21/06/2019 03:29:13
11.6.2019 / ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2076 στις 6-6-2019

Πληθαίνουν οι εκκρεμότητες στην οικονομία - Η προεκλογική περίοδος απλουστεύει τα διλήμματα και συγκαλύπτει τα δεδομένα

Πληθαίνουν οι εκκρεμότητες στην οικονομία - Η προεκλογική περίοδος απλουστεύει τα διλήμματα και συγκαλύπτει τα δεδομένα - Media

 


Στην Αθήνα, πριν καλά - καλά αρχίσει επίσημα η προεκλογική περίοδος, ασχολούμαστε περισσότερο με πολιτικούς τακτικισμούς παρά με την ουσία των οικονομικών θεμάτων.
● Θα πρέπει να ψηφιστεί η διατήρηση του αφορολογήτου επειδή η Νέα Δημοκρατία πήρε την πρωτοβουλία να καταθέσει τη σχετική τροπολογία στη Βουλή ή επειδή ανακοίνωσε τη σχετική πρόθεσή του ο πρωθυπουργός τόσο πριν από τις ευρωεκλογές όσο και μέσω της πρόσφατης τηλεοπτικής του συνέντευξης;
● Και η Βουλή θα πρέπει να ψηφίσει τη διατήρηση του αφορολογήτου επειδή αυτό πιστεύουν όλες οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας ή επειδή η σημερινή κυβέρνηση πιστεύει ότι με τον τρόπο αυτόν θα φέρει τη σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση σε δύσκολη θέση σε περίπτωση που η Νέα Δημοκρατία κληθεί να σχηματίσει κυβέρνηση στις 8 Ιουλίου;
● Είναι τελικώς στο πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας η διατήρηση του αφορολογήτου παρά το γεγονός ότι εξαντλεί δημοσιονομικό χώρο 2 δισ. ευρώ; 
● Ήταν προγραμματισμένο να ψηφιστεί τώρα το μέτρο (πριν καλά - καλά στεγνώσει το μελάνι στην έκθεση των θεσμών για την κοστολόγηση των μέτρων του 2019) ή η τροπολογία ανασύρθηκε άρον - άρον από το συρτάρι λόγω του ότι η αυριανή είναι και η τελευταία συνεδρίαση της Βουλής υπό την παρούσα σύνθεση; 
Αυτά είναι ερωτήματα που θα μας απασχολήσουν κατά την προεκλογική περίοδο. Οι απαντήσεις, ουσιαστικά, δεν έχουν και πολύ μεγάλη σημασία, καθώς... «αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννούν οι κότες». Την επομένη κιόλας των εκλογών, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, θα αρχίσει μια επίπονη διαδικασία για το καινούργιο οικονομικό επιτελείο. 

Εκεί που μέχρι τώρα συζητούσαμε για τη διαχείριση των υπερπλεονασμάτων, τώρα θα πρέπει να εξηγήσουμε στους δανειστές μας τις θέσεις μας και το πώς και αν βγαίνουν τα νούμερα του προϋπολογισμού. 
● Η πορεία του ελληνικού ΑΕΠ δεν βοηθάει. 
● Η συγκυρία στην Ευρώπη επίσης δεν βοηθάει. 
● Οι θεσμοί διαφωνούν ανοικτά πλέον με τις προβλέψεις της ελληνικής κυβέρνησης για την κοστολόγηση των μέτρων.
Όλα αυτά συγκλίνουν στο ότι οδηγούμαστε σε ένα πολύ θερμό φθινόπωρο εν όψει και της κατάρτισης του προϋπολογισμού του 2020.

