18/01/2020 22:54:23
13.12.2019 / ΜΑΡΙΑ ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2103 στις 12/12/2019

Ποιοι πιέζουν τον Τσίπρα για συμβιβαστικές θέσεις στα ελληνοτουρκικά

Ποιοι πιέζουν τον Τσίπρα για συμβιβαστικές θέσεις στα ελληνοτουρκικά - Media

 

Θολό φαίνεται το τοπίο στον ΣΥΡΙΖΑ αναφορικά με την προσέγγιση στα εθνικά θέματα ή αλλιώς τα ζητήματα «εξωτερικής πολιτικής».

Στο πλαίσιο της οργανωτικής διεύρυνσής του – η οποία έχει πολιτική κατεύθυνση την Κεντροαριστερά – ο ΣΥΡΙΖΑ πυκνώνει τις αναφορές του στο πατριωτικό ΠΑΣΟΚ των αρχών της δεκαετίας του 1980 εκτιμώντας ότι η παρακαταθήκη του έχει ακόμη απήχηση στο ευρύ κοινωνικό ακροατήριο. Από την άλλη έχει καταγγείλει το σημιτικό ΠΑΣΟΚ ως διεφθαρμένο και διαπλεκόμενο.

Ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας, επιχειρώντας να «ξεφοβίσει» το κεντρώο ακροατήριο, κατά τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ προσπάθησε να ισορροπήσει μεταξύ των κυρίαρχων εθνικών θέσεων (εξαιτίας άλλωστε και της συγκυβέρνησης με τους ΑΝΕΛΛ) και των ιδεολογικών προσεγγίσεων του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίες τελικά κυριάρχησαν στο «Μακεδονικό». Ο Νίκος Κοτζιάς, επιπλέον, γνωστός για τις «πατριωτικές» του θέσεις στο παρελθόν, επιχείρησε να προσφέρει και ένα είδος... πιστοποίησης στους χειρισμούς της κυβέρνησης: ότι θα απέβαιναν υπέρ των εθνικών συμφερόντων.

Μάλιστα, κατά καιρούς ο Αλέξης Τσίπρας προέβαλλε την ιδέα ότι η Αριστερά είναι περισσότερο πατριωτική δύναμη από τη Δεξιά και κυρίως τους υποτιθέμενους «υπερπατριώτες», καταφεύγοντας ωστόσο στο ιστορικό παρελθόν (Εθνική Αντίσταση και ΕΑΜ απέναντι στη χούντα των συνταγματαρχών που οδήγησε στην εισβολή στην Κύπρο) προκειμένου να αντλήσει από αυτό πολιτική και ηθική νομιμοποίηση των επιλογών του στο Σκοπιανό, αλλά και συνολικά στα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό.

Ωστόσο σε μεγάλο βαθμό ο παραδοσιακός ΣΥΡΙΖΑ, καθότι προερχόμενος από το ΚΚΕ Εσωτερικού, τείνει να απορρίπτει τις «εθνοκεντρικές» αντιλήψεις του ΠΑΣΟΚ του 1981 και της Διακήρυξης της 3ης του Σεπτέμβρη ως «εθνικιστικές».

Την ίδια ώρα ένα κομμάτι νεοεισερχόμενων στον ΣΥΡΙΖΑ στελεχών, με ισχυρές αναφορές στον Κώστα Σημίτη, απορρίπτει την πάση θυσία υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας και των εθνικών συμφερόντων ως μαξιμαλιστική, ανεύθυνη και επικίνδυνη να οδηγήσει σε πολεμική σύγκρουση με την ισχυρή γείτονα. Υπ’ αυτή την έννοια πιστεύουν πως προτεραιότητα είναι η διασφάλιση της ειρήνης στην περιοχή και όχι η υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας – άρα η μόνη λύση είναι ο «διάλογος» με διάθεση συμβιβασμού επί των τουρκικών διεκδικήσεων.

