19/09/2018 19:01:06
12.9.2010

Μαρία Γκουλεγκίνα

Μαρία Γκουλεγκίνα  - Media

Συνέντευξη στη Ναταλί Χατζηαντωνίου

«Σ’ όλη μου τη ζωή τραγουδώ αποκλειστικά ό,τι μου αρέσει». Να κάτι που επιμένει να επαναλαμβάνει επίμονα η αρμενο-ουκρανικής καταγωγής σοπράνο, Μαρία Γκουλεγκίνα. Δεν έχει βέβαια άδικο. Το άστρο της ανέτειλε σε μία εποχή που ήταν μάλλον απίθανο ακόμα και για έναν λυρικό τραγουδιστή να ανοίξει τον δρόμο του, μόνος, χωρίς μάνατζερ, χωρίς αποκλειστικά συμβόλαια και χωρίς καμία διάθεση να ακολουθήσει οποιουδήποτε τύπου συμβουλές. Η σταδιοδρομία της ξεκίνησε το 1981 από την Κρατική Όπερα του Μινσκ. Ένα χρόνο αργότερα, στα 23 της, την ανακάλυψε η Σκάλα του Μιλάνο. Η πρώτη της εμφάνιση εκεί ήταν στο πλευρό του Παβαρότι ως «Αμέλια» στον «Χορό Μεταμφιεσμένων» του Βέρντι. Έκτοτε ερμήνευσε τους σημαντικότερους ρόλους του ιταλικού ρομαντικού ρεπερτορίου, με έμφαση στον Βέρντι, εμφανίστηκε στα μεγαλύτερα λυρικά θέατρα του κόσμου, με έμφαση στη Σκάλα του Μιλάνου και συνεργάστηκε με κορυφαίους ερμηνευτές και διευθυντές ορχήστρας. Σε 30 χρόνια καριέρας, απέσπασε διθυραμβικές κριτικές, βραβεία και χαρακτηρισμούς όπως «η σοπράνο που κυλάει στις φλέβες της ο Βέρντι». Στο «Ναμπούκο» του Βέρντι την είχαμε θαυμάσει το 2007, που ανέβασε τότε η Λυρική Σκηνή. Στην τωρινή της πάντως εμφάνιση, στις 24 Σεπτεμβρίου, στο Μέγαρο Μουσικής, για ένα πρόγραμμα πιάνο-φωνή (στο οποίο θα τη συνοδεύει ο πιανίστας της Σκάλα του Μιλάνο, Μασιμιλιάνο Μπούλο) δεν θα ερμηνεύει μόνον Βέρντι.

Τι θα παρουσιάσετε; Κυρίως άριες του Βέρντι και καντσονέτες;

Μ.Γ.: Θα πω και λίγες καντσονέτες. Όλοι με ξέρουν ως ειδικευμένη στον Βέρντι. Αλλά θα ήθελα να κάνω και κάτι, κάπως ασυνήθιστο. Γι’ αυτό το πρόγραμμά μου, έχει λίγο από όλα όσα έχω κατά καιρούς ερμηνεύσει: Ντονιτσέτι, Μπελίνι, Ροσίνι, Βέρντι φυσικά, αλλά και Πουτσίνι και Τζορντάνο.

Έχετε ένα ιδιαίτερο δεσμό με το ιταλικό ρεπερτόριο...

Μ.Γ.: Είναι όλη μου η ζωή... Εκεί βρίσκεται η ψυχή μου. Κι άλλωστε είμαι καλλιτέχνις. Μπορώ να κάνω μόνον ό,τι θέλω κι αγαπώ πραγματικά εγώ, κι όχι ό,τι θέλει από εμένα κάποιος άλλος. Διαφορετικά δεν μπορώ να δείξω τις δυνατότητές μου. Θεωρώ τεράστιο λάθος να αφήνεις οποιονδήποτε άλλο, να σου υποδεικνύει τι θα τραγουδήσεις. Αν το επιτρέψεις, παύεις να είσαι καλλιτέχνης και αντιμετωπίζεσαι ως μηχάνημα. Εγώ, όλη μου τη ζωή, τραγουδούσα αποκλειστικά και μόνον ό,τι μου άρεσε.