Το άσπρο και το μαύρο
Τα θέματα που ανοίγουν χωρίς να κλείνουν γίνονται ολοένα και περισσότερα:
1. Θα «βγει» ο φετινός στόχος της ανάπτυξης ή θα χαθεί το στοίχημα του +2,3% για φέτος; Δεν είναι απλώς ένας αριθμός. Μικρότερη ανάπτυξη σημαίνει και λιγότερα έσοδα στο κρατικό ταμείο.
2. Ποιο είναι το σωστό «σενάριο βάσης» για τον προϋπολογισμό του 2019; Αυτό που λέει ότι ο προϋπολογισμός μπορεί να παραγάγει πρωτογενές πλεόνασμα 4,1% του ΑΕΠ (όπως λέει η ελληνική κυβέρνηση) ή αυτό που λέει ότι μετά βίας θα φτάσουμε στο 3,6% (όπως λένε οι δανειστές);
3. Η Κομισιόν θα δικαιωθεί στις προβλέψεις της σχετικά με την κοστολόγηση του «πακέτου Τσίπρα» ή θα υπερισχύσουν οι προβλέψεις της σημερινής κυβέρνησης;
4. Ποια θα είναι η επίπτωση στα δημόσια έσοδα από τις ρυθμίσεις των ληξιπρόθεσμων οφειλών; Η «μαύρη» πρόβλεψη της Κομισιόν θα είναι η σωστή ή η «άσπρη» της κυβέρνησης;
Στην προεκλογική περίοδο θα επιδιωχθεί και από την πλευρά της κυβέρνησης και από την πλευρά της αντιπολίτευσης να κυριαρχήσει η πεποίθηση ότι τα δύσκολα ανήκουν στο παρελθόν, ότι τα υπερπλεονάσματα είναι μόνιμα και παντοτινά και ότι το μόνο που θα πρέπει να κάνει ο ψηφοφόρος είναι να διαλέξει το οικονομικό πρόγραμμα του κόμματος που ταιριάζει περισσότερο στα συμφέροντα του ιδίου και της οικογένειάς του. 
Δεν είναι έτσι τα πράγματα και το γνωρίζουν και τα δύο κόμματα.

Πακέτο ή μακέτο;
Ο ΣΥΡΙΖΑ, εκτός από τα μέτρα που πέρασε στις 15 Μαΐου, έχει υποσχεθεί και τη διατήρηση του αφορολογήτου και την περαιτέρω μείωση του ΕΝΦΙΑ για το 2020 και τη μείωση των συντελεστών φορολόγησης των επιχειρήσεων και την αύξηση της κατώτατης σύνταξης (αυτό δεν έχει προσδιοριστεί χρονικά πότε θα γίνει) αλλά και ένα πακέτο πρόσθετων παροχών για το 2020.
Το εν λόγω πακέτο περιλαμβάνει μέτρα συνολικού κόστους περίπου 1,3 δισ. ευρώ ή 0,6% του ΑΕΠ, όπως αναφέρει και η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα. Για να χρηματοδοτηθεί αυτό το πακέτο πρέπει:
1. Να αλλάξει γνώμη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσον αφορά την κοστολόγηση των μέτρων το 2019. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι θεσμοί ανεβάζουν το κόστος των μέτρων στο 1,2% - 1,4% του ΑΕΠ, αλλά η ελληνική κυβέρνηση επιμένει ότι το κόστος είναι 0,6% του ΑΕΠ. Η έκθεση που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα δείχνει ότι υπάρχουν πολλά σημεία διαφωνίας.
α. Υπάρχει πολύ μεγάλη διαφορά όσον αφορά τη μέτρηση της επίπτωσης από τις ρυθμίσεις των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία. 
Για τη ρύθμιση των ασφαλιστικών ταμείων οι θεσμοί βλέπουν «τρύπα» η οποία θα κυμαίνεται από 0,3% έως και 0,6% του ΑΕΠ σε αντίθεση με την ελληνική πλευρά, η οποία βλέπει θετική επίδραση της τάξεως του 0,2% του ΑΕΠ για το 2019 και 0,3% για το 2020. Αναλυτικά οι θεσμοί βλέπουν ότι η ρύθμιση για χρέη στα ασφαλιστικά ταμεία θα δημιουργήσει δημοσιονομικό κενό 0,1% - 0,2% και για το 2019 και για το 2020, ενώ η ελληνική πλευρά βλέπει θετικό δημοσιονομικό χώρο 0,1%. 
Όσον αφορά τη ρύθμιση για χρέη στην εφορία, το άνοιγμα εκτιμάται από 0,2% έως 0,4% για φέτος και από 0,1% έως 0,3% για του χρόνου, ενώ η κυβέρνηση βλέπει θετική επίδραση 0,1% για το 2019 και 0,2% για το 2020.
β. Για τα μέτρα του ΦΠΑ φαίνεται να υπάρχει συμφωνία ως προς τη δημοσιονομική επίπτωση: 0,3% για το 2019 και 0,4% για το 2020.
γ. Σύμπτωση υπάρχει και για τις συντάξεις. Η καταβολή της 13ης σύνταξης και των ευνοϊκών διατάξεων για τις συντάξεις χηρείας θα κοστίσουν 0,5% του ΑΕΠ.
2. Να συμφωνηθεί με τους δανειστές ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος του 2019. Η Κομισιόν βλέπει το φετινό πρωτογενές πλεόνασμα (πριν από τα μέτρα που νομοθετήθηκαν στις 15 Μαΐου για ΦΠΑ και συντάξεις) στο 3,6% του ΑΕΠ και όχι στο 4,1% όπως υποστηρίζει η ελληνική πλευρά (οι σχετικές προβλέψεις αποτυπώνονται στο Πρόγραμμα Σταθερότητας που κατατέθηκε τον Απρίλιο στην Κομισιόν).
Αυτό σημαίνει ότι οι δύο πλευρές ξεκινούν από διαφορετική βάση και είναι λογικό ότι καταλήγουν σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Η Κομισιόν μάλιστα θέτει και «ποιοτικά» θέματα όσον αφορά τον τρόπο παραγωγής των πρωτογενών πλεονασμάτων. Θεωρεί ότι πολύ μεγάλο μέρος των υπεραποδόσεων οφείλεται στην περικοπή των δαπανών του Δημοσίου και ειδικά των επενδυτικών δαπανών (Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων).
3. Να μην υπάρξει απόκλιση όσον αφορά τον στόχο της ανάπτυξης. Στο πρώτο τρίμηνο του 2018 ξεκινήσαμε με ανάπτυξη 2,6% και η χρονιά έκλεισε στο 1,9%. Φέτος ξεκινήσαμε στο πρώτο τρίμηνο με ανάπτυξη 1,3% (τον μισό ρυθμό σε σχέση με πέρυσι) και έχουμε στόχο να φτάσουμε στο 2,3%. 
Την Τρίτη ο πρωθυπουργός επέμεινε ότι ο στόχος θα επιτευχθεί. Είναι κάτι που μένει να φανεί στην πράξη, καθώς μικρότερη ανάπτυξη σημαίνει και λιγότερα έσοδα στα κρατικά ταμεία.

