13/11/2018 05:18:49

Στην Πράγα, αντί για την άνοιξη, ήρθαν τα τανκς

Στην Πράγα, αντί για την άνοιξη, ήρθαν τα τανκς - Media
Το 1968 ήταν σε παγκόσμιο επίπεδο μια χρονιά έξαρσης όλων των κοινωνικών - πολιτικών ανησυχιών, όπως αυτές εκδηλώθηκαν κυρίως μέσω των τεχνών στην ιδιαίτερα ταραχώδη δεκαετία του ’60. Η δεκαετία αυτή, με αποκορύφωμα τα γεγονότα του Μάη του ’68, ανέδειξε όλες εκείνες τις νεολαιίστικες, στην πλειονότητά τους, δράσεις σε ολόκληρο τον πλανήτη – από την Ευρώπη, τις ΗΠΑ, τη Λατινική Αμερική ώς την Ιαπωνία –, οι οποίες αμφισβήτησαν έντονα το αξιακό status της εποχής τους, προσπαθώντας ταυτόχρονα να συγκροτήσουν ως κίνημα αμφισβήτησης τη δική τους ταυτότητα. Έτσι, μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι όλος αυτός ο τεράστιος προβληματισμός (με πολιτικά, κοινωνικά και κυρίως πολιτιστικά χαρακτηριστικά), που διαπέρασε την ιδιαίτερα σημαντική για τον 20ό αιώνα δεκαετία του ’60, υπήρξε προϊόν έντονων πολιτιστικών - ιδεολογικών αναζητήσεων και επεξεργασιών μέσα από τις διάφορες μορφές της τέχνης και της καθημερινότητας – σε βίαιη αντίθεση με την κυρίαρχη κουλτούρα.

Τα νεολαιίστικα κινήματα σαρώνουν τον κόσμο και κάθε τους εκδήλωση αποτελεί τεράστιο γεγονός. Σ’ αυτό το κλίμα, με αιχμή του δόρατος τη μουσική, έχουμε την Joan Baez να τραγουδά στους χιλιάδες του Woodstock το «Joe Hill», ένα τραγούδι για τους αγώνες των βιομηχανικών εργατών, και τους μοναδικούς Doors να επισημαίνουν στο κατεστημένο της εξουσίας ότι «εσείς έχετε τα όπλα, αλλά εμείς το πλήθος»! Μια σειρά τραγουδιών αποκτούν παγκόσμια απήχηση και εκφράζουν αντιρατσιστικά αισθήματα, όπως το «Hurricane» του Dylan και το «I feel like Ι’m fixin’ to die rag» του Country Joe McDonald που εξευτελίζει την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Είναι ημέρες έντασης και οργής που εμπνέουν τον μεγάλο John Lennon να συνθέσει το τραγούδι της ουτοπίας, το λατρεμένο «Imagine»…

Την ίδια εποχή στην Πράγα
Ήταν την άνοιξη του 1968, όταν το Κομμουνιστικό Κόμμα της Τσεχοσλοβακίας, υπό την ηγεσία του Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ, προσπάθησε να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα φιλελευθεροποίησης και εκδημοκρατισμού στη χώρα. Η Άνοιξη της Πράγας έμεινε στην ιστορία ως η προσπάθεια ενός λαού να δώσει «ανθρώπινο πρόσωπο» στον λενινιστικό «υπαρκτό» σοσιαλισμό, με αποτέλεσμα στις 21 Αυγούστου να εισβάλουν τα τανκς του αλήστου μνήμης Συμφώνου της Βαρσοβίας στην πόλη καταπνίγοντας το «κριτικό πνεύμα» του λαού της Τσεχοσλοβακίας. Τα θλιβερά αυτά γεγονότα διαδραματίζονται σε μια περίοδο γενικότερου αναβρασμού που επικρατούσε: μέσα στο κλίμα του Ψυχρού Πολέμου, στον Μάη του ’68 στη Γαλλία, στις φοιτητικές διαδηλώσεις κατά του πολέμου στο Βιετνάμ και στη χούντα των συνταγματαρχών στην Ελλάδα, τον Απρίλη του ’67.
Η Άνοιξη της Πράγας ανέδειξε τον «σοσιαλισμό των τανκς», ενώ ταυτόχρονα δημιούργησε ένα κύμα έντονης αμφισβήτησης του σοβιετικού μοντέλου διακυβέρνησης στις χώρες τού σιδηρού παραπετάσματος. Η σοβιετική επέμβαση προκάλεσε τότε την παγκόσμια κατακραυγή. Έντονες υπήρξαν και οι δημόσιες διαμαρτυρίες ανθρώπων των γραμμάτων – όπως του Αμερικανού συγγραφέα Άρθουρ Μίλερ (που είχε επιτύχει την παγκόσμια αναγνώριση με το κλασικό έργο του «Ο Θάνατος του Εμποράκου»), ο οποίος υπήρξε θύμα διώξεων στη θλιβερή εποχή του Μακαρθισμού στις ΗΠΑ.