Φαντάζομαι ότι δεν ήταν πάντα εύκολο να επιβάλλετε, χωρίς μάνατζερ ή διαμεσολαβητές, την άποψή σας.

Μ.Γ.: Φυσικά και δεν ήταν. Πάρα πολλές φορές είπα «όχι» σε προτάσεις που έφταναν από διάφορα λυρικά θέατρα ή φορείς. Πλήρωσα το αντίτιμο. Κάποιοι από αυτούς επεχείρησαν, αργότερα, να με «τιμωρήσουν». Αλλά, τόσα χρόνια μετά, βρίσκομαι ακόμα εδώ και τραγουδώ. Και κάποια μέρα όταν θα βρω, στο πεδίο της όπερας πάντα, κάτι διαφορετικό, αλλά ωραίο για τη φωνή μου και ενδιαφέρον, θα μελετήσω πολύ και ίσως τότε να το επιχειρήσω. Πρώτα, όμως, θα πρέπει εγώ να έχω αποφασίσει να αφήσω αυτό το ρεπερτόριο. Είμαι, ωστόσο, ακόμα νέα για να σταματήσω. Αντίθετα, φέτος π.χ. θα κάνω τους «Πειρατές» του Βέρντι. Προσπαθώ να προχωρώ, πράγμα που προϋποθέτει συνεχή μελέτη.

Όταν μια σοπράνο της δικής σας εμπειρίας μιλά για μελέτη, τι εννοεί;

Μ.Γ.: Την «Τραβιάτα», τη μελετούσα επί 15 χρόνια. Μόνο και μόνο για να μπορέσει μια σοπράνο με δραματική χροιά, όπως εγώ, να ερμηνεύσει την πρώτη άρια, απαιτείται τεράστια δουλειά.

Οι νεότεροι καλλιτέχνες πιστεύετε ότι κάνουν το ίδιο; Δεν μπορώ να φανταστώ κάποιον, με το άγχος του ανταγωνισμού και της καταξίωσης, να αποφασίζει να μελετήσει μια 15ετία για να ερμηνεύσει μια όπερα...

Μ.Γ.: Κι όμως απαιτούνται αδιαπραγμάτευτα 15 χρόνια δουλειάς, αν έχει κάποιος φωνή σαν τη δικιά μου. Ενώ κάποια άλλη, ακόμα και 22-24 ετών, με λυρική κολορατούρα, μπορεί να αποδώσει πολύ ευκολότερα την πρώτη άρια – όχι όμως και ολόκληρη την «Τραβιάτα». Κι αυτό δεν αφορά μόνον την «Τραβιάτα». Τη μέρα που αποφάσισα να κάνω τη «Νόρμα» του Μπελίνι, επίσης ήξερα ότι απαιτείται μελέτη για καιρό. Αλλά δεν είναι μόνον θέμα φωνητικής χροιάς. Για να κάνω κάτι καινούριο πρέπει να είμαι απόλυτα ερωτευμένη με τη μουσική και το έργο.

Δεν ακολουθήσατε τη μόδα που ήθελε πολλοί λυρικοί τραγουδιστές να συνεργάζονται με αστέρια της ποπ ή διασημότητες της ροκ...

Μ.Γ.: Δεν το καταδικάζω, όμως. Αρκεί οτιδήποτε κάνει ένας τραγουδιστής, να γίνεται με ταλέντο και ψυχή. Θα το έκανα κι εγώ αν υπήρχε κάποια πραγματικά ενδιαφέρουσα πρόταση. Πρώτα βέβαια θα εξέταζα, ποιος μου ζητάει να συνεργαστούμε, πώς και σε ποιο μουσικό πεδίο.

