26/09/2018 03:17:51
2.11.2009

Νέες εκδόσεις

Επιμέλεια: Άννα Καραβόλου - Σοφία Καρσανίδου

Οι μύθοι μας ενώνουν

Έκδοση: 1ο Δημοτικό Σχολείο Νέου Ψυχικού

Σελ. 272

Οι ραγδαίοι ρυθμοί ανάπτυξης του τεχνολογικού πολιτισμού δεν συμβαδίζουν τις περισσότερες φορές με την έννοια της προόδου. Πιο απλά, μπορεί μια τεχνολογικά ανεπτυγμένη κοινωνία να είναι βυθισμένη στην αμάθεια, στην καθυστέρηση και να εκτρέφει κάθε λογής ολοκληρωτισμούς. Ωστόσο, τα πάντα έχουν και την αντίθετή τους όψη, έτσι που η ζωή να ισορροπεί ανάμεσα στη δημιουργικότητα και την αναίρεσή της. Για παράδειγμα, η πυρηνική ενέργεια στα χέρια της ιατρικής σώζει ζωές, ενώ στα χέρια των επικίνδυνων κυβερνήσεων απειλεί ζωές. Το θέμα μας όμως είναι πολύ αισιόδοξο, καθώς αφορά παιδιά, χρώματα, αλλά και ευγενικές προσπάθειες που είναι αλήθεια ότι σπανίζουν πια στα σχολεία μας. Πιο συγκεκριμένα, αναφερόμαστε στις μαγικές δυνατότητες του Διαδικτύου, όπου με μια κοινή γλώσσα, τα αγγλικά, μπορούν να επικοινωνήσουν οι πάντες με τους πάντες, από τη μια άκρη του πλανήτη ως την άλλη. Ως εκ τούτου, η ιδέα ήταν απλή, γι’ αυτό και πολύτιμη στην εφαρμογή της. Παιδιά από διαφορετικές εθνότητες συμφώνησαν να ζωγραφίσουν μύθους της πατρίδας τους με σκοπό να γνωρίσουν ο ένας τον πολιτισμό του άλλου. Βασική γλώσσα εδώ η ηλικία και τα χρώματα, αλλά και η ανάγκη για έναν κόσμο ειρηνικό. Η ιδέα δυο υπέροχων εκπαιδευτικών, της Άννας Καραβόλου και της Σοφίας Καρσανίδου, να εκμεταλλευτούν τις δυνατότητες του Διαδικτύου ώστε να φέρουν τους μαθητές τους σε επικοινωνία με μαθητές άλλων χωρών, μας γεμίζει αισιοδοξία και χαρά, κι αυτές τις ατομικές πρωτοβουλίες τις έχουμε ιδιαίτερη ανάγκη στη σημερινή ζοφερή εκπαιδευτική πραγματικότητα. Αποτέλεσμα αυτών των πρωτοβουλιών υπήρξε η έκδοση αυτού του πολύχρωμου, χαρούμενου και γεμάτου υποσχέσεις για μια καλύτερη ζωή τόμου, τον οποίο κοσμεί η παγκόσμια φαντασία των παιδιών.

Μένης Κουμανταρέας

Σ’ ένα στρατόπεδο άκρη στην ερημιά

Εκδόσεις Κέδρος

Σελ. 152

Είναι προφανές ότι με το νέο του βιβλίο ο Κουμανταρέας επιχειρεί να σκαρώσει μιαν αλληγορία των κάκιστων σχέσεων της εξουσίας, όπως αυτή εκφράζεται στο πρόσωπο ενός στρατηγού και της τέχνης, της οποίας φορέας είναι ένας ζωγράφος φαντάρος, ο οποίος υπηρετεί τη θητεία του «σ’ ένα στρατόπεδο άκρη στην ερημιά». Η νεότερη σύζυγος ενός στρατηγού, προκειμένου να αυξήσει το κύρος της εξουσίας του ανδρός της, προστρέχει στη συνδρομή της τέχνης – στη συγκεκριμένη περίπτωση ζητά από έναν ζωγράφο φαντάρο να φιλοτεχνήσει το πορτρέτο του στρατηγού συζύγου της. Ο ζωγράφος, ωστόσο, είναι περίπτωση ανθρώπου που εμφορείται από μια πραότητα χριστιανικής εμπνεύσεως, η οποία μετακυλά τόσο στον υπόλοιπο φανταρόκοσμο όσο και στο υπό κατασκευή πορτρέτο, το οποίο όταν ο ζωγράφος σταματά να ζωγραφίζει στο φως της ημέρας αυτό ολοκληρώνεται από μόνο του στη διάρκεια της νύχτας. Το πορτρέτο τελικά καταλήγει μετά από χρόνια στην πινακοθήκη μιας πόλεως μέσω ενός φιλότεχνου, και η διήγηση ξεκινά από αυτό ακριβώς το σημείο, όταν μια ομάδα περιηγητών επισκέπτεται το μουσείο προκειμένου να απολαύσει αυτή την προσωπογραφία για την οποία ακούγονται πολλά. Οι απαιτήσεις ωστόσο του θέματος δεν δικαιώνονται από τη λογοτεχνική τους αλληγορία, η οποία δεν ξεπερνά στερεότυπες διαπιστώσεις ενός ζητήματος, που έχει πολύ ζόρικες αναφορές στην παγκόσμια λογοτεχνική παράδοση. Μέσα από μια σειρά αμφίβολων δυστυχώς λογοτεχνικών προσεγγίσεων, η καλή τέχνη δικαιώνεται στον μελλοντικό χρόνο, μαζί με τους υψηλόφρονες και ευγενείς της στόχους. Αντίθετα, η αξιοθρήνητη εξουσία λαμβάνει τελικά, παρά το πρόσκαιρο της επικράτησής της, την αιώνια λήθη που της αρμόζει. Η αφήγηση, εκτός χρόνου και γεωγραφικού προσδιορισμού, δεν αντέχει το βάρος ενός παρόμοιου εγχειρήματος, από το οποίο γίνεται φανερή η έλλειψη μιας ουσιαστικότερης και πληρέστερης αντιμετώπισης των σχέσεων τέχνης και εξουσίας.

