρουσία του σκηνοθέτη στη σκηνή, αλλά κι αυτό δεν αντάμειψε τους θεατές, αφού μερικές φορές έφτανε στη ρητορεία. Ο «Τόκος» του Δημήτρη Δημητριάδη φαίνεται πως ήταν πολύ δύσκολος «τόκος» για τον Λευτέρη Βογιατζή· ένα «επικίνδυνο», μη ρεαλιστικό κείμενο, που βάζει τους αστούς στο μικροσκόπιο και μέσα από κλισέ για την οικογενειακή ευτυχία δημιουργεί ανατροπές. Η κυνική ματιά του σκηνοθέτη έμοιαζε «λίγη» μπροστά στον εσωτερικό εμφύλιο του κάθε ήρωα, με αποτέλεσμα η ανάγνωση να μοιάζει άτολμη. Υπερβατικός λόγος αλλά «επίπεδη» παράσταση (μόνο στο τέλος κάτι πήγε να γίνει), διάχυση δράσης και ήχου, χανόταν οι (δουλεμένες είναι αλήθεια από τον σκηνοθέτη και ερμηνευμένες άριστα από τους ηθοποιούς) σχέσεις των ηρώων σε αυτή την ασφυκτική οικογενειακή γιορτή που καταλήγει σε τραγωδία. Το χωμάτινο σκηνικό της Χλόης Ομπολένσκι έβαζε τον θεατή σε μια ωραία ατμόσφαιρα, αμέσως με την είσοδό του στο θέατρο.


ΣΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ
«Από τον ουρανό της Κρήτης ο Ψαραντώνης στο Ηρώδειο», το οποίο γέμισε ασφυκτικά με ένα κοινό που άλλο περίμενε κι άλλο χρειάστηκε να αντιμετωπίσει. Το εσωστρεφές κλίμα του σπουδαίου κρητικού τραγουδοποιού πάντως, στο τέλος το αντάμειψε. Δίπλα του ο Γιάννης Αγγελάκας έδειχνε τον δέοντα σεβασμό. Ένα από τα σημαντικά τζαζ γκρουπ των ΗΠΑ, το «Κουαρτέτο Τσαρλς Λόυντ» συναντήθηκε με τη Μαρία Φαραντούρη, σε μια συναυλία όπου, επιτυχώς, το έντεχνο τραγούδι άγγιξε τον κλασικισμό της τζαζ και η ελληνική παράδοση τις διεθνικές τάσεις της τζαζ. Το σύμβολο του έρημου νησιού της εποχής του μπαρόκ αποτελεί έμπνευση για τη γεμάτη συναίσθημα αλλά και χιούμορ μουσική του Γιόζεφ Χάιντν στο «L΄isola disabitata» που παρουσίασε η «Καμεράτα» με όργανα εποχής. «Α… και μην ξεχάσετε να φέρετε το μαγιό σας» είπαν στους ερμηνευτές, οι οποίοι τραγούδησαν επί σκηνής με το… μπανιερό τους! Με κοστούμια αλλά υπέροχοι ήταν οι μουσικοί της σπουδαίας «Βασιλικής Ορχήστρας Concertgebouw». Υπέροχος ο Μάλερ (Πέμπτη Συμφωνία) και το «Ειδύλλιο» του Βάγκνερ που μας χάρισαν, υπό τη διεύθυνση του Ντανιέλε Γκάττι. Πρέπει να μιλάνε οι μουσικοί; Οι απαντήσεις διχάζουν, αφού στην παράσταση «Unknown dialects: 8 μουσικές διαλέξεις» του Γιώργου Κουμεντάκη, οι μουσικοί έλεγαν και τα λογάκια τους, που δεν ήταν και λίγα. Κι ο Ντέμης Ρούσσος μιλούσε ανάμεσα στα τραγούδια αλλά εκείνος καλά έκανε, γιατί από φωνή…γιοκ. Λίγο cult, λίγο trash, λίγο νοσταλγία, έφηβοι με γκριζαρισμένους κροτάφους που χόρευαν στα πάρτι με βερμούτ το «Forever and ever» και «From souvenirs to souvenirs» στις κερκίδες, λίγο Έλβις, λίγο «Mammy blue», λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και το αγόρι, ο Μιχάλης Χατζηγιάννης δηλαδή, που