Ο πρώτος Βέρντι της ζωής σας ποιος ήταν; Εννοώ την πρώτη φορά που ακούσατε όπερα του Βέρντι.

Μ.Γ.: Η μητέρα μου με πήγαινε στην όπερα από τότε που ήμουν 5 ετών. Στην Οδησσό υπήρχαν τότε και παραστάσεις νωρίς το απόγευμα. Είχα παρακολουθήσει λοιπόν τόσες πολλές όπερες που δεν μπορώ να θυμηθώ πότε ακριβώς πρωτάκουσα Βέρντι. Μπορώ όμως να θυμηθώ πότε συμμετείχα για πρώτη φορά σε όπερα του Βέρντι. Ήμουν 15-16 ετών και χόρεψα σε μια παράσταση της «Τραβιάτα».

Χορέψατε;

Μ.Γ.: Ναι, γιατί τότε σπούδαζα μπαλέτο. Μετά από εκείνη την παράσταση έκανα 15 χρόνια να ξανασυναντήσω την «Τραβιάτα».

Γιατί δεν γίνατε μπαλαρίνα;

Μ.Γ.: Γιατί δεν με άφησε ο πατέρας μου. Θεωρούσε το μπαλέτο αναξιοπρεπές για μια γυναίκα. Ο πατέρας μου είναι Αρμένιος. Αυστηρών ηθών. Έπρεπε, κατά την άποψή του, να φορώ σκουρόχρωμα φορέματα, κλειστά ως το λαιμό, μέχρι να... παντρευτώ. Εγκατέλειψα λοιπόν το μπαλέτο και στράφηκα στον αθλητισμό. Αλλά ούτε κι αυτό το ενέκρινε. Τέλος πάντων, μέχρι να αναγκαστώ να εγκαταλείψω και τα σπορ, είχα αποκτήσει ένα πολύ δυνατό κορμί.

Για την επιβλητική σας παρουσία στη σκηνή έχουν γραφτεί πολλά...

Μ.Γ.: Επεδίωκα πάντα να είμαι σε καλή φυσική κατάσταση. Είναι εξαιρετικά σημαντικό για μένα. Αν βλέπατε π.χ. τη «Λαίδη Μάκβεθ» μου, από τον «Μάκβεθ» της Μετροπόλιταν Όπερα, θα διαπιστώνατε ότι έκανα πράγματα που οι περισσότεροι λυρικοί τραγουδιστές δεν μπορούν. Π.χ. ερμήνευσα δύο «καμπαλέτα» και πριν από το δεύτερο διέσχισα ολόκληρη τη σκηνή τρέχοντας. Ευγνωμονώ τον αθλητισμό γιατί εκεί έμαθα ότι η φράση «δεν μπορώ» δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο «πρέπει να το κάνω».

Πότε ανακαλύψατε ότι είστε «ερωτευμένη» με τον Βέρντι; Έπαιξε ρόλο η συνεργασία σας στη Σκάλα με τον μαέστρο Γκαβατσένι;

Μ.Γ.: Ο Γκαβατσένι ήταν ο πρώτος αρχιμουσικός με τον οποίο συνεργάστηκα εκτός Ρωσίας. Όταν πρωτάκουσα την ορχήστρα της Σκάλα να παίζει κάτω από την μπαγκέτα του, έμεινα έκθαμβη. Φυσικά σπουδαίους μαέστρους είχαμε και στη Ρωσία. Αλλά δεν είχα ξανακούσει τέτοια ποιότητα σε ζωντανό ήχο. Ούτε είχα ξαναδεί τέτοια αρμονική επικοινωνία μεταξύ όλων των μουσικών. Καθώς ήταν και η πρώτη φορά που έβγαινα από τη Ρωσία, νόμιζα ότι ζούσα ένα παραμύθι.