Στέφανος Δάνδολος

Ο τελευταίος κύκνος

Εκδόσεις Καστανιώτη

Σελ. 243

Το θέμα του όγδοου κατά σειρά βιβλίου του Δάνδολου είναι μια εφηβική ερωτική ιστορία με άσχημο τέλος. Μια ιστορία που διαδραματίζεται είκοσι χρόνια πίσω, σ’ ένα σχολείο της Γλυφάδας. Μια ομάδα νεαρών παιδιών που «ταιριάζουν τα χνώτα τους», γίνεται γνωστή πριν από έναν ορυμαγδό τραγικών γεγονότων σαν «τα παιδιά του μεσονυχτίου». Πριν ακόμα γυρίσουμε την πρώτη σελίδα, τα βασικά πρόσωπα της διήγησης έχουν πάθει ανεπανόρθωτα στραπάτσα, έχουν φουντάρει από τις ταράτσες, έχουν βάψει με αίμα τα χέρια τους. Η ιστορία, παρά το γεγονός ότι μαθαίνουμε εξαρχής τη δυσάρεστη κατάληξή της, τρέχει σαν το νεράκι, με άνετους ρυθμούς που θα ζήλευε η κινηματογραφική τέχνη. Η έντονη εποχή της δεκαετίας του ’80 εικονογραφείται μέσα από ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, τραγούδια που τα «έλιωναν» τα ραδιόφωνα, δημιουργώντας μια νοσταλγική ατμόσφαιρα με την πάντα πολύτιμη πατίνα της μελαγχολίας, που επέσυραν τα εποχικά αδιέξοδα σε συνδυασμό με τα διαχρονικά συμπτώματα της εφηβείας. Ο συγγραφέας καταπιάνεται με μια κρίσιμη ηλικιακά περίοδο, όπου όλα είναι ρευστά, ευμετάβλητα και ευάλωτα. Ο Δάνδολος παρακολουθεί την παρέα των εφήβων, όχι μόνο στα εξωτερικά τους χαρακτηριστικά, αλλά στην επίπονη και νεφελώδη εσωτερική τους διαδρομή, όπου χαμένοι σε μια συναισθηματική ασυναρτησία τραυματίζονται πολλές φορές ανεπανόρθωτα στην αγωνιώδη τους προσπάθεια να βρουν τον βηματισμό και την ισορροπία τους, σε έναν κόσμο που λόγω εφηβικής πεποιθήσεως θεωρούν εχθρικό, βολεύοντας με αυτόν τον τρόπο τις αμήχανες ανησυχίες τους. Η διήγηση, που δεν στερείται χαρισμάτων, αρχίζει να βαραίνει, καθώς μια σειρά από δράματα διεκδικούν μάλλον «φωνακλάδικα» το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Χαρούκι Μουρακάμι