Από Σεπτέμβριο τα δύσκολα
Όλα αυτά τα θέματα δεν αφορούν μόνο τη σημερινή κυβέρνηση, αλλά και την αντιπολίτευση, η οποία έχει καταστρώσει ένα οικονομικό πρόγραμμα γεμάτο από μέτρα με μεγάλο δημοσιονομικό κόστος. 
● Δεν έχει στο πρόγραμμά της τη διατήρηση του αφορολογήτου ούτε τη 13η σύνταξη, αλλά και τα δύο αυτά μέτρα τα έχει ψηφίσει ή έχει ταχθεί υπέρ της εφαρμογής τους. 
● Από την άλλη, θέλει και τη μείωση του συντελεστή της κλίμακας στο 9% (από 22% σήμερα) για το τμήμα του εισοδήματος έως τα 10.000 ευρώ και την ταχεία μείωση του συντελεστή φορολόγησης των επιχειρήσεων και τη μείωση του ΕΝΦΙΑ και τη μείωση των εισφορών κύριας ασφάλισης. 
Όλα αυτά κοστίζουν πάνω από 5,5 έως 6 δισ. ευρώ και πρέπει να εξειδικευτεί το πώς και πότε μπορούν όλες αυτές οι εξαγγελίες να γίνουν πράξη.
Ο Σεπτέμβριος θα είναι πολύ δύσκολος. Το προσχέδιο του προϋπολογισμού θα πρέπει να κατατεθεί στην Κομισιόν μέχρι τις 15 Σεπτεμβρίου. Και ο ΣΥΡΙΖΑ και η Νέα Δημοκρατία έχουν δεσμευτεί ότι το πρωτογενές πλεόνασμα του 2020 θα είναι 3,5%. Ο ΣΥΡΙΖΑ βέβαια έχει βάλει στο τραπέζι και το θέμα της αξιοποίησης του μαξιλαριού ασφαλείας. 
Γι’ αυτό το θέμα η Κομισιόν ήταν σαφής: Πρόκειται για αλλαγή της συμφωνίας του Ιουνίου του 2018 και αρμόδιο να δεχτεί ή να απορρίψει κάτι τέτοιο είναι μόνο το Eurogroup. 
Είναι σαφές ότι τον Σεπτέμβριο δεν θα υπάρχουν πλέον περιθώρια για αοριστίες. Τα μέτρα που θα θελήσει να εφαρμόσει η ελληνική πλευρά θα πρέπει να είναι σαφώς κοστολογημένα και να έχουν αναδειχθεί και οι πηγές χρηματοδότησης. Ασφαλώς τον Σεπτέμβριο το τοπίο θα έχει ξεκαθαρίσει περισσότερο και για την πορεία της οικονομίας και για την επίπτωση των μέτρων που ψηφίστηκαν στις 15 Μαΐου. Όλα τα υπόλοιπα θα φανούν. Το Eurogroup του Σεπτεμβρίου θα είναι καθοριστικό σε κάθε περίπτωση.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.