δεν καταλάβαμε τι λόγο είχε να εμφανιστεί ως «τσόντα» στο τελευταίο ανκόρ και να τραγουδήσει, μαζί με τον Ντέμη το «Que sera sera». Η αλήθεια είναι ότι ο Ντέμης ελάχιστους στίχους τον άφησε να σταυρώσει μόνος του, διότι είχε πλέον λυθεί, ενθουσιαστεί –και το κοινό μαζί του– και σιγά μην άφηνε το φινάλε να του το κλέψει άλλος! «Being Demis»! Στον «Κοινό τόπο» που δημιούργησαν οι Active Member με τη συμμετοχή της Όλιας Λαζαρίδου και των «18 Μποφώρ» υπήρχαν κενά, σημεία αδιευκρίνιστα, περιττά, ανούσια. Ωστόσο το όλο εγχείρημα διέθετε τρυφερότητα, αγάπη, ευαισθησία, σύμπνοια και γι’ αυτό ήταν ξεχωριστό. Οι «Active Member», μετά το τέλος της παράστασης, έδωσαν και μια μίνι συναυλία, με πολύ κέφι και συμμετοχή του νεανικού, και όχι μόνο, κοινού. Ο Rufus Wainwright (με μία λέξη μόνο) ήταν καταπληκτικός στο θέατρο του Λυκαβηττού. Και μάλιστα με δύο συναυλίες στη συσκευασία της μιας. Στο πρώτο μέρος έπαιξε ολόκληρο το τελευταίο του, εσωστρεφές, άλμπουμ που είναι αφιερωμένο στη μητέρα του, που έχασε πρόσφατα. Στο δεύτερο, σε έναν σαφώς πιο χαρούμενο τόνο, παρουσίασε δείγματα από τις υπόλοιπες δουλειές του. Το μόνο αρνητικό της υπόθεσης; Η χαμηλή προσέλευση. Ολόκληρος Rufus Wainwright και δεν μάζεψε ούτε 1000 άτομα. Κρίμα. Για εμάς, όχι γι’ αυτόν... Ευειδής, αεικίνητος, η φωνή φωνάρα αλλά η μισογεμάτη παράσταση του Caetano Veloso στο Ηρώδειο (βασισμένη στο νέο του άλμπουμ «Zii e Zie») ήταν ένα déjà vu της προπέρσινης εμφάνισής του στο Θέατρο Badminton (βασισμένη στο τότε νέο του άλμπουμ «Ce»). Ο πολύς επαγγελματισμός βλάπτει την απόλαυση.


ΣΤΟΝ ΧΟΡΟ
Το μουσικό μπαρόκ συνάντησε τη σύγχρονη χορευτική έκφραση, στον «Πυγμαλίωνα» και τον «Ιππόλυτο και Αρικία», σε ένα «πείραμα» που κατέληξε με επιτυχία. Ο Ουίλλιαμ Κρίστι και η Τρίσα Μπράουν συνδύασαν τις τέχνες τους σε μια παραγωγή με μουσική αρτιότητα αλλά και τραγουδιστές όπερας οι οποίοι κινούνταν, αν όχι σαν χορευτές, αλλά με άνεση. Έλεγχαν όχι μόνο τη φωνή τους αλλά και το σώμα τους. Εν αντιθέσει, η χορευτική παράσταση «Replica», του χορογράφου Τζόνα Μπόκαερ, της χορεύτριας Τζούντιθ Σάντσεζ Ρουίζ και του εικαστικού Ντάνιελ Άρσαμ, που στόχο είχε να συνδυάσει χορό και εικαστικά έμεινε στις προθέσεις. Μονότονο, επαναλαμβανόμενο, με κοινότοπες χορογραφίες το θέαμα. Ο λευκός κύβος, το «διάμεσο» ανάμεσα στους χορευτές και το κοινό δεν προσέθετε τίποτα, αντίθετα ενίσχυε τη συμβατικότητα και τη «φτώχεια» ιδεών της παράστασης. Ενδιαφέρουσα η συνάντηση των Γιάννη Μανταφούνη, Φαμπρίς Μαζλιά και Μέυ Ζάρυ στο «Zero», το οποίο διερεύνησε την άμεση σχέση της ταυτότητας με τη μνήμη. Η χορογραφική γραφή άγγιξε το σημείο μηδέν, ασυνάρτητη, ασυνεχής και άχρονη, εναλλάσσοντας ορμή και ρήξη.


