25/09/2018 05:36:00
5.9.2010

Κώστας Γάκης

Κώστας Γάκης  - Media

Συνέντευξη στη Ναταλί Χατζηαντωνίου

Γιατί ο Κώστας Γάκης διαβάζει αυτό τον καιρό την «Απόκρυφη ιστορία του οργασμού»; Και τι σχέση έχει η, 400 σελίδων, μελέτη του Τζόναθαν Μαργκόλις, με την επιθυμία του 33χρονου σκηνοθέτη, συνθέτη και ηθοποιού να φωτογραφηθεί γι’ αυτήν τη συνέντευξη σ’ ένα νεκροταφείο; Ο σουρεαλισμός είναι βέβαια ίδιον της δημιουργικής «γραφής» και θεατρικής παρουσίας τόσο του Γάκη, όσο και του Βασίλη Μαυρογεωργίου, συνεργάτη και κολλητού του, από τα χρόνια της εφηβείας τους. Το είχαν αποδείξει πρώτα-πρώτα με την «Κατσαρίδα», που τους έκανε άμεσα αναγνωρίσιμους. Εν προκειμένω πάντως δεν πρόκειται ούτε για ντανταϊστική άσκηση, ούτε για βίτσιο. Η σεξουαλική απονέκρωση (εξ ου και το νεκροταφείο), όπως και τα κάθε είδους ταμπού και, σε αντιδιαστολή, η σωματική απελευθέρωση, βρίσκονται στον πυρήνα του έργου «Δεν μιλάμε γι’ αυτά». Το έγραψε ο Γάκης μαζί με τον Λευτέρη Καταχανά και θα ανεβεί σε σκηνοθεσία-μουσική του πρώτου, στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Νωρίτερα εκεί θα ανεβεί σε κοινή σκηνοθεσία, δική του και του Μαυρογεωργίου, το καινούριο έργο «Μια τεράστια έκρηξη», του τελευταίου. Και στο «104», των εκδόσεων «Καστανιώτη», θα επαναληφθεί η μουσικοθεατρική εκδοχή του Γάκη και της ομάδας του για τον «Διχοτομημένο Υποκόμη» του Καλβίνο. Ισχυρό θεατρικό παρών για κάποιον που δηλώνει «ανεπάρκεια» αν τον ρωτήσει κανείς για τη σταθερή σχέση του με το θέατρο.

Πώς σκεφτήκατε να διερευνήσετε θεατρικά το σεξ;

Κ.Γ.: Σε μία από τις δύο δραματικές σχολές που διδάσκω, σ’ αυτήν της Δήμητρας Χατούπη δηλαδή, τρεις νέοι ηθοποιοί προετοίμασαν για το 3ο έτος την «Όπερα της Πεντάρας» του Μπρεχτ. Έπαιζαν τόσο άμεσα, «επιθετικά» κι ερωτικά, με τόσο ανοιχτή και χυμώδη διάθεση, που μου μπήκε η ιδέα να φτιάξω μαζί τους μια παράσταση, η οποία να ’χει να κάνει με την πορνεία, τη λαγνεία, με όλα όσα απωθούμε και μ’ αυτά για τα οποία δεν μιλάμε ανοιχτά. Κι έτσι το προτείναμε στον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο για το Δώμα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου.

Πώς προσεγγίζετε το θέμα του σεξ; Με χιούμορ, ψυχαναλυτικά, σοβαρά;

Κ.Γ.: Καταρχήν παίζουμε περισσότερο με την τεχνική του μοντάζ διαφορετικών σκηνών και πλάνων, που έχουν σχέση με τα σεξουαλικά μας ταμπού. Δεν θέλαμε να αποκλείσουμε καμία απόχρωση και καμία, δοκιμασμένη από την ομάδα, τεχνική είτε αυτοσχεδιασμού, είτε σύνθεσης, είτε μινιμαλιστικών λάιτ μοτίφ – τα οποία μέσα από μια «βουδιστική» επανάληψη, φέρνουν λίγο-λίγο την αλήθεια στην επιφάνεια. Ίσως, όμως, σημαντικότερο κι από αυτά, είναι ό,τι κουβαλά κάθε ηθοποιός στην πρόβα. Είμαστε σαν μια «παιδική χαρά» του σεξ. Η διάθεσή μας είναι να αποδεσμευτούμε από τις συμβάσεις. Γι’ αυτό και το έργο λέγεται «Δεν μιλάμε γι’ αυτά», παραπέμποντας σε ταμπού, άλλοτε μακρινά και τρομαχτικά (αιμομιξία, παιδοφιλία, σαδομαζοχισμός), κι άλλοτε πολύ κοντινά.

