24/08/2019 15:41:49

O «αγώνας» των δύο μονομάχων κατά του... κτήνους της εφορίας

O «αγώνας» των δύο μονομάχων κατά του... κτήνους της εφορίας - Media

Τι πλήγωσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τους Έλληνες στα χρόνια της ύφεσης; Η ανεργία οπωσδήποτε. Και η φτώχεια. Μπορεί όμως κανείς να αφήσει έξω από τον κατάλογο την… εφορία; Σίγουρα όχι.

Τα δύο μεγάλα κόμματα που διεκδικούν τη διακυβέρνηση της χώρας το γνωρίζουν πολύ καλά αυτό. Και λίγες ημέρες πριν από την κρίσιμη αναμέτρηση της 25ης Ιανουαρίου συμπεριλαμβάνουν στην προεκλογική ρητορική τους και τη μείωση των φόρων. Το αν υπάρχουν χρήματα για να χρηματοδοτηθούν οι μειώσεις των φορολογικών συντελεστών, είναι ένα ερώτημα το οποίο δεν θα απαντηθεί πριν από τις εκλογές. Πόσω μάλλον όταν τα στοιχεία δείχνουν ότι τα δημόσια έσοδα πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο.

Για να μάθουμε αν λεφτά για φορολογικές ελαφρύνσεις υπάρχουν, θα πρέπει πρώτα να απαντηθούν βασικότερα ερωτήματα:

1 Θα υπάρχουν έξωθεν καθοριζόμενοι δημοσιονομικοί στόχοι που θα πρέπει να εκπληρωθούν;

2 Θα γίνει η διαπραγμάτευση με την τρόικα για το κλείσιμο της αξιολόγησης της ελληνικής οικονομίας;

3 Θα τεθούν νέοι στόχοι όσον αφορά το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος για το 2015 και τα επόμενα χρόνια;

4 Θα υπάρξει διευθέτηση του χρέους εδώ και τώρα ώστε να απελευθερωθούν πόροι που κανονικά θα πήγαιναν σε τόκους ή χρεολύσια;

5 Θα τηρηθούν ήδη ψηφισμένοι νόμοι που διέπουν τον τρόπο με τον οποίο θα φορολογηθούμε για το 2015 (π.χ. ΕΝΦΙΑ, εισφορά αλληλεγγύης, φορολόγηση εκατομμυρίων φορολογουμένων για εισόδημα ακόμη και ένα ευρώ);

Το 2015 είναι μια χρονιά κατά την οποία οι φόροι θα είναι – βάσει του προϋπολογισμού – κατά 1,5 δισεκατομμύριο ευρώ περισσότεροι σε σχέση με το 2014. Ένα μέρος των πρόσθετων εσόδων θα προέλθει από το γεγονός ότι η οικονομία θα βρίσκεται – θεωρητικά πάντα – σε συνθήκες ανάπτυξης και αυτό σημαίνει περισσότερα έσοδα κυρίως από την έμμεση φορολογία (σ.σ.: διότι μέχρι να φορολογηθούν τα επιπλέον εισοδήματα που προκύπτουν από την ανάπτυξη, πρακτικά περνάει ένας ολόκληρος χρόνος).

Βέβαια, για το αν η ανάπτυξη θα είναι 2,9%, όπως έχει προβλεφθεί στον κρατικό προϋπολογισμό, είναι επίσης ένα ερώτημα, καθώς με χαμένο το πρώτο δίμηνο – πρακτικά η εκλογική μάχη έχει παγώσει την οικονομική δραστηριότητα – είναι πολύ πιθανό ο στόχος να μην επιτευχθεί.

Και πάλι υπάρχει ΕΝΦΙΑ στον προϋπολογισμό, και πάλι υπάρχει εισφορά αλληλεγγύης (η οποία κανονικά θα πρέπει να μειωθεί στο τέλος του μήνα και η διαφορά να φανεί στον μισθό μας), και πάλι θα υπάρχει τέλος επιτηδεύματος, και πάλι θα υπάρχει φόρος από το πρώτο ευρώ στα ενοίκια και στα εισοδήματα από ελεύθερα επαγγέλματα. Και φόρος στους έχοντες μηδενικό εισόδημα θα υπάρχει καθώς ο «μπλοκάκιας» που δεν έκοψε ούτε ένα δελτίο μέσα στο 2014 θα πληρώσει το «650άρι» ενώ ο άνεργος με ένα ιδιόκτητο σπίτι θα πληρώσει ΕΝΦΙΑ καθώς πρόβλεψη πλήρους απαλλαγής του ανέργου από τον φόρο των ακινήτων δεν υπάρχει. Αυτά εκτός εάν…

Οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ

Δύο είναι τα βασικά φορολογικά μέτρα που έχει ενσωματώσει στο προεκλογικό του πρόγραμμα ο ΣΥΡΙΖΑ. Και τα δύο ευνοούν τους έχοντες τα χαμηλότερα εισοδήματα. Ζητούν, ωστόσο, μιαν απάντηση: πού θα βρεθούν τα… λεφτά.

Το πρώτο συμπέρασμα είναι ότι αυτά τα δύο μέτρα απελευθερώνουν ρευστότητα στο σύστημα, η οποία υπό προϋποθέσεις μπορεί να ξεπεράσει τα τρία ή και τα τέσσερα δισεκατομμύρια ευρώ. Τι θα γίνει αυτή η ρευστότητα;

Αν το χρήμα επιστρέψει στην αγορά, θα γίνει ΦΠΑ, ειδικός φόρος κατανάλωσης, φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων ή φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων. Έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό αυτά τα δύο μέτρα: αφορούν πρόσωπα τα οποία, αν τους δώσεις λίγα ευρώ, δεν θα τα βάλουν στην τράπεζα αποταμιεύοντάς τα. Είναι τέτοιες οι ανάγκες τους, που θα πρέπει να τα καταναλώσουν. Ποια είναι τα δύο βασικά μέτρα του ΣΥΡΙΖΑ;

1 Η κατάργηση του ΕΝΦΙΑ και η επαναφορά του φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας. Το μέτρο είναι βέβαιο ότι θα κερδίσει τις καρδιές (και τις τσέπες) σχεδόν όλων των Ελλήνων. Κι αυτό διότι, έτσι όπως είναι διατυπωμένος ο νόμος, πληρώνουν ακόμη και οι άνεργοι (ναι, ο νομοθέτης προέβλεψε ότι ο άνεργος έχει φοροδοτική ικανότητα και του επέβαλε την υποχρέωση να πληρώνει το 50% του φόρου που αναλογεί κανονικά στο ακίνητό του). Υπάρχει όμως το «αλλά».

Κατάργηση του ΕΝΦΙΑ θα επιφέρει μείωση των δημοσίων εσόδων κατά τουλάχιστον δύο δισεκατομμύρια ευρώ. Τα συνολικά φορολογικά έσοδα που πασχίζει να εισπράξει το υπουργείο Οικονομικών από τον καθολικό φόρο ακινήτων, ανέρχονται στα 2,65 δισεκατομμύρια ευρώ ενώ, για να εισπραχθεί αυτό το ποσό, έχουν βεβαιωθεί έσοδα άνω των 3,2 δισεκατομμυρίων ευρώ (άλλη απίστευτη πατέντα της απερχόμενης κυβέρνησης: βεβαιώνει 100 ευρώ φόρο γνωρίζοντας ότι ο ένας στους έξι δεν θα πληρώσει.

Γι’ αυτόν που πληρώνει όμως, ο φόρος είναι 100% και όχι 70% ή 80%, όπως ο δείκτης εισπραξιμότητας του ΕΝΦΙΑ. Αν επιλεγεί να πληρώνουν φόρο μόνο οι έχοντες μεγάλη ακίνητη περιουσία (π.χ. άνω των 300-400 χιλιάδων ευρώ), τότε τα έσοδα θα περιοριστούν σε 500-600 εκατομμύρια ευρώ. Σε περίπτωση που θα επιδίωκε ο μελλοντικός υπουργός Οικονομικών περισσότερα από τους λεγόμενους «μεγαλοϊδιοκτήτες», τότε θα υποχρεούνταν να επιβάλει φόρο με συντελεστή υψηλότερο ακόμη και από 2%.

Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με δήμευση και δεν θα συμβεί. Άλλωστε από την περίοδο των εξαγγελιών στη Θεσσαλονίκη ο ΣΥΡΙΖΑ έχει συμπεριλάβει στο πρόγραμμά του το ενδεχόμενο η κατάργηση του ΕΝΦΙΑ να «κοστίσει» περί τα δύο δισεκατομμύρια ευρώ στον κρατικό προϋπολογισμό. Ενώ το μειονέκτημα του μέτρου είναι το δημοσιονομικό κόστος, το πλεονέκτημα είναι διπλό:

α. Δεν επιβαρύνονται τα φτωχότερα εισοδηματικά στρώματα για την κύρια κατοικία τους και δεν καλούνται να πληρώσουν φόρο ακόμη και αν το εισόδημά τους είναι «μηδέν».

