19/12/2018 02:44:05
14.12.2009

Θέατρο: Αναποφάσιστοι ήρωες

Ο Στάθης Λιβαθινός, στην πρώτη του σκηνοθεσία πάνω στον Τσέχoφ, δραματοποιεί μια κοσμοϊστορική κοινωνική κρίση και σκιαγραφεί ανθρώπους θλιβερά ναυαγισμένους στον «Βυσσινόκηπο»

Πώς ένα έργο που ιστορεί την καταστροφή μιας οικογένειας μπορεί να είναι κωμωδία; Οι απόψεις και οι αναγνώσεις διίστανται, η παράδοση που επικράτησε στα ανεβάσματα παραμέρισε τις προθέσεις του δημιουργού, ωστόσο ο Άντον Τσέχoφ χαρακτήρισε κωμωδία το κορυφαίο δημιούργημά του, τον «Βυσσινόκηπο». Τραγωδία τον θεώρησαν οι συνιδρυτές του Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας, Στανισλάβσκι και Νεμιρόβιτς-Ντάντσενκο. Κι έτσι τον ανέβασαν κι έτσι παίχτηκε από τους περισσότερους σκηνοθέτες και ηθοποιούς που τους διαδέχθηκαν σε ολόκληρο τον κόσμο, έναν αιώνα τώρα. Ο Στάθης Λιβαθινός, στην πρώτη του σκηνοθεσία πάνω στον Τσέχοφ, προσεγγίζει το κύκνειο άσμα του συγγραφέα και το πιο ώριμό του σε ποιητικό ρεαλισμό μέσα από τη δική του οπτική. Ρωσοσπουδαγμένος, με εμπειρία πάνω στα κείμενα της ρωσικής παράδοσης, μας δίνει έναν «Βυσσινόκηπο» που δραματοποιεί μια κοσμοϊστορική κοινωνική κρίση και σκιαγραφεί ανθρώπους θλιβερά ναυαγισμένους. Ο Τσέχοφ, κοντά στο φυσικό του τέλος (η πρεμιέρα δόθηκε την άνοιξη του 1904, ενώ ο ίδιος πέθανε το ίδιο καλοκαίρι), μέσα από το έργο απεικονίζει τη διαρκή φθορά της καθημερινής ζωής στη Ρωσία του 20ού αιώνα, δίνοντας όμως μια νότα ελπίδας για το μέλλον και κάνοντας μια ακριβή πρόβλεψη της επανάστασης που ακολούθησε. Ατμόσφαιρα οικογενειακής οικειότητας αναδίδει ο «Βυσσινόκηπος», ενώ γίνεται ένα λυρικό ιλαρόδραμα της ανθρώπινης αδυναμίας και μοίρας. Η συγκίνηση που υποβάλλει γεννιέται από την αντίθεση ανάμεσα στην υπόκωφη τραγικότητα του θέματος και την ελαφριά κωμικότητα των προσώπων. Η απουσία δράσης είναι αυτή που δημιουργεί τη δραματική ένταση. Οι θεατές παρασυρμένοι από τη μαγεία του καθημερινού, υπαινικτικού, αδιάφορου διαλόγου δεν προσδοκούν καμία έξαρση. Φτάνουν μάλιστα σε σημείο να φοβούνται μήπως κάποιο συμβάν ταράξει την ήρεμη ροή της επαρχιακής ζωής. Αρκεί να μην πουληθεί ο βυσσινόκηπος. Οι σχεδόν αδιάφοροι μικροαστοί ιδιοκτήτες του, που βρίσκονται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και της κατάρρευσης, δεν κάνουν τίποτα για να τον σώσουν από την πώληση. Χάνουν το αγαπημένο τους πατρικό σπίτι και το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να το κοιτούν. Να αναβιώνουν τις παιδικές τους αναμνήσεις, να νοσταλγούν τις παλιές ευχάριστες στιγμές, να χορεύουν, να γελούν, να φλερτάρουν. Τίποτα δεν τους κάνει να μετανιώνουν για την απόφασή τους, ακόμα και όταν ακούν τα τσεκούρια να χτυπούν δυνατά