Παράδειγμα ενός κοντινού ταμπού;

Κ.Γ.: Η απιστία. Ποτέ δεν μιλάμε ανοιχτά γι’ αυτήν, ούτε καν στον καθρέφτη μας. Και βέβαια η απιστία μπορεί να ’χει πολλές μορφές. Δεν είναι απιστία να κάνεις έρωτα με τον σύντροφό σου και να σκέφτεσαι κάποιον άλλον; Αλλά για όλα αυτά παίζει πολύ μεγάλο ρόλο τι μας έχει «κληροδοτηθεί» από την κοινωνία, τη θρησκεία, την οικογένεια. Έχει επίσης πολύ μεγάλο ενδιαφέρον ότι την ώρα που κάνουμε έρωτα, ενώ πρόκειται για μια στιγμή ένωσης και έκστασης του ζευγαριού, μπορεί να «εμφανιστεί» ξαφνικά δίπλα μας, κάποιος άλλος: ο πατέρας μας, η μάνα μας, ένας εραστής που θα θέλαμε να έχουμε. Οπότε στην παράσταση αναρωτιόμαστε: Τελικά όταν κάνουμε έρωτα είμαστε πραγματικά μόνο δύο;

Επιχειρείτε μια «χαρτογράφηση» της σεξουαλικής συμπεριφοράς των 30ρηδων ή ανοίγετε την ηλικιακή βεντάλια;

Κ.Γ.: Επειδή είμαστε όλοι γύρω στα 30, αναρωτηθήκαμε κι εμείς αν ό,τι κάνουμε, αφορά ένα μεγαλύτερο κοινωνικό κομμάτι. Γι’ αυτό αφιερώσαμε ένα ολόκληρο 15θήμερο πρόβας, διερευνώντας π.χ. αν και πώς κάνει έρωτα η Τρίτη Ηλικία. «Αυτοί οι άνθρωποι είναι νεκροί πια;» Όταν μπήκε αυτή η ερώτηση, αυτομάτως εμφανίστηκε κι αυτή: «Εμείς είμαστε ζωντανοί; 'Η μήπως κι η δική μας σεξουαλική ζωή είναι απονεκρωμένη;».

Διαπιστώσατε ποια είναι τα βασικά ταμπού της ελληνικής κοινωνίας;

Κ.Γ.: Υπάρχει τρομερό σφίξιμο. Ζούμε σε μια χώρα με απίστευτο κλίμα που θα έπρεπε να λειτουργεί απελευθερωτικά. Το καλοκαίρι παρατηρούμε μια μορφή εκτόνωσης στις παραλίες. Αλλά γιατί πρέπει να είμαστε ντυμένοι στην παραλία; Θεωρούμε κακό το γυμνό σώμα; Διαχωρίζουμε τα όργανα του σώματος σε όσα πρέπει να κρύβουμε και όσα πρέπει να δείχνουμε. Ο ώμος είναι Ο.Κ. αν φαίνεται. Το πέος δεν είναι. Και επίσης, αν δούμε μια γυναίκα στην παραλία με αποκαλυπτικό τοπ και σλιπ θα πούμε «φοράει το μαγιό της». Αν τη δούμε έτσι στην Πανεπιστημίου θα πούμε «είναι τρελή».

Οι γκέι έχουν πάψει να είναι ταμπού;

Κ.Γ.: Ίσως μέσω της τηλεόρασης να αρχίζει ο κόσμος να συνειδητοποιεί και να αποδέχεται δυο άνδρες που έχουν σεξουαλικές σχέσεις. Αλλά ενώ αυτό το ταμπού το ξεπερνάμε σιγά-σιγά, υπάρχει κι ένα άλλο ταμπού μέσα στο ταμπού. Είναι αυτό που αφορά τη γυναικεία ομοφυλοφιλία. Αυτό, αντίθετα, δεν έχει καθόλου ξεπεραστεί. Δεν είναι περίεργο να υπάρχει κι εδώ «φαλλοκρατία»;

Εκτός από το «Δε μιλάμε γι’ αυτά», τι είναι το έργο «Μια τεράστια έκρηξη» του Μαυρογεωργίου; Μία ματιά στα απρόβλεπτα της ενηλικίωσης;

Κ.Γ.: Είναι ένα έργο που ξεκίνησε από το 24 hours play, που έγινε στο «Χώρα». Εκεί παρουσιάστηκε με τον Γιώργο Πυρπασόπουλο, πήγε πολύ καλά κι έτσι τα παιδιά το πρότειναν κι αυτό στον Θεοδωρόπουλο. Γενικά είναι ένα έργο αρκετά αυτοβιογραφικό, με μερικές ιστορίες απ’ όσες έχουμε ζήσει με τον Βασίλη στην εφηβεία μας. Έχει να κάνει με την ενηλικίωση, αλλά και με την άγνοιά μας και με το πώς βλέπεις τον κόσμο, μεγαλώνοντας.

