17/01/2019 15:24:13

«Καλλικράτης» και περιφερειακή ανάπτυξη

Είναι σαφές πως οι πολιτικοί στη χώρα μας – με προεξάρχουσες βεβαίως τις πολιτικές ηγεσίες – πολύ λίγο ασχολούνται με αυτό που λέγεται ανάπτυξη της χώρας και μάλλον πολύ λίγο κατανοούν τι αυτό σημαίνει. Αναφέρομαι γενικότερα στις πολιτικές των τελευταίων δεκαετιών[i], βεβαίως, και στις τελευταίες μέριμνες των πολιτικών ταγών μας: Δεν ακούμε παρά από τη μεν «τρόικα της συμπολίτευσης» το πώς θα βρεθούν χρήματα να ξεχρεώσουμε (μαζεύοντάς τα από τους πολίτες, πουλώντας δημόσιες περιουσίες και επιχειρήσεις και αυξάνοντας την ανεργία), από τη δε αντιπολίτευση πως θα πρέπει να μοιραστούν χρήματα (που θα βρούμε μη ξεχρεώνοντας τους δανειστές-τοκογλύφους μας) για να μην κλείσουν τα καταστήματα της Ερμού και του Κολωνακίου.

Αυτά όμως είναι αμφότερα τραγικά κοντόφθαλμα. Ελάχιστα ή καθόλου περί της ανάγκης και βεβαίως περί του τρόπου ανάπτυξης της χώρας και όταν αναφέρονται σε αυτήν δεν εξηγούν πολύ καλά τι εννοούν, ίσως και να τη συγχέουν με τα κέρδη που θα προκύψουν από την πώληση δημοσίων δραστηριοτήτων, ίσως και να αντιλαμβάνονται συγκεχυμένες περί αυτής έννοιες.

Ανάπτυξη, όμως, σημαίνει παραγωγή, σημαίνει ανάπτυξη της παραγωγικότητας της χώρας. Η οποία «παραγωγικότητα» έχει μετεξελιχθεί, από τη σύγχρονη θεωρία και πρακτική, σε «συλλογική παραγωγικότητα» (εδώ ίσως οι πολιτικοί μας μπερδεύονται περισσότερο), που δεν αφορά μόνο τις κλασικές μεθόδους οικονομικής μεγέθυνσης – καθόσον αυτοί επηρεάζουν μόλις το 40% περίπου της οικονομικής ευημερίας μιας χώρας[ii] – αλλά αναφέρεται στην τεχνολογία, στους θεσμούς και σε οτιδήποτε δεν συμπεριλαμβάνεται σε εισροές κεφαλαίου και εργασίας, καθώς και στον πολιτισμό[iii]. Όταν, δε, λέμε ανάπτυξη της χώρας, εννοούμε όλης της χώρας, όλης της επικράτειάς της, χωρίς αποκλεισμούς και διακρίσεις.

Η ευρωπαϊκή επιδίωξη κοινωνικής και εδαφικής συνοχής είναι κατ’ ουσίαν στόχος αναπτυξιακός και βρίσκει νόημα στις ολοένα και περισσότερο εντεινόμενες προσπάθειες της Ε.Ε. για τοπική και περιφερειακή ανάπτυξη. Ήδη με τη Συνθήκη της Λισαβόνας έχει ενισχυθεί ο ρόλος των περιφερειών, εμπεριέχοντας ρητή αναφορά στην περιφερειακή και τοπική διάσταση της αρχής της επικουρικότητας, αρχή που έχει ως κύρια στόχευση οι αρμοδιότητες να ασκούνται όσο το δυνατόν εγγύτερα στον πολίτη. Τα τελευταία χρόνια γίνεται πολύ συζήτηση γύρω από τη σχετικώς εσχάτως εισαχθείσα έννοια-στόχο περί «στρατηγικής ολοκληρωμένης χωρικής ανάπτυξης».

Διαπιστώνεται και επιδιώκεται η τοπική και περιφερειακή ανάπτυξη, με βάση τα ξεχωριστά παραγωγικά και ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα του κάθε τόπου ή της κάθε περιφέρειας, με την πρόσδοση σε αυτές «εξειδικεύσεων» και με την ενεργό συμμετοχή τους σε διακρατικές ή ακόμα και υπερ-κρατικές συνεργασίες. Αρκούμαστε να επισημάνουμε την αδήριτο πλέον ανάγκη της πρόσδοσης στις περιφέρειες – δηλαδή στις με κοινά χαρακτηριστικά και δυνατότητες ευρύτερες γεωγραφικές ενότητες – σχετικής διοικητικής, πολιτικής και οικονομικής αυτονομίας. Δεν μιλάμε για ανεξαρτητοποίησή τους από τα κράτη στα οποία ανήκουν – είναι πολύ νωρίς να μιλήσουμε για την ανάγκη ενός νέου παγκόσμιου υπερκρατικού[iv], «περιφερειοποιημένου» και διασυνδεδεμένου τοπίου, ως εξέλιξη της σημερινής «παγκοσμιοποίησης»[v] – μιλάμε για την ανάγκη να απελευθερώσουμε τις περιφέρειες από τον ασφυκτικό κλοιό των κεντρικών πολιτικών εξουσιών, που αποτελούν τροχοπέδη της αναπτυξιακής τους δυναμικής, χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει πως το κεντρικό κράτος θα χάσει τον επιτελικό και ρυθμιστικό του ρόλο, στο πλαίσιο της εγκαθίδρυσης και διαφύλαξης του δικαίου και της κοινωνικής πρόνοιας.

