19/10/2018 00:33:15
30.8.2010

Σωτήρης Γκορίτσας

Σωτήρης Γκορίτσας  - Media

Συνέντευξη στη Χρυσούλα Παπαϊωάννου

Ο πάντοτε κοινωνικός και πολιτικοποιημένος σκηνοθέτης, Σωτήρης Γκορίτσας, το έκανε πάλι το θαύμα του. Το θέμα της νέας του ταινίας, πρόλαβε την τρέχουσα επικαιρότητα. Προτού δηλαδή βγούνε στη φόρα τα σκάνδαλα των γιατρών, τα οποία αποκάλυψαν οι φορολογικοί έλεγχοι και μονοπώλησαν πριν από λίγο καιρό τα δελτία ειδήσεων, εκείνος είχε ήδη έτοιμο το σενάριο της νέας του ταινίας και βάζει στο μάτι του κυκλώνα το εθνικό μας σύστημα υγείας. Βασισμένος στο ομώνυμο βιβλίο του γιατρού Γιώργου Δενδρινού, μας ξεναγεί στους διαδρόμους των δημόσιων νοσοκομείων. Ο ήρωάς του, που υποδύεται ο Αργύρης Ξάφης, είναι ένας ρομαντικός γιατρός, ο οποίος μπαίνει στον κόσμο του Ε.Σ.Υ. για να ανακαλύψει ότι ο όρκος του Ιπποκράτη χωράει σε ένα φακελάκι. Και ναι, ο τίτλος της ταινίας, «Απ’ τα κόκαλα βγαλμένα», παραπέμπει στον στίχο του Διονύσιου Σολωμού, κλείνοντας όμως το μάτι. Πού; Την απορία μας λύνει ο σκηνοθέτης. «Το νοσοκομείο όπου εξελίσσεται η ιστορία είναι ορθοπαιδικό. Οι γιατροί και οι ασθενείς παλεύουν εκεί μέσα με κόκαλα, όχι με αρρώστιες. Από αυτά τα Ελληνικά κόκαλα είναι βγαλμένες χαρές, δράματα και βεβαίως... φακελάκια».

Ο ιατρικός μικρόκοσμος προσφέρεται τόσο για κωμωδία όσο και για δράμα. Ποιον δρόμο επιλέξατε;

Σ.Γ.: Της κωμωδίας. Όπως κάθε πραγματική κωμωδία, και όχι απλώς σάχλα, κινείται συνεχώς μεταξύ κωμικού και τραγικού. Από τον Τσάρλι Τσάπλιν και τον Μπάστερ Κήτον μέχρι τον Μονιτσέλι και τον Γούντι Άλεν, παρακολουθούμε αυτή την αξιοθαύμαστη ισορροπία, όπου η κοινωνική κατάσταση επηρεάζει τους ήρωες και το αντίστροφο. Με συγκινεί αυτή η ακροβασία μεταξύ κωμικού και δραματικού -όπως ακριβώς συμβαίνει και στη ζωή μας- και η συνεχής εναλλαγή του άσπρου με το μαύρο. Γι’ αυτό και ποτέ δεν μου άρεσαν μονόχρωμες ταινίες και μονόχρωμες αντιλήψεις. Γνωρίζω βέβαια, ότι η Ελλάδα είναι εθισμένη σε αυτό. Ζητάει να είσαι το ένα ή το άλλο. Το αποδίδω στην πνευματική τεμπελιά τού να θέλεις άκοπα να βάλεις μια ταμπέλα και να ξεμπερδέψεις. Είναι μεν κατανοητό, αλλά δυστυχώς τίποτα, από καταβολής κόσμου, δεν ήταν ασπρόμαυρο.

Στηριχτήκατε στο βιβλίο του Γιώργου Δενδρινού. Ενσωματώσατε στην πορεία και άλλα περιστατικά;

Σ.Γ.: Στηρίχτηκα μόνο στην πληθώρα των πραγματικών περιστατικών, που έχει ζήσει ο ίδιος ο Δενδρινός στο ΕΣΥ και τα έχει καταγράψει στο βιβλίο του, αλλά επειδή ήταν τόσα πολλά και τόσο σουρεαλιστικά, έπρεπε να αποκλείσω αρκετά. Διότι κανείς ποτέ δεν θα πίστευε ότι αυτά που βλέπει στην ταινία έχουν συμβεί στ’ αλήθεια. Παράλληλα, ύστερα από συζητήσεις με τον αδερφό μου, ο οποίος είναι επίσης γιατρός, και με τον Νίκο Παναγιωτόπουλο που συνεργάστηκε στο σενάριο, έστησα μια συνεχή αλληλεπίδραση ήρωα και καταστάσεων.