Έχετε μια προτίμηση σ’ ένα «χειροποίητο», προσωπικό θέατρο.

Κ.Γ.: Ξεκίνησα το θέατρο στα 25, τυχαία, προερχόμενος από τη μουσική. Είχα ήδη κάνει μελοποιήσεις κι είχα γράψει μελωδίες που έφτιαχναν έναν προσωπικό φαντασιακό χώρο, ο οποίος μέσα στο κεφάλι μου εκφραζόταν σαν short tales. Κι αντίστοιχα ο Βασίλης έγραφε ή ζωγράφιζε. Μέσα μας, δηλαδή, προϋπήρχαν αποσπασματικές εικόνες που, για μένα τουλάχιστον, ήταν πέρα και πάνω από το θέατρο. Έτσι λειτουργώ και τώρα. Σκέφτομαι πάρα πολύ τη ζωή μου χωρίς θέατρο. Δεν θεωρώ ότι είμαι «θεατράνθρωπος». Ένιωθα πάντα μια βαθιά ανεπάρκεια στο να ορίσω τον εαυτό μου ως ένα πράγμα και ως μόνον αυτό. Με «βολεύει» συνεπώς αρκετά να βάζω μαζί, όλα όσα νιώθω κι αισθάνομαι, και να φτιάχνω μια παράσταση που δεν ξέρω αν είναι ή δεν είναι θέατρο.

Γιατί δεν θέλατε να ορίσετε τον εαυτό σας με μία ιδιότητα;

Κ.Γ.: Το ’χα από μικρός. Νομίζω πως ρόλο έπαιξε και η σχέση μου με τους γονείς μου. Ήταν πάντα μια πολύ δημιουργική πηγή που με έμαθε να μην αρκούμαι να λέω λόγια άλλων. Αλλά αυτή η τάση μου δεν εκφραζόταν μόνον έτσι. Και στις παρέες π.χ. με πείραζε πολύ να ακούω κάποιον να λέει ένα τραγούδι του Σαββόπουλου προσπαθώντας να μιμηθεί τη φωνή του. Οπότε, μάλλον αυτό που έχω οφείλεται σε μία χαοτική διάθεση και σε μία ανεπάρκεια προς τους ακαδημαϊκούς ορισμούς.

Έχετε λοιπόν διάφορες ιδιότητες και καμία;

Κ.Γ.: Ακριβώς. Χαίρομαι που διδάσκω και βρίσκομαι μαζί με μία ομάδα 15 νέων ηθοποιών που ερευνούμε μαζί το μουσικό θέατρο και βγαίνουμε στο δρόμο και μοιραζόμαστε τις ανακαλύψεις και τα τραγούδια μας με τους περαστικούς. Μου αρέσει πολύ να μην καταλήγω κάπου. Θέλω να επιλέγω περιστασιακά και «τυχοδιωκτικά», αλλά πάντα οργανωμένα και με δουλειά. Και ανάλογα με την περίοδο που περνώ μπορεί να κλίνω προς το ένα ή το άλλο. Μου άρεσε ότι συγκλίνουν τόσο διαφορετικές τέχνες υπέρ ενός αποτελέσματος που είναι ουσιαστικά εφήμερο.

Το εφήμερο τι αισθήματα σας δημιουργεί;

Κ.Γ.: Για μένα είναι μια πληγή. Στο τέλος της μέρας, ανατρέχω σε μια πολύ όμορφη στιγμή που έχει, όμως, κιόλας φύγει. Βρίσκεται ήδη στο κλειστό κουτάκι του παρελθόντος που δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνον το παρόν που φεύγει. Τελικά νομίζω ότι έχει κάτι μεταφυσικό η θεατρική τέχνη. Είναι μια άμεση τέχνη, επαναστατική. Είναι όμως και η τέχνη που ξαναμαζεύει τη φυλή κοντά. Διαφορετικά μέλη του κοινωνικού ιστού της φυλής, ξαναβρίσκονται, όλα μαζί, γύρω από τη φωτιά που ανάβεις εσύ. Κι η φωτιά σου μπορεί να μην τους αρέσει καθόλου ή να τους αρέσει, αλλά πάντως γύρω απ’ αυτήν γίνεται η συνάντηση.