«Πυρά» για τον «κατευνασμό»

Στην τρέχουσα, κρίσιμη συγκυρία, δηλαδή με αφορμή τη Συμφωνία Τουρκίας - Λιβύης, ο Αλέξης Τσίπρας σήκωσε τους τόνους κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι ακολουθεί στρατηγική κατευνασμού και «αδράνειας». Επί της ουσίας αυτό για το οποίο εγκαλεί ο Τσίπρας τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι ότι ασκεί μια άνευρη και χαμηλών τόνων, άρα υποχωρητική, διπλωματία εν μέσω μιας κρίσης όπως αυτή.

Αυτό στο οποίο ο Αλέξης Τσίπρας προτρέπει τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι μια πιο ζωηρή και επίμονη διπλωματία, υποδεικνύοντας σειρά ενδεδειγμένων πρωτοβουλιών που όφειλε να αναλάβει ο πρωθυπουργός και που εν πολλοίς κινούνται στη σφαίρα των αυτονόητων βασικών κινήσεων που μια εθνική διπλωματία θα έπρεπε να ακολουθήσει. Πέραν αυτού, όμως, ουδέν.

Στην ουσία η έννοια του «κατευνασμού», στρατηγική που ακολουθήθηκε από όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις τις τελευταίες δεκαετίες – και από αυτή του ΣΥΡΙΖΑ –, χρησιμοποιείται καθ’ υπερβολήν, αν όχι παραπλανητικά, για να καταγγείλει την κατά τον ΣΥΡΙΖΑ ατολμία και υποχωρητικότητα της κυβέρνησης. Από εκεί και πέρα, επ’ ουδενί ο Αλέξης Τσίπρας φαίνεται να υιοθετεί ως αντίθετο του «κατευνασμού» την «αποτροπή» – η οποία προϋποθέτει ενέργειες στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της στρατιωτικής άμυνας –, αλλά περιορίζει την κριτική του στη διεκδίκηση μιας πιο ενεργητικής διπλωματίας.

Εν τούτοις ακόμη και αυτή η μετριοπαθής αντιπολιτευτική στάση, που εκφωνείται σε υψηλούς ρητορικούς τόνους, δείχνει να παρερμηνεύεται από ορισμένους εκ των «νέων» συντρόφων του ΣΥΡΙΖΑ - Προοδευτική Συμμαχία.

Έτσι, πρόσωπα όπως ο Σωτήρης Βαλντέν, μέλος της Επιτροπής Προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ - Προοδευτική Συμμαχία, από τα μέσα Οκτωβρίου βλέπουν τη συγκεκριμένη ρητορική ως «εθνικιστική». Ειδικότερα το εν λόγω στέλεχος, με κείμενό του στην «Εφημερίδα των Συντακτών» (9.10.2019) ασκεί κριτική στην ηγεσία ότι, όταν εξαπολύει επίθεση για «κατευνασμό», ουσιαστικά επικρίνει τον Κυριάκο Μητσοτάκη «από εθνικιστική σκοπιά». Ιδού το χαρακτηριστικό απόσπασμα:

«Όταν ο Αντώνης Σαμαράς επικρίνει τις “κινήσεις κατευνασμού” της κυβέρνησης, γνωρίζουμε τι αντιπροτείνει: τη συνέχιση επ’ άπειρον του “παιγνιδιού του κοτόπουλου” με την Τουρκία, με πιθανή προοπτική τη σύγκρουση. Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ χρησιμοποιεί την ίδια λέξη, τι αντιπροτείνει; Να θέσει ο Μητσοτάκης το ζήτημα σε διμερή και διεθνή φόρα, κάτι που προφανώς το κάνει, όπως όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις; Δυστυχώς οι πολίτες καταλαβαίνουν πως η κυβέρνηση επικρίνεται από εθνικιστική σκοπιά».

Επιπλέον, με αφορμή και τη διεύρυνση, αναφέρει ότι «η πατριωτική πασοκοποίηση είναι αρνητική» και προτείνει να αναδειχθεί η θετική συνεισφορά του σημιτικού ΠΑΣΟΚ στην εξωτερική πολιτική, δηλαδή του «ΠΑΣΟΚ του Ελσίνκι, της άρσης της “εμπολέμου” με την Αλβανία, της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, της βαλκανικής Θεσσαλονίκης, ναι, και της επιλογής της ειρήνης στην κρίση των Ιμίων».

