12/11/2018 21:05:28

Οι θεμελιώδεις πολιτικοί αποπροσανατολισμοί μας


Η προπαγάνδα για τις επερχόμενες εκλογές θα περιστραφεί γύρω από δύο βασικά ψεύδη, που εγγίζουν τα όρια της απάτης.
 
Το πρώτο είναι η συζήτηση περί «ανάπτυξης». Η κυβερνώσα παράταξη διατείνεται ότι «ύστερα από καιρό αρχίζουμε να αναπτυσσόμαστε», «το χρέος έχει καταστεί βιώσιμο και αρχίζει η ανάπτυξη» κ.λπ. Με άλλα λόγια επιδιώκεται πλαγίως η συνταύτιση της έννοιας της ανάπτυξης με τους λογιστικούς δημοσιονομικούς ή άλλους ισολογισμούς και έτσι διακηρύσσουμε «ανάπτυξη» όταν αυτοί είναι «πλεονασματικοί».
 
Μάλιστα και όλοι οι οικονομολόγοι, στα διάφορα talk shows των τηλεοράσεων, δείχνουν να αποδέχονται, σιωπηρώς τουλάχιστον, αυτήν την άποψη. Ανάπτυξη όμως δεν είναι αυτό. Όχι ότι δεν επηρεάζεται και από αυτό, αλλά ούτε εξαρτάται σημαντικά – τουλάχιστον όχι κυρίως – από αυτό, ούτε και μετράται κατ’ έτος. Παρ’ όλες τις διαφορετικές απόψεις γύρω από την έννοια αυτή, όλες συμφωνούν ότι εμπεριέχει την αύξηση της παραγωγικότητας, την τεχνολογία, την κοινωνία, το επίπεδο ζωής, την αύξηση του πληθυσμού και τη συσσώρευση κεφαλαίων – δηλαδή βεβαίως όχι μόνο τη συσσώρευση κεφαλαίων. Το κυριότερο μάλιστα είναι πως η ανάπτυξη δεν μετράται κατ’ έτος, μετράται σε μακροχρόνιες περιόδους, αν και μελετάται κυρίως ως τάση. Ο όρος λοιπόν «ανάπτυξη» στην Ελλάδα σήμερα, χρησιμοποιείται δημαγωγικά και λανθασμένα. Αυτοί που με ευκολία τον χρησιμοποιούν στα διάφορα τηλεοπτικά κανάλια και εφημερίδες είτε μας παραπλανούν ηθελημένως είτε είναι αγράμματοι.
 
Το δεύτερο είναι η συζήτηση περί ευρώ και ευρωζώνης. Αν ετίθετο ως άσκηση, σε οικονομικές σχολές, η εισαγωγή κοινού νομίσματος σε κράτη με διαφορετικά δεδομένα και ανάγκες και άρα με διαφορετική αναπτυξιακή και οικονομική πολιτική, ο πρωτοετής φοιτητής που θα συμφωνούσε θα έμενε στην ίδια τάξη. Γιατί έγινε αυτό στην Ευρώπη; Ή για να εκβιαστεί πολιτική και οικονομική ενοποίησή της ή για να κυριαρχήσουν η Γαλλία και η Γερμανία. Αυτό το έχουν πλέον καταλάβει όλοι, των ίδιων των Γάλλων συμπεριλαμβανομένων, που ήδη διαπιστώνουν το αδιέξοδο στο οποίο συνέβαλαν και τη σταδιακή και ύπουλη γερμανική επιβολή. Η οποία τώρα βεβαίως βλέπει και αυτή το αδιέξοδο που έχει δημιουργήσει και στον ίδιο τον εαυτό της, δυστυχώς όμως η ιστορία της δεν εγγυάται πως μέλλει να συμπεριφερθεί ορθολογικά. Η λύση δεν μπορεί να προέλθει παρά από μια πραγματική πολιτική και οικονομική ενοποίηση της Ευρώπης. Στην αντίθετη περίπτωση η επιστροφή στα εθνικά νομίσματα είναι όχι μόνο αναπόφευκτη αλλά και η μόνη λογική διέξοδος για τους χειμαζόμενους λαούς τους (για να μην υπάρχουν παρερμηνείες, εμείς τασσόμαστε φανατικά υπέρ της πολιτικής και οικονομικής ενοποίησης της Ευρώπης, δηλαδή της ομοσπονδιοποίησής της, δεδομένου του ανελέητου διεθνούς ανταγωνισμού).
 