Οι περιφέρειες της Ελλάδας είναι, αν όχι δυνάμει πάμπλουτες, τουλάχιστον ευνοημένες με πάμπολλες ανταγωνιστικές δυνατότητες. Είναι όμως δέσμιες της κεντρικής κρατικής εξουσίας των Αθηνών, καθόσον από αυτήν εξαρτάται το κάθε τους βήμα. Τα διάφορα δήθεν αποκεντρωτικής στόχευσης νομοθετήματα μάλλον σαν φάρσα μπορούν να εκληφθούν. Η τελευταία διοικητική μεταρρύθμιση της χώρας, με την επωνυμία «Καλλικράτης», δεν δίνει στις περιφέρειες καμία αναπτυξιακή πρωτοβουλία, μόνο την αποκομιδή των σκουπιδιών επιτρέπει στα Περιφερειακά Συμβούλια να ρυθμίζουν. Ορίζει πως οι Περιφέρειες απλώς γνωμοδοτούν και απλώς επιβλέπουν την εφαρμογή των αποφάσεων των Αθηνών, από τις πολεοδομικές μελέτες των πόλεών τους, μέχρι τα ρυθμιστικά σχέδια της περιοχής τους, τις χωροθετήσεις παραγωγικών δραστηριοτήτων και την εν γένει αναπτυξιακή στρατηγική τους. Αφήστε που η κεντρική Διοίκηση, η οποία αποφασίζει για όλα αυτά και αναθέτει τις σχετικές μελέτες στα γραφεία των Αθηνών – μελέτες που σπανίως υλοποιούνται και αυτό δεν είναι καθόλου παράδοξο – αποτελείται από δημοσίους υπαλλήλους ολοένα και περισσότερο υποβαθμιζόμενους. Αφήστε που δεν είναι στελεχωμένη με ό,τι καλύτερο διαθέτει σήμερα η ελληνική κοινωνία: οι διορισμοί των υπαλλήλων έγιναν κατά κανόνα ρουσφετολογικά, η δε επικρατούσα νοοτροπία, αλλά και συμπεριφορά των πολιτικών προϊσταμένων τους υπουργών με τους δεκάδες συμβούλους τους, τους έχει καταφανώς ευνουχίσει. Όποτε έγινε προσπάθεια δημιουργίας ισχυρού σώματος δημοσίων υπαλλήλων, γρήγορα την απέρριψε το σύστημα[vi].

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η ανάγκη μεταφοράς αποφασιστικών αρμοδιοτήτων στις περιφέρειες έχει καταστεί αδήριτος ανάγκη. Οι Έλληνες πολιτικοί, όμως, καταδήλως φοβούμενοι ότι θα χάσουν την εξουσία τους, ποιούν την νήσσα. Οι αποκεντρωτικές προσπάθειες του Γ. Γεννηματά έμειναν μετέωρες και ατελείς, ο «Καποδίστριας» υπήρξε λίγος. Ο «Καλλικράτης» θα μπορούσε να καταστεί το αναγκαίο διοικητικό πλαίσιο για την ανάπτυξη της χώρας[vii], αν άφηνε τις περιφέρειες – τουλάχιστον σταδιακά και ελεγχόμενα[viii] – να εκπονούν τα αναπτυξιακά τους προγράμματα και να τα υλοποιούν με αποφασιστικές αρμοδιότητες. Ήδη ακούγεται πως ορισμένες ρυθμίσεις του «Καλλικράτη» θα αλλάξουν. Ευχόμαστε να είναι προς τη σωστή κατεύθυνση.



[i]. Πριν από αυτές βλέπαμε (καλές ή κακές) αναπτυξιακές στρατηγικές, πάντα όμως υπό το πρίσμα της οικονομικής μεγέθυνσης, με όλα τα καλά και τα κακά που αυτό επέσυρε, τις τελευταίες δεκαετίες όμως ο παραγωγικός ιστός της χώρας έχει παραλύσει, χάριν των «επιδοτήσεων» και της δανεικής ευημερίας. 

[ii]. Dambisa Moyo, Πώς χάθηκε η Δύση, Εκδ. Α. Α. Λιβάνη, σσ. 29-30.