ΣΤΑ ΔΡΩΜΕΝΑ
Ένα πλατό που κινείται όπως ο δίσκος της ζυγαριάς, γέρνει δηλαδή κάθε φορά προς τη βαριά πλευρά υποχρεώνοντας, όσους βρίσκονται πάνω σε αυτόν, σε συγκεκριμένες κινήσεις για να αντιμετωπίσουν την επικείμενη αλυσίδα των καταστροφών. Πάνω σε αυτό το κινούμενο δάπεδο οι Μάρτιν Τσίμμερμαν και Ντιμίτρι ντε Περρό έστησαν το «Öper Öpis», μια παράσταση που συνδύαζε με μαεστρία την τέχνη του τσίρκο, το χορό, τη μουσική και τα εικαστικά, δοσμένη μέσα από τις νόρμες του βωβού κινηματογράφου. Οι πρωταγωνιστές της εξαιρετικοί χορευτές, δεινοί ακροβάτες κι αστείοι κλόουν, κατάφεραν να ισορροπήσουν πάνω στην κεκλιμένη σκηνή όλες τις τέχνες, επιλέγοντας μια πολυφωνία σωμάτων με σωματότυπους που δεν ανταποκρίνονται στον κανόνα. Ένα φουτουριστικό «εικονογραφημένο» παραμύθι ποίησης και περιπέτειας, με ψηφιακές τρισδιάστατες εικόνες, όπου το πραγματικό «χάνεται» στο εικονικό, η φαντασίωση σε ένα σύμπαν μυστηρίου, το οικολογικό μήνυμα σε μια πόλη του μέλλοντος έστησαν οι «Systeme Castafiore». Ιπτάμενα δέντρα, ουράνιες γειτονιές και διαστημικά ταξίδια δημιούργησαν μια οπτική ψευδαίσθηση που αφηγείται απίθανες πιθανότητες. Η τεχνική αρτιότητα, τα εξεζητημένα κοστούμια, οι χορογραφίες και η μουσική ποικιλία συνέβαλλαν στο τελικό αποτέλεσμα του «Stand Alone Zone». Μετά από αυτή την παράσταση ξαναθυμηθήκαμε και ψάξαμε για τα κόμικς του Μπιλάλ. Αλλά και οι «Trackworkers» με το «Whaletracking unlimited, M.D.», τη ζωντανή σκηνική εγκατάσταση με ηλεκτρονικό και φυσικό ήχο, μας έκαναν να τρέξουμε πίσω στη βιβλιοθήκη μας και να ανατρέξουμε, αυτή τη φορά, στο Μόμπυ Ντικ. Για διαφορετικό λόγο όμως. Η ομάδα έκανε λόγο για αναφορά στο σχετικό μυθιστόρημα. Αυτό που αντιμετωπίσαμε οι θεατές ήταν μουσική που τρυπούσε τ’ αυτιά, φάλτσα και τραγούδια, βίντεο, θεατρικά στοιχεία, φωνές, κινούμενα ηχεία, δίχως άξονα και θέμα. Εν τέλει πού ήταν ο Μόμπυ Ντικ (επρόκειτο για πολυεπίπεδη ανάγνωση του ήρωα…); Στη βιβλιοθήκη μας.


ΚΡΑΤΑΜΕ…
* Την ποίηση και τη μαγεία του «Ραούλ» του Τζέιμς Τιερρέ. Ακροβάτης, χορευτής, μίμος, προσωπογραφία της ανθρώπινης ύπαρξης στο δικό της βασίλειο, ο ήρωας ζει έγκλειστος μέσα σε ένα πύργο, περικυκλωμένος από φαντασμαγορικές παρουσίες. Ένα γιγάντιο ψάρι, ένας μεταλλικός σκαραβαίος, μια μέδουσα που χαροπαλεύει, όντα με τα οποία διατηρεί σχέσεις οικειότητας και εξουσίας. Κάποιος, χωρίς να το ζητήσει, έρχεται να τον απελευθερώσει. Ποιος; Ο ίδιος του ο εαυτός αφού είναι μόνος στον κόσμο. Ονειρεμένο!