Με ποιο προσωπικό τρόπο έχετε εσείς υποστεί το χάος του ελληνικού δημοσίου;

Σ.Γ.: Με όλους τους πιθανούς τρόπους και όλες τις πιθανές στάσεις! Στο ελληνικό πανεπιστήμιο, στον στρατό, στην εφορία Ζωγράφου, στην πολεοδομία, στην ΕΡΤ, στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Και γενικά γνώρισα σε βάθος το ελληνικό δημόσιο θαύμα και στη δουλειά μου, όπου πρέπει να κάνω τον σεναριογράφο, τον σκηνοθέτη, τον παραγωγό, ακόμα και τον διαφημιστή της ταινίας μου. Το κόστος όλων αυτών που περιγράφω το βλέπετε στην πλειοψηφία της γενιάς μου, της οποίας τα μαλλιά άσπρισαν νωρίτερα απ’ το κανονικό.

Εκτός από τους γιατρούς που παίρνουν φακελάκια, υπάρχουν και οι «ηρωικοί» εργαζόμενοι. Έχετε συναντήσει τέτοιες περιπτώσεις;

Σ.Γ.: Και βέβαια. Όχι μόνο στα νοσοκομεία, σε όλες τις δουλειές. Είναι αυτή η... άλλη Ελλάδα, για την οποία μίλησαν κάποιοι, θυμάστε; Μόνο που αυτή η άλλη Ελλάδα ποτέ δεν παίρνει το πάνω χέρι. Είναι looser, όπως λέει η μοντέρνα winner Ελλάδα. Σε αυτούς τους ανθρώπους νιώθω ότι χρωστάω κι ας μην τους ξέρω προσωπικά. Γι’ αυτούς κάνω ταινίες. Σαν ελάχιστο δώρο στο ότι μου έδωσαν κουράγιο να αντέχω την «άλλη Ελλάδα, τη winner», που τρώμε στη μάπα εδώ και 40 χρόνια.

Τελικά η ταινία είναι μια δυσφήμιση του Ε.Σ.Υ, μια διαφήμιση, ή μια απλή μυθοπλαστική καταγραφή της «τρέλας» των νοσοκομείων; Ποια είναι η πρόθεσή σας;

Σ.Γ.: Μου προκαλούν αφόρητη πλήξη οι αφορισμοί ή οι ζητωκραυγές που αρέσουν σε Παπαρήγα - Τσίπρα - Εκκλησία - δημοσιογράφους. Μπορεί να καθυστέρησα, αλλά κάποια στιγμή κατάλαβα πόσο άχαρο πράγμα είναι να δικάζεις, να αθωώνεις, να αφορίζεις, να καταγγέλλεις, να επευφημείς. Όποιος ευτυχήσει στη ζωή του να καταφέρει να ξεφύγει κάποτε από τέτοιες ασπρόμαυρες οπτικές, θα είναι τυχερός με το εξαιρετικά πλούσιο «Περιβόλι του τρελού», το οποίο θα αποκαλυφθεί μπροστά του. Και έχει μέσα τα πάντα: κάτασπρα, κατάμαυρα, πολύχρωμα. Ευτυχώς όλα έχουν τον λόγο ύπαρξής τους και έρχονται από παλιά θεοσκότεινα μονοπάτια – κοινωνικά και προσωπικά. Η πρόθεση κάθε ταινίας μου λοιπόν, δεν είναι ούτε να δοξάσει, ούτε να καταγγείλει, αλλά να διασχίσει αυτά τα σκοτεινά μονοπάτια κρατώντας ένα μικρό φακό. Δεν ξέρω πού με βγάζει, είναι όμως, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα διαδρομή!

Είναι πάντως γεγονός ότι στα δημόσια νοσοκομεία, ο κύριος όγκος των ασθενών είναι πλέον μετανάστες...