[iii]. Η «συνολική παραγωγικότητα» αναφέρεται στον συνολικό πλούτο όπως αυτός ορίστηκε από τον Paul Ekins (A four-capital model of wealth creation. Real-lifeeconomics: understandingwealthcreation, εκδ. Paul Ekins, Manfred A Max-Neef, London, 1992) και υιοθετήθηκε από την Παγκόσμια Τράπεζα και έχει να κάνει με το ανθρώπινο κεφάλαιο, το φυσικό κεφάλαιο αλλά και το κοινωνικό, με την τεχνολογία, τους θεσμούς και με τον πολιτισμό, με ζητήματα δηλαδή που δεν περιλαμβάνονται σε εισροές κεφαλαίου και εργασίας. Πιστεύουμε πως ειδικότερα στον τομέα του πολιτισμού πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη έμφαση, ιδιαιτέρως σήμερα που οι αναδυόμενες οικονομίες, οι οποίες σε σύντομο διάστημα θα κυριαρχήσουν παγκοσμίως, στηρίζονται κατά μέγα μέρος στην Παράδοσή τους, στον Πολιτισμό στον οποίον αυτές βασίζονται και κομίζουν. Το πολιτιστικό κεφάλαιο του ελληνικού Τόπου είναι οικουμενικής αξίας, δεν μπορεί λοιπόν παρά να επανέλθει στο προσκήνιο του ιστορικού γίγνεσθαι, ως παγκόσμια ανάγκη. Άλλωστε, ποτέ δεν τέθηκε στο περιθώριο, παρά το γεγονός ότι οι σημερινοί διαχειριστές της χώρας μας δείχνουν να το αγνοούν.

 

[iv]. Προλαβαίνοντας σχετικές ενστάσεις, επισημαίνω πως η Ελλάς ποτέ δεν υπήρξε αυστηρώς ως συγκεκριμένος τόπος, υπήρξε κυρίως ως Ιδέα και ως οικουμενικής εμβέλειας πολιτισμική πρόταση. Ξεκίνησε από την Εγγύς Ανατολή και την Κάτω Ιταλία, συνδέθηκε στενά με την Αίγυπτο και ανέκαθεν υπήρξε κοσμοπολίτικη. Έτσι διέσχισε χιλιετίες διδάσκοντας, διδασκόμενη και συνθέτοντας. Όταν έγινε η Επανάσταση του ’21, η Πελοπόννησος, λ.χ., δεν υπήρξε περισσότερο ελληνική από άλλες περιοχές της Ανατολής και της Ευρώπης. Οι μορφωμένοι όλου του κόσμου μιλούσαν ελληνικά. Ο περιορισμός της Ελλάδας στη Βαλκανική χερσόνησο σίγουρα δεν οριοθετεί την εμβέλειά της.

[v]. Που εκ των πραγμάτων, όμως, κάποια στιγμή θα προκύψει.

[vi] Π.χ., κάποτε δημιουργήθηκαν σε όλα τα υπουργεία «Μονάδες Στρατηγικού Σχεδιασμού», με υπαλλήλους υψηλών προσόντων και σοβαρών αρμοδιοτήτων (από τον Μ. Έβερτ), που γρήγορα όμως καταργήθηκαν από τον επόμενο υπουργό (τον Αν. Πεπονή), με την πρόθυμη συνδρομή του ισχυρά εδραιωμένου υπαλληλικού συστήματος, που λειτουργούσε ως παρελκόμενο των εκάστοτε υπουργών και των στρατιών των «συμβούλων» τους.   

[vii]. Ο περιφερειάρχης Πελοποννήσου, κ. Τατούλης, θεωρεί τον «Καλλικράτη» ως τη σπουδαιότερη διοικητική μεταρρύθμιση από συστάσεως του νεοελληνικού κράτους – και θεωρούμε πως έτσι είναι, αν ολοκληρωθεί ως αναπτυξιακό πλαίσιο του κράτους και των περιφερειών του.

[viii]. Επαναλαμβάνουμε: Χωρίς να χάσει το κεντρικό κράτος τον επιτελικό, ρυθμιστικό και ενοποιητικό του ρόλο, στο πλαίσιο της εγκαθίδρυσης ενός κράτους δικαίου και κοινωνικής πρόνοιας. Το κράτος δικαίου και το κράτος πρόνοιας δεν αλληλοσυγκρούονται αναγκαστικώς, μπορούν κάλλιστα να συνυπάρξουν επ’ ωφελεία του ενός προς το άλλο και επ’ ωφελεία των πολιτών. Σε προηγούμενο άρθρο μας είχαμε σχετικώς επισημάνει την ανάγκη ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου και την απεμπλοκή μας από το προπολιτικό στάδιο στο οποίο βρισκόμαστε σήμερα («Το Ποντίκι», 31/7/2012).

*O Νικήτας Χιωτίνης είναι Αρχιτέκτων-Καθηγητής ΤΕΙ

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.