Ο ίδιος σε κείμενό του στην εφημερίδα «Εποχή» με τίτλο «Κυπριακό, ελληνοτουρκικά: σε λάθος δρόμο» (17.11.2019) δείχνει στην κατεύθυνση του συμβιβασμού, στη γραμμή του κειμένου του Κώστα Σημίτη πριν από τις εκλογές («Καθημερινή», 9.6.2019).

Μεταξύ άλλων σημειώνει: «Εφ’ όσον στόχος είναι η ειρήνη και όχι ο πόλεμος, το διεθνές δίκαιο δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για απόρριψη κάθε συμβιβασμού». Αν και αναγνωρίζει ότι η Τουρκία συχνά καταφεύγει στη βία, επιμένει ότι «πρέπει να αναζητούμε δρόμους συνεννόησης και η συνεννόηση προϋποθέτει θέληση για συμβιβασμούς».

Και συνεχίζει: «Ασφαλώς η εθνική μας ακεραιότητα και κυριαρχία δεν είναι διαπραγματεύσιμες, όμως το εθνικιστικό δόγμα πως κάθε συμβιβασμός είναι ξεπούλημα δεν οδηγεί πουθενά». Προειδοποιεί μεν για μια κρίση σε Κύπρο και Καστελλόριζο, εν τούτοις βλέπει ως επιτακτική «μια στρατηγική συμβίωσης και συνεργασίας με τη μεγάλη μας γείτονα, στρατηγική που αναπόφευκτα θα περιέχει συμβιβασμούς και για τις δυο πλευρές».

Τέλος, θέτει στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ το δίλημμα ανάμεσα σε «μια υπεύθυνη και μετριοπαθή στάση που οδηγεί σε λύσεις, σύμφωνα εξάλλου με το διεθνιστικό DNA της Αριστεράς» και «την εύκολη πεπατημένη της (ψευδο)πατριωτικής αντιπολίτευσης, συμβάλλοντας αντικειμενικά στη διαιώνιση των αδιεξόδων, αν όχι και σε εθνικές περιπέτειες».

Άλλο στέλεχος της Επιτροπής Προγράμματος, ο καθηγητής Νεότερης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Αντώνης Λιάκος (ο οποίος, μετά τη σύμπλευση με τη ΔΗΜΑΡ από το ξεκίνημά της, επανέρχεται τώρα στον ΣΥΡΙΖΑ) σε ανάρτησή του στο Facebook αναφέρει ότι η «αδιανόητη υπόθεση αποκλεισμού της Τουρκίας από την Ανατολική Μεσόγειο (...) θα έχει μεγαλύτερο κόστος, αλλά θα είναι το ίδιο αλυσιτελής με το Μακεδονικό, που ταλάνισε την Ελλάδα για ένα τέταρτο του αιώνα».

 

Από το ΚΚΕ εσ. ώς τον Σημίτη

 

Στην πραγματικότητα και τα δύο αυτά πρόσωπα, όπως άλλωστε και ο Νίκος Μπίστης, προέρχονται από το ΚΚΕ εσωτερικού και τον Συνασπισμό (Βαλντέν και Μπίστης, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, προσχώρησαν στο ΠΑΣΟΚ του Κώστα Σημίτη). Κοινώς, μπορεί να πεις κανείς ότι «επαναπατρίζονται» και οι απόψεις τους είναι κοινές με εκείνες της βασικής δομής του ΣΥΡΙΖΑ.

Από την άλλη αμιγώς πασοκικά στελέχη (χωρίς καταγωγή δηλαδή από το ΚΚΕ εσ.) προέρχονται σε μεγαλύτερο βαθμό από το ΠΑΣΟΚ του Σημίτη και του Γιώργου Παπανδρέου και όχι από αυτό των αρχών του 1980, προέρχονται δηλαδή από περιόδους του ΠΑΣΟΚ κατά τις οποίες είχαν συντελεστεί ιδεολογικές και πολιτικές μετατοπίσεις που είχαν απομακρύνει το κόμμα από τις καταστατικές του αρχές.