* Την ενέργεια, τη ζωντάνια, το πάθος της Ορχήστρας Νέων «Σιμόν Μπολίβαρ» της Βενεζουέλας, υπό τη διεύθυνση του Γκουστάβο Ντουνταμέλ. Μπετόβεν με δώδεκα κοντραμπάσα (!) πρώτη φορά ακούσαμε. Όσο για την «Ιεροτελεστία της Άνοιξης» την απέδωσαν έξοχα οι περίπου 140 (!) μουσικοί της ορχήστρας. Όμως όλα τα… λεφτά ήταν τα ανκόρ. Όπου μαέστρος και μουσικοί φόρεσαν μπουφάν με τα χρώματα της Βενεζουέλας, τα οποία πέταξαν μετά στο κοινό, χόρεψαν μάμπο στροβιλίζοντας τα τσέλα τους, πιάνοντας τα βιολιά τους στον αέρα και κουνώντας πάνω-κάτω τις τρομπέτες τους. Το ροκ της κλασικής μουσικής!
* Τη μοναδική Ιζαμπέλ Υππέρ. Κι όποιος είχε αντιρρήσεις έπρεπε να την απολαύσει στο «Ένα λεωφορείο», σκηνοθετημένο από τον Κριστόφ Βαρλικόφσκι. Για την παράσταση ακούστηκαν πολλές αντιρρήσεις. Αλλά όλοι συμφώνησαν σε ένα: η Υππέρ ήταν υπέροχη!
* «Àgua» και «Nefés». Το «Χοροθέατρο του Βούπερταλ», της Πίνα Μπάους, μας ταξίδεψε στη Βραζιλία του Ρίο και στην Κωνσταντινούπολη, αντίστοιχα, με δύο παραγωγές του, από την αρχή της δεκαετίας. Εξωστρεφές, πολύχρωμο, κεφάτο, χαρούμενο το πρώτο, εσωστρεφές, εσωτερικό, πιο «σκοτεινό» το δεύτερο. Συμπληρωματικά. Γεννούσαν συναισθήματα. Στο φινάλε –και στα δύο– η κάθαρση με τρόπο λυτρωτικό.
* Τους Rimini Protokoll και τον «Προμηθέα στην Αθήνα». Καλύτερο κλείσιμο δεν μπορούμε να φανταστούμε για το Φεστιβάλ Αθηνών. Καταργώντας τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας η ομάδα ανέβασε στη σκηνή 103 συμπολίτες μας, δημιουργώντας ένα θέαμα λαϊκό αλλά όχι λαϊκίζον, ειλικρινές, άμεσο, δυνατό, ανθρώπινο, διερευνώντας την επίδραση της αρχαίας τραγωδίας στο σήμερα. Ο Προμηθέας υπήρξε μόνο η αρχή για τη συνειδητοποίηση της πόλης και των ανθρώπων της. Η σκηνή με τη φωνή της Κωνσταντίνας Κούνεβα ανεπανάληπτη.


ΟΙ ΝΕΟΙ
* Οι «Blitz» στο «Cinemascope» τους, «ένα ντοκιμαντέρ για το τέλος του κόσμου», με άξονα το τι γίνεται αφότου η ελπίδα χαθεί, πειραματίστηκαν πατώντας στο όριο κινηματογράφου και θεάτρου. Οι θεατές φορώντας ασύρματα ακουστικά, παρακολουθούν μέσα από μια μεγάλη τζαμαρία όλα όσα συνέβαιναν έξω. Συνεχής κίνηση, ζωντανές ή προηχογραφημένες παρεμβάσεις, εμπλέκονταν με το τυχαίο του δρόμου. Χαριτωμένο και πρωτότυπο.
* Ο Γιώργος Νανούρης άλλαξε τη χρήση του «Τροχόσπιτου» του Φεστιβάλ Αθηνών και το μετέτρεψε σε… βαριετέ, με τίτλο «Μια νύχτα χάρισμά σου». Ευφρόσυνο, κεφάτο, με πολύ τραγούδι, με ηθοποιούς που τόλμησαν να παρουσιάσουν κάτι έξω από αυτό που τους είχαμε συνηθίσει, χάρισε στο κοινό δυο πρωτότυπες, ευχάριστες βραδιές αληθινής ψυχαγωγίας. Θέλαμε κι άλλο!
* Ο Γιάννης Καλαβριανός με τις «Παραλογές ή μικρές καθημερινές τραγωδίες (ΙΙ)», δημιούργησε μια ευφάνταστη, εφευρετική και καλοκουρδισμένη παράσταση, όπου συνδέθηκαν οι παραλογές με τη σύγχρονη ελληνική ποίηση κι ο φόνος με την υπαρξιακή αγωνία. Ευφυές, ενδιαφέρον, ολοκληρωμένο.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.