Λέγεται πια πως η σημερινή Σκάλα του Μιλάνου είναι μάλλον σε ύφεση, σε σύγκριση με το παρελθόν της.

Μ.Γ.: Έλειπα τρία χρόνια από τη Σκάλα κι επέστρεψα φέτος για να κάνω την «Τουραντότ». Δεν ξέρω τι να σας πω. Ξέρω όμως ότι όταν διευθύνει ο Ρικάρντο Μούτι ή ο Κλάουντιο Αμπάντο το αποτέλεσμα είναι εκπληκτικό.

Ξεχωρίζετε τον Μούτι και τον Αμπάντο από τους εν ζωή μαέστρους;

Μ.Γ.: Όχι μόνον. Ο Ντάνιελ Μπαρενμπόιμ είναι σπουδαίος. Κι ο Βαλερί Γκεργκίεφ με τον οποίο θα κάνω τώρα την «Τουραντότ» είναι επίσης ένας αρχιμουσικός υψηλοτάτου επιπέδου.

Τελικά μια καριέρα φτιάχνεται κυρίως από «όχι» ή κυρίως από «ναι»;

Μ.Γ.: Όταν μια δισκογραφική εταιρεία αναλαμβάνει έναν νέο ερμηνευτή, τότε αυτός είναι υποχρεωμένος να λέει πάντα «ναι». Εγώ, θα έχετε καταλάβει ότι είμαι… δύσκολος άνθρωπος. Γιατί, όπως σας είπα, θέλω να κάνω μόνον ό,τι πραγματικά αγαπώ, χωρίς κανέναν συμβιβασμό. Π.χ. όταν αποφάσισα να κάνω και ρωσική μουσική, έκανα ένα πρόγραμμα με Ραχμάνινοφ και Τσαϊκόφσκι. Μια άλλη φορά έκανα ένα πρόγραμμα με Γκλίνκα στο πρώτο μέρος και μετά άριες των Ντονιτσέτι, Μπελίνι και Ροσίνι. Εξαρτάται κάθε φορά από το τι μου λέει εκείνη την περίοδο η καρδιά μου.

Χρειάστηκε να χάσετε κάποιες ευκαιρίες, προκειμένου να προχωρήσετε με τον τρόπο σας;

Μ.Γ.: Μα η φωνή δεν είναι σαν ένα μουσικό όργανο. Απαιτείται να προσαρμόζεται ακόμα και στη γλώσσα. Μόνον ο τεράστιος Ντομίνγκο μπορεί να τραγουδήσει σε όλες τις γλώσσες και να είναι εξίσου σπουδαίος. Εγώ, όμως, δεν είμαι ο Ντομίνγκο και γι’ αυτό δυσκολεύομαι, ακόμα κι όταν περνώ από τη ρωσική στην ιταλική γλώσσα. Π.χ. αισθάνθηκα ευτυχής που ξαναβρήκα τη γλώσσα μου, όταν, για να δώσω μια συναυλία στην Αγία Πετρούπολη, στράφηκα ξανά στη ρωσική μουσική μετά από αρκετά χρόνια. Μπορούσα να καταλάβω τα νοήματα σε βάθος. Για μένα, τουλάχιστον, είναι απολύτως αδύνατον να κάνω μια όπερα σε μία γλώσσα που δεν την ξέρω καλά. Π.χ. ξέρω λίγα γερμανικά και καθόλου γαλλικά. Αλλά πώς αν δεν αντιλαμβάνομαι πλήρως τα νοήματα, να επιτύχω τους διαφορετικούς χρωματισμούς; Πώς να κάνεις Βάγκνερ χωρίς να κατέχεις απόλυτα τα γερμανικά; Ο Βάγκνερ είναι μια ολόκληρη φιλοσοφία. Πρέπει να ξέρεις όχι μόνο τη γλώσσα αλλά και την ιστορία κάθε φράσης κάθε έργου του. Και πάλι, όσο κι αν έχεις μελετήσει, όταν βγαίνεις στη σκηνή να τον ερμηνεύσεις είναι σαν να επιστρέφεις στην πρώτη δημοτικού.