Σας ενδιαφέρει πρωτίστως η ομαδική δουλειά;

Κ.Γ.: Κυρίως. Οι άνθρωποι ήταν κάποτε όλοι μαζί. Είναι κρίμα ότι τώρα πια δεν ανακαλείται η μνήμη τού «μαζί». Κι όμως, αυτή η ψυχική εγγύτητα γίνεται σιγά-σιγά και πολιτικό αίτημα. Προφανώς ο καπιταλισμός μάς οδηγεί στην απομόνωση, αλλά αν δεν ξανάρθουμε κοντά, δεν υπάρχει περίπτωση να παλέψουμε μαζί. Δεν γίνεται να παλεύεις μαζί και να ζεις χώρια.

Μπροστά στην κρίση συνειδητοποιήσαμε, όμως, ξαφνικά, ότι επί χρόνια ζούμε χώρια: οικονομικά, κοινωνικά, ιδεολογικά. Θα παλέψουμε μαζί ή είναι ανέφικτο;

Κ.Γ.: Συμμετείχα στις πορείες που έγιναν. Και γενικά βγαίνω στο δρόμο, αν και δεν είμαι τόσο αισιόδοξος για μεγάλα κοινωνικά ξεσπάσματα. Ίσως όταν πλήττεται η τσέπη σου, όταν χάνεις όλες τις επιφανειακές σου βεβαιότητες, να βγαίνεις στο δρόμο και να τα σπας. Δεν πιστεύω, όμως, ούτε στην τυφλή βία, ούτε στην τυφλή πολιτικοποίηση. Θεωρώ ότι το γονιμότερο έδαφος είναι οι μικρές ομάδες και η αυτό-οργάνωση. Πιστεύω π.χ. πάρα πολύ στους νέους ανθρώπους που αρχίζουν να συγκροτούν μικρούς καλλιτεχνικούς πυρήνες.

Υπάρχει στο επίσημο πολιτικό σκηνικό κάποιος που να εκφράζει μια τέτοια πολιτική και κοινωνική άποψη;

Κ.Γ.: Δεν υπάρχει, ούτε ξέρω αν θα υπάρξει ποτέ. Ανακαλύπτουμε, όμως, ξανά, με τον δικό μας τρόπο, τη γενιά του ’70, το Μάη του ’68. Σκέφτομαι ότι εμείς είμαστε τα Παιδιά των Ηλεκτρονικών Λουλουδιών. Facebook, Myspace. Είμαι υπέρ όλων αυτών. Και βεβαίως θα ανεβάσω την τέχνη μου ή τη βλακεία μου στο YouTube. Το Twitter έχει βγάλει ανθρώπους στο δρόμο, έχει δημοσιοποιήσει ζητήματα, έχει αφυπνίσει. Η ταχύτητα στη μετάδοση της πληροφορίας, μπορεί να αποβεί λοιπόν, υπέρ τού «μαζί».

Θεωρείστε όμως μια γενιά αμήχανη…

Κ.Γ.: Αμήχανη σε σχέση με τους πρότερους πολιτικούς όρους. Δεν είμαστε πια η ΕΦΕΕ. Άλλαξαν τα πράγματα. Το θέμα είναι πώς μπορεί καθένας να λειτουργήσει πολιτικά στη ζωή, στη δουλειά και στην καθημερινότητά του.

Μήπως τελικά η κρίση θα το ευνοήσει αυτό;

Κ.Γ.: Θα ευνοήσει σίγουρα τον αυτοσχεδιασμό. Και την επικοινωνία. Αλλά από κει και πέρα, δεν ξέρω πώς θα μπορούσε αυτό να μετατραπεί σε πολιτική. Σίγουρα θα εκφραστεί αρχικά, με μία ψήφο δυσαρέσκειας. Ίσως οι άνθρωποι να γίνουν πιο απαιτητικοί ως προς τα δικαιώματά τους. Στο θέατρο π.χ. κάναμε χρόνια παραστάσεις low budget. Τώρα, όμως, υπήρξε από κάποιες πλευρές μία υπόγεια παρακίνηση να κάνουμε παραστάσεις χωρίς καθόλου λεφτά. Εκεί βάλαμε όρια. Εγώ τουλάχιστον προτιμώ να δουλεύω σε ένα μπαρ, παρά να δουλεύω στο θέατρο και να μην πληρώνομαι. Καταλαβαίνω ότι όλοι πιεζόμαστε αλλά κι όλοι πρέπει να κρατήσουμε ένα επίπεδο κι ένα χαρακτήρα.