Μετά τον σεισμό

Μετάφραση: Βασίλης Κιμούλης

Εκδόσεις Ωκεανίδα

Σελ. 234

Πάντα ένιωθα μια αμηχανία με τη λογοτεχνία, αλλά και γενικώς με κάθε μορφή τέχνης που προερχόταν από την Άπω Ανατολή. Δεν είμαι από τους οπαδούς της άποψης που θεωρεί υποχρεωτική την κατανόηση ενός τόσο διαφορετικού πολιτισμού. Παρά το γεγονός ότι με ξένιζαν ακόμα και αριστουργήματα της ιαπωνικής τέχνης, τόσο στη λογοτεχνία όσο και στον κινηματογράφο, κατά βάση ο Μουρακάμι, ο οποίος δεν αγνοεί καθόλου τον δυτικό πολιτισμό, δεν μου φάνηκε ποτέ ξένος –με την ευρύτερη έννοια της επικοινωνίας–, ούτε στο παρόν έργο, ούτε και στο «Νορβηγικό δάσος». Έχοντας ζήσει στη Δύση, δύσκολα θα μπορούσε να διαγνώσει κανείς ότι είναι Ιάπωνας από τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται. «Μετά τον σεισμό» τιτλοφορεί μια σειρά διηγημάτων των οποίων η δράση τοποθετείται ανάμεσα σε δυο τραγικά και συνάμα τρομαχτικά συμβάντα. Έναν καταστρεπτικό σεισμό, για την ακρίβεια το σεισμό του Ιανουαρίου του 1995 στο Κόμπε με 4.000 χιλιάδες νεκρούς, και μια τρομοκρατική επίθεση στο μετρό του Τόκιο, τον Μάρτιο του ίδιου χρόνου, με 12 νεκρούς και εκατοντάδες με προβλήματα υγείας εξαιτίας των τοξικών αερίων. Ανάμεσα στα δυο αυτά γεγονότα που συνέβησαν, το μεν πρώτο από φυσικά αίτια, το δε δεύτερο με ανθρώπινη υπαιτιότητα, οι ήρωες του Χαρούκι Μουρακάμι βρίσκονται σε μια τρομαχτική ενδοσκόπηση. Ο σεισμός συμβολίζει μια εσωτερική έκρηξη που τους αναστατώνει την ύπαρξη, σαν να επιζητεί να ξαναγεννηθούν από την αρχή ή να αφυπνιστούν από την άδεια τους ζωή. Και στα έξι διηγήματα οι ήρωες καλούνται περισσότερο να αποδεχθούν τον εαυτό τους παρά να τον αλλάξουν, κι αυτό αποτελεί μια μελαγχολική πρόταση, έναν αποδεκτό τρόπο ζωής που διατηρεί τις δικές του αξίες.

John Gray

Μαύρη λειτουργία

Η αποκαλυπτική θρησκεία και ο θάνατος της ουτοπίας

Μετάφραση: Γιώργος Λαμπράκος

Εκδόσεις Οκτώ

Σελ. 262

Συγκλονιστικό θέμα τόσο για την τρομακτική τολμηρότητά του, όσο και γιατί, για πολλούς, θίγει αξεπέραστα προοδευτικά ταμπού. Με μια πρόχειρη ματιά στο ιστορικό παρελθόν γίνεται φανερό το τεράστιο κόστος σε ανθρώπινες ζωές που στοίχισαν στην ανθρωπότητα οι διάφορες καινοτόμες ιδεολογίες, στο όνομα πάντα εξαγγελιών ενός καλύτερου κόσμου. Μοιάζει σαν φάρσα, αλλά καθώς φαίνεται όλες εκείνες οι ιδεολογίες που διατυπώθηκαν συνηγορώντας υπέρ της ζωής έσπειραν μάχες, πολέμους και τελικά ανθρώπινα πτώματα. Όλες οι μεγάλες ουτοπίες και επαναστάσεις αφαίρεσαν αμέτρητες ζωές, λες και ο θάνατος αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι μιας αμφιλεγόμενης εν ζωή Ανάστασης. Η προσδοκία ενός δικαιότερου μέλλοντος απέβη ασύμφορη σε ανθρώπινες ζωές. Το βιβλίο του Γκρέι αναφέρεται στην καταλυτική παρουσία των αρχέγονων θρησκευτικών μύθων, στις δομές των επαναστατικών και ουτοπικών κινημάτων, που πριν απ’ όλα διακήρυτταν την εχθρότητά τους απέναντι σε κάθε θρησκευτική εκδοχή. Υποστηρίζει ότι η νεωτερική εποχή είναι ένα κεφάλαιο στην ιστορία των θρησκειών και όσο κι αν αυτό (συνηθίσαμε να) το θεωρούμε αλλόκοτο, οι μεγαλύτερες επαναστάσεις των δυο τελευταίων αιώνων δεν ήταν παρά επεισόδια στην ιστορία της πίστης, από τους γάλλους Ιακωβίνους ως τους μπολσεβίκους επαναστάτες, που μισούσαν προγραμματικά τη θρησκεία και διακήρυτταν την ακλόνητη πίστη τους ότι μπορούν να αναμορφώσουν την ανθρώπινη ζωή, επινοώντας με αυτόν τον τρόπο μια κοσμική μετενσάρκωση των πρώιμων χριστιανικών πεποιθήσεων. Πρόκειται για ένα δοκίμιο που απλά είναι συγκλονιστικό ως προς την τόλμη του, ακόμα κι αν κινείται επί ξυρού ακμής.

Ξενοφών Μπρουντζάκης [xenofob@gmail.com]

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.