Σ.Γ.: Δεν είναι ακριβώς έτσι, αλλά όντως υπάρχει αυτό το θέμα. Αλλά γιατί το αναφέρουμε; Αυτό προβληματίζει τους κυρίους Καρατζαφέρη, Άνθιμο, Ψωμιάδη, Λαζαρίδη (εξέχον στέλεχος της επαναστατικής οργάνωσης «Β΄ πανελλαδική» και νυν σύμβουλο του κυρίου Σαμαρά) και άλλους εθνικά ευαίσθητους, που δεν έχουν δει ποτέ τα μάτια του άλλου, αλλά προσέχουν το χρώμα και τα χαρτιά του. Ο ιδρυτής όμως της ιατρικής επιστήμης Ιπποκράτης -Αρχαίος Έλλην από την Κω, που οι παραπάνω κύριοι ισχυρίζονται ότι είναι κατ’ ευθείαν απόγονοί του- δεν μίλησε ποτέ για θεωρημένα διαβατήρια, ιθαγένειες, επιδερμίδες και κάρτες παραμονής. Για άλλα πράγματα μίλησε και αυτοί, ως αρχαιόπληκτοι, θα έπρεπε να τα ξέρουν καλύτερα από εμένα που βαριόμουνα στα Αρχαία και τα Θρησκευτικά.

Ο τίτλος «Απ’ τα κόκαλα βγαλμένα» κρύβει κάποιο λογοπαίγνιο με τον στίχο του Σολωμού;

Σ.Γ.: Εσείς τι λέτε; Να ένα κουίζ! Θα σας βοηθήσω όμως με τις εξής πληροφορίες: Το νοσοκομείο όπου εξελίσσεται η ιστορία είναι ορθοπαιδικό. Οι γιατροί και οι ασθενείς παλεύουν εκεί με κόκαλα, όχι με αρρώστιες. Από αυτά τα Ελληνικά κόκαλα είναι βγαλμένες χαρές, δράματα και βεβαίως... φακελάκια.

Ο ήρωας σας είναι ένας ρομαντικός γιατρός. Πόσο δύσκολο είναι να παραμείνει κάποιος ιδεολόγος και ρομαντικός στη σημερινή Ελλάδα;

Σ.Γ.: Από όταν ήμουν μικρός δεν μου «πολυπηγαίναν» λέξεις όπως «ιδεολόγος», «ρομαντικός», «τρυφερός», «καλό παιδί». Ίσως διότι δεν υπήρξα ποτέ κάτι από αυτά. Το αντίθετο μάλλον. Έφαγα πολύ ξύλο μπας και συνέλθω, αλλά πού... Δεν γνώρισα επίσης και πολλούς τέτοιους τύπους. Ούτε με τραβήξανε ποτέ αυτοί που έχουν αυτούς τους τίτλους γραμμένους στο μέτωπο φάτσα κάρτα. Μάλλον τους βαριόμουνα, ίσως επειδή διαισθανόμουν ότι αυτές οι «καλοσύνες» είναι συνήθως καπνός που κρύβει άλλα πράγματα. Άρα δεν έχω φτιάξει, ούτε και θα μπορέσω ποτέ να φτιάξω τέτοιον ήρωα, διότι δεν είμαι πλέον τόσο ηλίθιος να μιλάω για πράγματα που δεν ξέρω. Και αν μου επιτρέπετε μία παρατήρηση, θα μας συμβούλευα να μην πολυεμπιστευόμαστε τέτοιους τύπους «ιδεολόγους, ρομαντικούς, καλά παιδιά», γιατί αυτοί μας έφεραν στο χάλι που είμαστε. Έλεος πια με τους οραματιστές! Ας εμπιστευτούμε και μια φορά κάποιον που δεν είναι τίποτα από όλα αυτά. Κάποιον που θα θέλει απλά να εφαρμόσει τα αυτονόητα και θα ξέρει και τον τρόπο να το κάνει.

Πώς σας φαίνεται η Υπουργός Υγείας, Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου;

Σ.Γ.: Σαν ξαδέρφη που ’χει τα γενέθλιά της και βαριέσαι τρομερά να πας στο πάρτι της!

Πρόσφατα βρέθηκε απροετοίμαστη μπροστά στο μπλοκάρισμα των υλικών που έκαναν οι προμηθευτές, με συνέπεια να υπάρξει πρόβλημα και στις μονάδες εντατικής θεραπείας...