Το ιδεολογικό πρίσμα μέσα από το οποίο, λοιπόν, αντιλαμβάνονται την εξωτερική πολιτική (ως επί το πλείστον δείχνει να μην αποδέχεται καν τον όρο «εθνικά θέματα») ο ΣΥΡΙΖΑ και όσοι έχουν θητεύσει στον στενό ή ευρύτερο χώρο του ΚΚΕ εσωτερικού και κάποιοι εξ αυτών στον σημιτικό χώρο, λέει ότι: Η ρητορική υπεράσπισης της εθνικής κυριαρχίας και των εθνικών συμφερόντων είναι «εθνικιστική» υπό την έννοια ότι παραγνωρίζονται οι τουρκικές θέσεις και διεκδικήσεις, οι οποίες έχουν δίκαιες όψεις που πρέπει να προβάλλονται προκειμένου να διαλύσουν τους εθνικούς – εθνικιστικής χροιάς – μύθους της Ελλάδας.

Περαιτέρω κάποιοι θεωρούν ότι η ελληνική αστική τάξη είναι επιθετική, και μάλιστα στον ίδιο βαθμό όπως η αστική τάξη της Τουρκίας, επιδιώκει δε να λειτουργεί εις βάρος της γείτονος προκαλώντας την και καλλιεργώντας το έδαφος για εντάσεις ή και συγκρούσεις. Εν τέλει η κυρίαρχη ιδεολογική προσέγγιση εντός του ΣΥΡΙΖΑ λέει ότι τα θέματα αυτά πρέπει να προσεγγίζονται με «διεθνιστική» και «φιλειρηνική» ματιά.

 

Συνεκμετάλλευση

 

Σε αυτό το πλαίσιο, λίγους μήνες πριν από τις εκλογές ο τότε υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Κατρούγκαλος, εν όψει συνάντησής του στην Αττάλεια με τον ομόλογό του Μεβλούτ Τσαβούσογλου, σε συνέντευξη στο πρακτορείο Αναντολού είχε δηλώσει: «Πώς μπορεί κάποιος να αποκλείσει από αυτή την περιοχή την Τουρκία, η οποία έχει τόσα χιλιόμετρα ακτή στη Μεσόγειο;» είπε.

Μεταξύ άλλων, πρόσθεσε ότι «η Ελλάδα βλέπει θετικά τη συμμετοχή της Τουρκίας στην ενεργειακή εξίσωση της Ανατολικής Μεσογείου». Εν ολίγοις, εμφανίστηκε να αναβαθμίζει πολιτικά τη συζήτηση για τη συνεκμετάλλευση, αναγκαζόμενος ωστόσο να διευκρινίσει μερικούς μήνες αργότερα ότι αυτή η συζήτηση έχει όρους και προϋποθέσεις και προηγείται η ανακήρυξη της ΑΟΖ.

Λίγες μέρες νωρίτερα ο Νίκος Κοτζιάς, υπουργός Εξωτερικών της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛΛ από τον Ιανουάριο του 2015 έως τον Οκτώβριο του 2018, επίσης προωθούσε την αντίληψη της συνεκμετάλλευσης νουθετώντας τους Έλληνες να μην είναι... «μοναχοφάηδες» («Αν αρχίσεις στις διεθνείς σχέσεις και είσαι μοναχοφάης λέγοντας “όλα δικά μου”, τότε είσαι κι εσύ μέρος του προβλήματος»).

Τους παρότρυνε δε να λάβουν υπόψη ότι «η Τουρκία με χιλιάδες μίλια δεν έχει ΑΟΖ», άρα δεν μπορεί το Καστελλόριζο να έχει 100% και η Τουρκία να μην έχει. «Τα πράγματα θέλουν προσοχή, φιλική πολιτική, διεθνές δίκαιο και να τον βάζεις και τον άλλο στο παιχνίδι, για να κατευνάζεις».

Το ερώτημα είναι αν ο Αλέξης Τσίπρας θα συνεχίσει τις ασκήσεις ισορροπίας πάνω σε κατ’ ουσίαν ασυμβίβαστες θέσεις...

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.