Και το γαλλικό ρεπερτόριο;

Μ.Γ.: Είναι πολύ ωραίο αλλά δεν υπάρχουν πολλοί ρόλοι για μια δραματική σοπράνο. Θα ήθελα, όμως, κάποια στιγμή, αργότερα, να κάνω μια «Κάρμεν».

Σας έχουν χαρακτηρίσει «Η Σταχτοπούτα απ’ τη Ρωσία». Γιατί;

Μ.Γ.: Δεν ξέρω. Γιατί οι άνθρωποι επινοούν τέτοιους χαρακτηρισμούς; Θυμάμαι και κάποιον άλλο, Ιταλό κριτικό, που με είχε χαρακτηρίσει «αυτοκρατορικό πάνθηρα». Μεταξύ μας, αυτό το προτιμώ, γιατί είναι σαν να αναγνωρίζει ό,τι προσπαθώ να κάνω σ’ όλη μου τη ζωή: Να κάνω με τον δικό μου τρόπο αυτό που θέλω. Δεν ήταν εύκολο κι ακόμα δυσκολότερο το έκανε το γεγονός ότι ποτέ δεν θέλησα να υπογράψω αποκλειστικό συμβόλαιο με οποιαδήποτε δισκογραφική εταιρεία.

Περάσατε κι άλλες δυσκολίες. Διάβασα π.χ. πως όταν σας κάλεσαν πρώτη φορά στη Σκάλα, η τότε Σοβιετική Ένωση δεν σας έδωσε άδεια. Κι όμως πήγατε.

Μ.Γ.: Προσπάθησαν να ακυρώσουν το συμβόλαιό μου και να στείλουν κάποια άλλη στη θέση μου. Δεν φταίει η σοβιετική κυβέρνηση, αλλά η σοβιετική ηλιθιότητα της ειδικής επιτροπής που δρούσε σαν μυστική υπηρεσία στον χώρο της μουσικής. Τελικά κατάφερα να πάω, αλλά, πριν, μου πήραν σχεδόν όλα μου τα χρήματα, επιστρέφοντας μου μόνον το 2% του αρχικού ποσού. Ήταν μια πάγια τακτική για να μένουν οι καλλιτέχνες πεινασμένοι και πένητες. Κι όμως δεν κλαίω γι’ αυτά. Κι ας πείνασα. Παραμένω όμως ευγνώμων στους φίλους που, τότε, με στήριξαν. Τους έχω ακόμα κοντά μου –γιατί είναι σημαντικό να διατηρείς και στην επιτυχία σου, τους ίδιους φίλους.

Θυμάστε πώς αισθανθήκατε όταν κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση;

Μ.Γ.: Θυμάμαι μια φρικτή μέρα, τον Αύγουστο του 1994. Ήταν την περίοδο που τα ρωσικά στρατεύματα αποσύρονταν από την Εσθονία και τη Λιθουανία και υπήρχε μεγάλη αναταραχή. Η μητέρα μου ταξίδευε για Ρωσία κι εγώ που ήμουν στη Στουτγάρδη για συναυλία• είχα τρελαθεί από την αγωνία μου. Νόμιζα πως δεν θα την ξαναδώ ποτέ. Πάντως η πολιτική δεν είναι καθόλου ο τομέας μου. Προσπάθησα πάντα να κρατηθώ μακριά της και κοντά σ’ όσους ανθρώπους είχαν ανάγκη.