Σ.Γ.: Και ποια θέλατε να είναι, η Λάρα Κροφτ; Πώς να ’ναι δηλαδή προετοιμασμένη; Ήσασταν εσείς προετοιμασμένη στη δουλειά σας για κάτι από όλα όσα συμβαίνουν; Και μην μου πείτε αυτά τα «ναι αλλά εγώ δεν είμαι πολιτικός». Γιατί πάντα βγάζουμε τον εαυτό μας και κρίνουμε όλους τους άλλους που θα πρέπει να είναι έτοιμοι για όσα δεν είμαστε οι ίδιοι; Τι είδους νεοελληνική παρεξήγηση είναι πάλι και ετούτη, ότι ο πολιτικός πρέπει να είναι κάτι μεταξύ Τζέιμς Μποντ και Παπαφλέσσα; Δεν θέλουμε τον πολιτικό ούτε για φίλο, ούτε να τον παντρέψουμε με την κόρη μας. Το μόνο που θέλουμε είναι να ξέρει να κάνει τη δουλειά του. Επειδή δηλαδή μας πούλησαν κάτι τέτοια φούμαρα οι πρόγονοι των σύγχρονων πρωθυπουργών μας, εμείς θα τα μάσαμε μια ζωή; Καημένοι άνθρωποι είναι κι αυτοί και πράττουν ανάλογα με το πόσο του κόβει του καθενός. Αυτό, όμως, είναι κάτι που θα έπρεπε εμείς να μπορούμε να διακρίνουμε και να μην στέλνουμε στον πόλεμο ανθρώπους που δεν θα τους φωνάζαμε ούτε για να μας διορθώσουν την αποχέτευση.

Εκτός από τα νοσοκομεία ποιοι άλλοι δημόσιοι χώροι σας κεντρίζουν κινηματογραφικά;

Σ.Γ.: Τα δικαστήρια. Είναι ένας φασαριόζικος κοινωνικός αχταρμάς, όπου κρίνεται το μεγαλύτερο αγαθό, αυτό της ελευθερίας. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο αποκαλύπτονται σκοτάδια ζωής, τα οποία αλλιώς ποτέ δεν θα φωτίζονταν. Εκεί δηλαδή γίνεται αναγκαστικά, αυτό που προσπαθεί να κάνει κάθε έργο τέχνης. Είναι ένας χώρος εξαιρετικής δραματουργικής έντασης, όπου προσπαθώ να συχνάζω όσο πιο συχνά μπορώ. Προς το παρόν ως παρατηρητής. Το μόνο πράγμα που με ενοχλεί εκεί μέσα είναι ότι στο τέλος κάποιος πρέπει, αναγκαστικά, να καταδικαστεί. Είναι από τα λίγα πράγματα, όπου η τέχνη υπερτερεί της ζωής.

Οι σπουδές σας στην ΑΣΟΕΕ μήπως είναι «χρήσιμες» τώρα, δηλαδή είστε στην προνομιακή θέση να αντιλαμβάνεστε τις οικονομικές εξελίξεις που πρόσθεσαν πολλούς καινούργιους όρους στο λεξιλόγιο του Έλληνα;

Σ.Γ.: Μπα... Από οικονομικά δεν πήρα μυρωδιά, όλο αντιγραφή έκανα. Εντρύφησα περισσότερο σε πολιτική, σεξ, φιλίες, Κυκλάδες, ροκ. Ήμουν δηλαδή ένας πτυχιούχος του Οικονομικού Πανεπιστημίου που δεν ήξερε καν τι θα πει επιταγή. Ένα κλασικό παράδειγμα προς αποφυγή, με ευθύνη για το χάλι που βλέπουμε σήμερα γύρω μας. Γι’ αυτό και «δεν δικαιούται δια να ομιλεί», όπως έλεγε και ο συγχωρεμένος (σ.σ. Μένιος Κουτσόγιωργας).

Η τρέχουσα οικονομική-κοινωνική κατάσταση φέρνει και πάλι στην επικαιρότητα την ταινία σας «Μπραζιλέρο». Σήμερα, δέκα χρόνια μετά, πώς θα αντιδρούσε ο ήρωάς σας στους οικονομικούς ελεγκτές της Ευρωπαϊκής Ένωσης;

Σ.Γ.: Χωρίς εξυπνάδες και τσαμπουκά, με το κεφάλι σκυμμένο και με μάτια που ζητάνε συγχώρεση. Στενάχωρο, ε; Το ξέρω. Δεν πειράζει όμως. Είναι η φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων. Η εξέλιξη του τσάμικου της δικτατορίας σε ζεϊμπεκιά, μιξαρισμένη με «Κάρμινα Μπουράνα». Και από εκεί, στην εξέλιξη της σοφτ αμεριμνησίας σε ψαροταβέρνα της Ραφήνας με γουστόζικα ανεκδοτάκια, χτυπήματα στην πλάτη του διπλανού και γέλια, ρεψίματα και άλλα, έχοντας πιει ένα καφάσι σόδες για χώνεψη, κάνοντας μια βόλτα στην παραλία αγκαζέ με τη σύζυγο και τα δυο παιδάκια στο καρότσι! Ανθρώπινα πράγματα δηλαδή....