Βάλατε ήδη τα όριά σας;

Κ.Γ.: Μου άρεσε όταν στην, άγριων οικονομικών όρων, συνεργασία που κάναμε πρόσφατα με το ΔΗΠΕΘΕ Ρούμελης, παλέψαμε όλοι μαζί ως ομάδα, κρατώντας ενιαίο μέτωπο, για να εξασφαλίσουμε τα στοιχειώδη δικαιώματα του ΣΕΗ. Αναγνωρίζω ότι κι εκεί οι άνθρωποι έχουν πρόβλημα, αλλά δεν μπορεί να μην τηρούνται τα βασικά. Γι’ αυτό βάλαμε όρια. Κι αυτά τα όρια γεννούν και την πολιτικοποίηση, στα σύνορα μεταξύ επιβίωσης και μη.

Η πολιτική, σας ενδιαφέρει;

Κ.Γ.: Πολιτική για μένα είναι, αυτή την εποχή, να πάρεις ένα κομμάτι γη, να το σκάψεις, να φέρεις κι άλλους φίλους και να πετύχεις έναν αντιπραγματισμό. Κατά τα άλλα, θα ήθελα να κάνω κάποτε μια παράσταση που να λέγεται «Σκάνδαλα» και να περιγράφει την πολιτική κατάσταση μετά τη Μεταπολίτευση.

Ειδήσεις στην τηλεόραση βλέπετε;

Κ.Γ.: Την έχω κλείσει. Δεν θέλω να επηρεάζομαι και δεν αντέχω να μου μιλάνε τα διάφορα channels επί ένα τέταρτο, με διάφορους οικονομικούς όρους, επίτηδες ακατανόητους.

Δεν είπατε όμως όχι στην τηλεόραση. Ήσασταν ο «Οδυσσέας» στα «Μυστικά της Εδέμ».

Κ.Γ.: Και ο «Αλέξης» στην «Ιωάννα της Καρδιάς». Δεν έχω στεγανά. Αν μ’ ενδιαφέρει κάτι, θα μπω σε οποιαδήποτε δουλειά. Έχω βέβαια τα προσωπικά μου όρια. Δεν με ενδιαφέρει για παράδειγμα καθόλου το lifestyle που συνοδεύει την τηλεόραση. Κάνω τη δουλειά μου όσο καλύτερα μπορώ και τέλος. Αλλά βέβαια είναι και τα χρήματα ένας πολύ βασικός παράγοντας.

Αλλά ακόμα και στην τηλεόραση περιορίστηκαν πολύ οι αμοιβές. Για το θέατρο, φοβάστε;

Κ.Γ.: Πάντως πέρυσι πήγε ο κόσμος στο θέατρο. Νομίζω ότι η ανάγκη για το «μαζί», ενισχύθηκε. Κατά τα άλλα, φοβάμαι κι εγώ, αλλά δεν κλείνομαι. Σκέφτομαι άλλωστε ότι ως ηθοποιοί είμαστε μαθημένοι να αυτοσχεδιάζουμε. Η εποχή ευνοεί τον αυτοσχεδιασμό.

Αυτό πώς εφαρμόζεται στη δική σας περίπτωση;

Κ.Γ.: Έχω π.χ. στο μυαλό μου ένα σχέδιο για του χρόνου. Σκέφτομαι με αυτή την ομάδα των 15 να πάμε στην Ικαρία κι αν βρούμε κάπου να μείνουμε, να γυρίσουμε για 2-3 μήνες όλο το νησί, να πάρουμε συνεντεύξεις από ντόπιους, να ακούσουμε παραδοσιακούς οργανοπαίκτες, να συζητήσουμε με όλες τις ομάδες του πληθυσμού και να κάνουμε ένα είδος κοινωνιολογικού θεάτρου που θα λαμβάνει υπόψη του τις ιδιαίτερες συνθήκες του τόπου. Κι ύστερα, να δώσουμε παραστάσεις σε πλατείες χωριών, ρεματιές, αυλές εκκλησιών. Αλλά αυτό να το κάνουμε χωρίς καμία διάθεση να δηλώσουμε ότι είμαστε ο... Μέγας Αλέξανδρος του εκπολιτισμού. Να το κάνουμε περισσότερο από τη δική μας ανάγκη να καταλάβουμε ότι είμαστε αποξενωμένοι από τη φύση, το κορμί μας, τον ήλιο, τη θάλασσα, τους ανθρώπους και να ξυπνήσουμε. Είναι βασικό να μην κλείνεις τους ορίζοντες σου, ακόμα κι αν θεωρητικά τους κλείνει η εποχή.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.