β. Απελευθερώνεται σημαντική ρευστότητα στο σύστημα – και μάλιστα άμεσα –, κάτι που συμβάλλει στην επανεκκίνηση της οικονομίας.

2 Η επαναφορά του αφορολογήτου στις 12.000 ευρώ. Το ποιοι θα ωφεληθούν από το μέτρο και πόσο, εξαρτάται από το πώς ακριβώς θα γίνει η εφαρμογή του. Θα είναι ένα γενικό αφορολόγητο, όπως ίσχυε μέχρι και πριν από την περίοδο των μνημονίων;

Σε αυτήν την περίπτωση, θα ωφεληθούν όλοι οι φορολογούμενοι με ετήσιο εισόδημα από 9.500 ευρώ και πάνω και όλοι οι ελεύθεροι επαγγελματίες από το πρώτο ευρώ. Υπάρχει η εναλλακτική λύση το αφορολόγητο να ισχύσει με τη λογική της φορολογικής έκπτωσης –κάτι που συμβαίνει και σήμερα –, αλλά, αντί να απαλλάσσει το σύνολο των φορολογουμένων από την υποχρέωση καταβολής φόρου για το τμήμα του εισοδήματος μέχρι και τις 12.000 ευρώ, ουσιαστικά να μηδενίζει τη φορολογική επιβάρυνση μόνο για όσους εμφανίζουν εισόδημα έως και 12.000 ευρώ.

Η διαφορά είναι προφανής: στην πρώτη περίπτωση ευεργετούνται οι πάντες και το δημοσιονομικό κόστος εκτοξεύεται, στη δεύτερη περίπτωση όφελος προκύπτει μόνο για τους έχοντες χαμηλά εισοδήματα ενώ και το δημοσιονομικό κόστος είναι μικρότερο. Το πρόβλημα, δημοσιονομικά, συνίσταται στο ότι λόγω της κρίσης το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού έχει συγκεντρωθεί πλέον στα κατώτερα εισοδηματικά κλιμάκια. Δηλωθέν εισόδημα κάτω των 12.000 ευρώ εμφανίζουν σήμερα περισσότεροι από τους 6 στους 10 φορολογουμένους.

Οι προτάσεις της Νέας Δημοκρατίας

Ο πρωθυπουργός κινήθηκε τις τελευταίες ημέρες σε εντελώς διαφορετικό μήκος κύματος. Μίλησε για μείωση του ΕΝΦΙΑ, έτσι ώστε το συνολικό ποσό από τον φόρο να μην υπερβαίνει το 1% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου 1,9 δισεκατομμύρια ευρώ σε σημερινές τιμές. Φυσικά, ο πρωθυπουργός δεν δεσμεύτηκε για το πότε θα γίνει αυτή η μείωση.

Ο… ορίζοντάς του έφτανε μέχρι και το 2021, χρονιά κατά την οποία το ΑΕΠ μπορεί να κυμαίνεται πάνω από τα 220 δισεκατομμύρια ευρώ. Ας υποθέσουμε ότι ο σημερινός πρωθυπουργός έχει στο μυαλό του να εφαρμόσει το μέτρο σταδιακά. Τι θα συμβεί; Αν βρει και αυτός τα χρήματα που απαιτούνται για να χρηματοδοτήσει τη φορολογική ελάφρυνση, θα προχωρήσει σε μια «οριζόντια» μείωση, η οποία ευνοεί κατά κύριο λόγο τους έχοντες πολύ μεγάλη ακίνητη περιουσία.

Αυτό συμβαίνει πάντοτε με τις οριζόντιες μειώσεις φορολογικών συντελεστών. Ευνοούν αυτούς που έχουν τα περισσότερα. Το ίδιο άλλωστε έγινε και με τη μείωση των συντελεστών στην εισφορά αλληλεγγύης. Οι φτωχότεροι με τα εισοδήματα των 1.000 ευρώ κέρδισαν 10 ευρώ τον μήνα και οι πλουσιότεροι 100 ευρώ τον μήνα. Εννοείται ότι οι φτωχοί και οι άνεργοι θα εξακολουθήσουν να πληρώνουν. Ακόμη και αν έχουν μηδενικό εισόδημα.