Πώς κρίνετε την πολιτική του Γιώργου Παπανδρέου στο θέμα της διαχείρισης της οικονομικής κρίσης και την είσοδο της Ελλάδας στο ΔΝΤ;

Σ.Γ.: Με περάσατε για τραγουδιστή, ηθοποιό, μπασκετμπολίστα, προπονητή και με ρωτάτε τέτοια πράγματα; Αυτοί ξέρουν από αυτά και για αυτό τους στείλαμε στη Βουλή. Αυτοί, οι «πνευματικοί άνθρωποι» και οι «επώνυμοι». Εγώ δεν εμπίπτω σε αυτή την κατηγορία. Εγώ κάνω ταινίες και γι’ αυτό είστε εδώ. Ως προς αυτό, να σας πω ό,τι θέλετε. Για τα υπόλοιπα, έχω και εγώ απόψεις όπως όλοι έχουν δυο χέρια, δυο πόδια.

Η αλήθεια είναι ότι όλα τα μάτια του κόσμου είναι στραμμένα πάνω μας και περιμένουν να δουν τόσο τις δικές μας αντιδράσεις όσο και το πώς θα διαχειριστούν οι πολιτικοί την κρίση. Τι σημαίνει αυτό για εσάς ως πολίτη;

Σ.Γ.: Τίποτα. Ό,τι δηλαδή πρέπει να σημαίνει για έναν σκηνοθέτη το περιβόητο... «κοινό». Ο πλέον σίγουρος δρόμος για να αποτύχει είναι, όταν κάνει την ταινία, να έχει στο μυαλό του αυτούς που τον κοιτούν. Υπάρχει όμως περίπτωση να πετύχει, όταν την κάνει από προσωπική του ανάγκη, για το κέφι ή την αγωνία του.

Υπάρχει κάποιο πρόσωπο της πολιτικής, το οποίο θα μπορούσε να πρωταγωνιστεί σε ταινία σας;

Σ.Γ.: Θα έκανα μια φτηνή κωμωδία με τον Κύρκο και τον Φλωράκη κλεισμένους σε ένα ασανσέρ. Κάτι σαν Γουώλτερ Ματάου με Μπενίνι. Μπα… άστο καλύτερα... δεν τρελαίνομαι. Δεν θα είχε αίσιο τέλος. Το αντίθετο.

Πιστεύετε ότι το ελληνικό σινεμά έχει ύφος και προσωπικότητα;

Σ.Γ.: Βεβαίως έχει και ύφος και προσωπικότητα. Αυτήν που έχει και η κοινωνία μας.

Πού οδεύει θεματολογικά; Μήπως η γενικότερη κρίση γεννήσει σενάρια που αφορούν στην τρέχουσα ελληνική πραγματικότητα και ίσως έτσι οι σκηνοθέτες στραφούν περισσότερο σε ένα πολιτικό κινηματογράφο;

Σ.Γ.: Δεν γνωρίζω περί της στροφής τους στον πολιτικό κινηματογράφο. Διακρίνω όμως ότι και οι νεότεροι συνεχίζουν την αρχοντοβλάχικη τάση των παλιών να αλοιθωρίζουν προς Παρίσι και Βερολίνο. Και εσχάτως να βραβεύουν αισθητικές πόζες και θεωρητικές αφέλειες, σε αντίθεση με πολύ πιο ειλικρινείς και φτιαγμένες από αίμα ταινίες. Δεν είμαι εξαιρετικά αισιόδοξος αλλά μακάρι να πάνε καλά τα πράγματα.

Στη σημερινή οικονομική δυσπραγία, που πλήττει φυσικά και το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου -συμπεριλαμβανομένου και του κινηματογραφικού νόμου που είναι ακόμα στον αέρα-, από πού αντλεί κουράγιο ένας Έλληνας σκηνοθέτης για να κάνει την ταινία που ονειρεύεται;

Σ.Γ.: Από το κλίμα μας!

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.