Είστε πια κι εσείς μητέρα ενός 10χρονου αγοριού. Του αφιερώνετε αρκετό χρόνο;

Μ.Γ.: Τραγουδούσα μέχρι τον 6ο μήνα της εγκυμοσύνης μου. Ο γιος μου γεννήθηκε στις 20 Ιανουαρίου και ήδη τέλη Φεβρουαρίου είχα κανονίσει να τραγουδήσω «Τόσκα», υπό τον Μούτι. Ήδη πριν γεννήσω, μου τηλεφωνούσαν από τη Σκάλα και με πείραζαν «ποιος γεννάει όπου να ’ναι;» με ρωτούσαν. «Κανείς», απαντούσα γελώντας. Φυσικά ήταν δύσκολο, ειδικά όταν λίγες εβδομάδες αφότου γέννησα, άρχισαν οι πρόβες.

Είναι δύσκολο να σας φανταστούμε σαν μια απλή, καθημερινή γυναίκα που μαγειρεύει, για παράδειγμα...

Μ.Γ.: Κι όμως! Είμαι πολύ καλή στην κουζίνα. Τουλάχιστον αυτό λένε οι φίλοι μου. Φυσικά δεν μαγειρεύω καθημερινά, γιατί λείπω πολύ συχνά. Αλλά, περνώντας τόσο μεγάλο μέρος της ζωής μου σε ξενοδοχεία, απολαμβάνω να έχω, όταν επιστρέφω, κόσμο στο σπίτι. Κι όχι μόνο αυτό. Όταν είμαι στο σπίτι, δίνω άδεια στη νταντά του γιου μου, ώστε να μπορώ να του αφοσιωθώ. Και του μαγειρεύω κάθε μέρα.

Μέσα σ’ όλα αυτά, βρίσκετε χρόνο να ασχοληθείτε με όσους χρειάζονται βοήθεια. Είστε πρέσβειρα της UNESCO...

Μ.Γ.: Δίνω φιλανθρωπικές συναυλίες και βοηθάω όπως μπορώ. Είμαι επίσης επίτιμο μέλος της επιτροπής Παραολυμπιακών Αγώνων. Στους Παραολυμπιακούς της Κίνας απένειμα μάλιστα κάποια μετάλλια. Μερικοί αθλητές με συγκίνησαν πολύ, έβαλα τα κλάματα. Είμαι πολύ υπερήφανη που μπορώ να βρίσκομαι δίπλα σε ανθρώπους που, παρότι δεν έχουν πλήρεις σωματικές ικανότητες, έχουν τέτοια δύναμη ψυχής.

Έτσι καταλαβαίνετε ακόμα καλύτερα αυτή την ψυχική δύναμη που λέει «μπορείς να τα καταφέρεις».

Μ.Γ.: Ναι, ίσως γιατί κι η δική μου ζωή δεν υπήρξε πάντα εύκολη. Μικρή αρρώστησα και για μία μεγάλη περίοδο δεν μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου. Καταλαβαίνω λοιπόν και θαυμάζω ανθρώπους που μπορεί να μην έχουν πόδια κι όμως δεν ξαπλώνουν στον καναπέ, αλλά αγωνίζονται ενάντια στην ίδια τους τη μοίρα.

Θα τραγουδήσετε στην τελετή Λήξης των χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων στο Βανκούβερ.

Μ.Γ.: Δεν μπορούσα να είμαι στην έναρξη – γιατί έχω μια παράσταση στη Σεβίλλη. Αλλά, ναι, θα είμαι στη λήξη. Θα αιωρούμαι πιασμένη από έναν ειδικό ιμάντα, σε ύψος 10 μέτρων από το έδαφος!

Να λοιπόν που επιστρέφετε σ’ ένα αθλητικό στάδιο...

Μ.Γ.: Με άλλη ιδιότητα, ευτυχώς. Αν και όπως μου λέει ο άνδρας μου που είναι επικεφαλής όλων των προπονητών των ομάδων Ελληνορωμαϊκής Πάλης, θα μπορούσα να γίνω πρωταθλήτρια. «Με τον χαρακτήρα σου» μου λέει, «θα μπορούσες να “σκίσεις” στην πάλη».

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.