Ο Σαμαράς έκλεισε το μάτι στους έχοντες μεγάλη περιουσία λέγοντας και κάτι ακόμη: ότι σταδιακά ο ΕΝΦΙΑ θα γίνει πόρος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ώστε να μην είναι οι δήμοι ζητιάνοι της κεντρικής εξουσίας. Υπάρχει ένα τεχνικό εμπόδιο αυτήν τη στιγμή: ο συμπληρωματικός φόρος ακινήτων. Αυτόν τον πληρώνουν όσοι έχουν ατομική περιουσία αξίας άνω των 300.000 ευρώ.

Ο συμπληρωματικός φόρος, επειδή επιβάλλεται στο σύνολο της περιουσίας και όχι στην κάθε ιδιοκτησία ξεχωριστά, δεν μπορεί να αποτελέσει πόρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Ή θα καταργηθεί ή θα παραμείνει ως έσοδο της κεντρικής κυβέρνησης. Αν καταργηθεί, ποιοι κερδίζουν; Οι έχοντες ατομική περιουσία άνω των 300.000 ευρώ.

Είναι σαφές ότι σε σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει μια ιδεολογική διαφορά: ο ΣΥΡΙΖΑ πιστεύει ότι πρέπει να πληρώσουν αυτοί που έχουν πολλά ακίνητα και να απαλλαγούν αυτοί που έχουν ένα ακίνητο ή μικρή περιουσία. Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να πιστεύει ότι πρέπει να πληρώνουν όλοι για να μην είναι μεγάλη η φορολογική επιβάρυνση για αυτούς που έχουν τα πολλά.

Η δεύτερη πρόταση που ακούστηκε από τον πρωθυπουργό κατά την παρουσίαση του αναπτυξιακού προγράμματος για την περίοδο μέχρι και το 2021 – προσωπικό στοίχημα τη χαρακτήρισε ο Α. Σαμαράς – είχε να κάνει με τη μείωση των φορολογικών συντελεστών της κλίμακας και ειδικά του ανώτατου συντελεστή. Ενός συντελεστή ο οποίος σήμερα διαμορφώνεται στο 42% και, αν προστεθεί και το 4% της εισφοράς αλληλεγγύης, διαμορφώνεται στο 46%. Αυτόν τον συντελεστή, ο πρωθυπουργός θέλει να τον μειώσει στο 33%.

Εντυπωσιακή ακούγεται η μείωση καθώς αγγίζει τις εννέα ποσοστιαίες μονάδες. Εννοείται ότι και γι’ αυτήν τη μείωση δεν υπάρχει χρονοδιάγραμμα. Να διευκρινιστεί όμως ποιοι κερδίζουν.

Η απάντηση είναι η εξής: Οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι με ετήσιες απολαβές μόνο από τον μισθό ή τη σύνταξή τους άνω των 42.000 ευρώ. Οι έχοντες μικρότερα εισοδήματα δεν πρόκειται να κερδίσουν ούτε ένα ευρώ.

Πρόκειται για φορολογική ελάφρυνση που αφορά τους περίπου 100-150.000 πλουσιότερους Έλληνες, τουλάχιστον με κριτήριο τα δηλωθέντα εισοδήματα. Και δεν είναι ανέξοδη φορολογική ελάφρυνση. Πρόκειται για μέτρο με σημαντικό δημοσιονομικό κόστος καθώς μπορεί οι δικαιούχοι να είναι λίγοι, ωστόσο το τμήμα του εισοδήματος που εμφανίζουν πάνω από το όριο των 42.000 ευρώ – περί αυτού ο λόγος –, αν αθροιστεί, ανέρχεται σε πολλά δισεκατομμύρια ευρώ.

Ξεκάθαρη και εδώ η διαφορετική τοποθέτηση των δύο κομμάτων: αύξηση του αφορολόγητου που προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ (ή αύξηση της φορολογικής έκπτωσης) μοιράζει όφελος στους πολλούς με τα λιγότερα εισοδήματα. Αντίθετα, μείωση του ανώτατου συντελεστή της κλίμακας που προτείνει η Νέα Δημοκρατία φέρνει μεγάλη ελάφρυνση στους λίγους με τα περισσότερα εισοδήματα.

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.