και να κόβουν τις αγαπημένες τους βυσσινιές. Η Λιουμπόφ Ρανιέφσκαγια και ο αδελφός της Λεονίντ Γκάγεφ, ονειροπόλοι, αναπολούν το παρελθόν τους σ’ αυτό το εξοχικό σπίτι, τα παιδικά τους δωμάτια και τις ανθισμένες βυσσινιές. Είναι όμως πλάσματα επιπόλαια, ανίκανα να κάνουν οτιδήποτε για να διατηρήσουν αυτόν τον τόπο που τους είναι τόσο αγαπητός. Είναι και οι δύο αναποφάσιστοι και αναβάλλουν πάντα για την επομένη τις ενοχλητικές υποχρεώσεις, ελπίζοντας πως με την τύχη θα ξεφύγουν. Η πρώτη δεν μπαίνει καν στον κόπο να επισκεφθεί μια πλούσια θεία, η οποία θα μπορούσε με την επέμβασή της να αποτρέψει την πώληση του κτήματος, ενώ ο Γκάγεφ περιμένοντας την καταστροφή παίζει μπιλιάρδο! Αλλά και μερικοί από τους υπόλοιπους ήρωες αντιμετωπίζουν με ελαφριά καρδιά την απώλεια του βυσσινόκηπου. Ο συγγραφέας μπορεί να περιγελά τους αδύναμους κι αναποφάσιστους ήρωές του, παρουσιάζει όμως τα ελαττώματά τους με πολλή αγάπη. Ειρωνεύεται το χάσμα ανάμεσα σ’ αυτό που τα πρόσωπά του ήταν και σ’ αυτό που είναι τώρα, ανάμεσα σε αυτό που φαντάζονται πως είναι και σ’ αυτό που πραγματικά είναι, ανάμεσα σε αυτό που ποθούν και σ’ αυτό που μπορούν. Η ειρωνεία του, ωστόσο, δεν γίνεται ποτέ σαρκασμός. Όχι μόνο δεν επικρίνει τους ήρωές του, αλλά αυτός ο «αντικειμενικός και αμερόληπτος μάρτυρας» τους σκιαγραφεί με αγάπη, κατανόηση και συμπόνια για τις αυταπάτες και τις φαντασιώσεις τους. Η παραγωγή της θεατρικής εταιρείας Πράξη, σε νέα μετάφραση ειδικά για την παράσταση, φέρνει την Μπέττυ Αρβανίτη αντιμέτωπη με τη Λιουμπόφ Αντρέγιεβνα Ρανιέφσκαγια, τον τέταρτο μεγάλο της ρόλο στον Τσέχοφ – έχουν προηγηθεί η Μάσα στις «Τρεις αδελφές», η Ελένα στον «Θείο Βάνια» και η Αρκάντινα στον «Γλάρο». Η Λιουμπόφ μπορεί να μην καταλαβαίνει τις σεισμικές αλλαγές της εποχής, μπορεί να είναι ευάλωτη, μπορεί να σκορπάει τα λεφτά που δεν έχει, μπορεί να αιωρείται ανάμεσα στη λατρεία της για τον «Βυσσινόκηπό» της και στον έρωτά της για τον ανάξιο εραστή που άφησε στο Παρίσι –ξένη στην πατρίδα της, ξένη στην ξενιτιά–, αλλά είναι αστείρευτη πηγή αγάπης, τρυφερότητας και καλοσύνης, γενναιοδωρίας και κατανόησης για τα πάθη και τα αισθήματα των ανθρώπων και για τα παθήματα όπου αυτά οδηγούν, αρχίζοντας από την ίδια…

* Ο «Βυσσινόκηπος» του Τσέχοφ. Μετάφραση: Χρύσα Προκοπάκη. Σκηνοθεσία: Σ. Λιβαθινός. Σκηνικά - κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου. Μουσική: Θ. Αμπαζής. Παίζουν: Μπέττυ Αρβανίτη, Γ. Φέρτης, Κ. Γαλανάκης, Στ. Ιακωβίδης, Δ. Παπαδόπουλος κ.ά. Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας (Α΄ Σκηνή), προγραμματισμένη πρεμιέρα 16 Δεκεμβρίου.

Χαρά Αργυρίου

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.