Σήμερα όμως γίνεται μια συζήτηση γύρω από το ευρώ ως ταμπού. Στη συζήτηση με τους «δανειστές» μας, οι μεν διακηρύττουν ότι θεωρούν απολύτως αναγκαία την παραμονή μας στη «ζώνη του ευρώ» – ειδάλλως θα υποστούμε ολική καταστροφή – και άρα ξεκινάμε με αυτό ως δεδομένο τις όποιες συζητήσεις με την «τρόικα», οι δε πιο λογικά σκεπτόμενοι κατανοούν ότι σε μια διαπραγμάτευση όλα τίθενται επί τάπητος. Ειδάλλως δεν γίνεται διαπραγμάτευση. Τόσο απλά, τόσο λογικά. Δυστυχώς όμως φαίνεται πως ματαίως επικαλούμαστε τον κοινό νου. Βεβαίως και θα υπάρξουν προβλήματα επιστρέφοντας στη δραχμή, κάτι όμως που αν προκύψει, θα προκύψει γιατί στη διαπραγμάτευση θα το θεωρήσουμε καλύτερο για μας.
 
Άλλωστε υπάρχουν και τώρα προβλήματα. Θέλουν ανάλυση τα υπέρ και τα κατά, τα οποία «κατά» βεβαίως δεν είναι αυτά που λένε οι διάφοροι αγράμματοι στις τηλεοράσεις – σαν αυτόν που είπε πως θα υποστούμε καταστροφή ανάλογη της μικρασιατικής του 1922. Μην ξεχνάμε πως υπάρχουν ευρωπαϊκά κράτη, π.χ. Αγγλία και Ελβετία, που είναι εκτός ευρώ και δεν έχουν περιπέσει σε πείνα εξ αιτίας αυτού. Εισαγάγουμε σήμερα βεβαίως ό,τι καταναλώνουμε, μέχρι και λεμόνια Αργεντινής και καρύδια Γαλλίας.
 
Αν επιστρέφαμε όμως στη δραχμή, μια γενναία υποτίμηση, όπως τότε με τον Μαρκεζίνη το 1953, δεν θα έδινε ώθηση στην εγχώρια παραγωγή; Απλό δεν είναι, ούτε και το προτάσσουμε σαν την καλύτερη λύση, δεν είναι αντικείμενο αυτού του σημειώματος η συζήτηση περί των εναλλακτικών δυνατοτήτων μας. Άλλωστε η σχέση μας με την υπόλοιπη Ευρώπη άπτεται και γεωστρατηγικών ζητημάτων, αν όχι κυρίως. Όμως καταδήλως γεωπολιτικά ζητήματα – δηλαδή τα ζητήματα που θα μας καθιστούσαν πανίσχυρους – δεν τολμούμε να χρησιμοποιήσουμε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων (έχουμε μόνο ένα κόμμα που συνθηματολογεί περί αυτών γραφικώς και εκ του ασφαλούς, καθόσον αποκλείει μετά βδελυγμίας κάθε συμμετοχή του στην πραγματική πολιτική διακυβέρνηση της χώρας).
 
Βεβαίως οι αποπροσανατολισμοί δεν σταματούν εδώ. Πρώτα όμως ας δούμε τα παραπάνω που θεωρούμε θεμελιώδη στη συγκυρία που βρισκόμαστε. Εξακολουθούμε να αγόμαστε και να φερόμαστε από συνθήματα όχι μόνο κενού περιεχομένου, αλλά ενίοτε και σκόπιμης συσκότισής μας. Αν ισχύει το δεύτερο, έχουμε κάθε λόγο να εικάσουμε πως συντελούνται ερήμην μας μυστικές πολιτικές διεργασίες και συνεννοήσεις – δηλαδή συνενοχές – ένθεν κακείθεν, δεξιά τε και αριστερά, κεντροδεξιά τε και κεντροαριστερά. Ουαί υμίν και ημίν… κομματικοί οπαδοί.
 
 
* Ο Δρ. Νικήτας Χιωτίνης είναι Αρχιτέκτων, Καθηγητής ΤΕΙ, Τμήματος Εσωτερικής Αρχιτεκτονικής και Σχεδιασμού Αντικειμένων
 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.