Ο Άρθουρ Μίλερ για τα γεγονότα της Πράγας
Όταν πρωτογνώρισα την Πράγα, στο τέλος της δεκαετίας του ’60, οι Ρώσοι είχαν μόλις εισβάλει με τα στρατεύματά τους. Οι συγγραφείς (όλοι τους σχεδόν αυτο-ανακηρυγμένοι Μαρξιστές – αν και όχι μέλη του Κόμματος) ήταν ακόμα αβέβαιοι για την τύχη τους κάτω από τη νέα κατάσταση, και όταν καμιά τριανταριά ή σαράντα απ’ αυτούς μαζεύτηκαν στο γραφείο του περιοδικού «Liszty» για να μου πάρουν «συνέντευξη», μπορούσα να οσφρανθώ τον φόβο τους. Και πραγματικά, πολλοί απ’ αυτούς ήταν γραφτό να διαφύγουν σύντομα στο εξωτερικό, άλλοι έμελλε να φυλακιστούν, και σ’ άλλους δεν έμελλε να επιτραπεί ποτέ να ξαναδημοσιεύσουν στη μητρική τους γλώσσα. Είναι απίστευτο, μα όλα αυτά έγιναν πριν από δέκα χρόνια σχεδόν.
Επειδή το πρώτο σοβαρό πλήγμα στη γαλήνη της σκέψης μου ήταν η νίκη του ναζισμού – πρώτα στη Γερμανία και αργότερα στην υπόλοιπη Ευρώπη –, «οι εικόνες της καταπίεσης είναι αναπόφευκτα χυμένες σε φασιστικά καλούπια». Την εποχή εκείνη, ο κομμουνιστής ήταν πάντα το βασανισμένο θύμα και ο Ερυθρός Στρατός ορθωνόταν ως η ελπίδα του ανθρώπου, ως σωτηρία. Έτσι, λοιπόν, για να τα πούμε με λόγια απλά και σωστά, φρονώ πως η κατοχή στην Τσεχοσλοβακία αποτέλεσε τη φυσική απόδειξη πως ο Μαρξισμός δεν ήταν παρά ακόμα μια προσπάθεια αυτο-εξαπάτησης για ν’ αποφύγει κανείς να δει κατά πρόσωπο την πραγματική φύση της εξουσίας και την πρωτόγονη διαφθορά που προκαλεί σ’ εκείνους που την κατέχουν.
Με μια λέξη, ο Μαρξισμός αποδείχτηκε ένα είδος αισθηματισμού της ανθρώπινης φύσης, και αυτό έχει και την κωμική του πλευρά. Στο κάτω - κάτω, αρχικά δεν ήταν παρά ένα σκάλισμα στις πιο οδυνηρές πληγές της καπιταλιστικής αλαζονείας. Ήταν επιστημονικός και αναλυτικός. Στην πραγματικότητα, εκείνο που έκαναν οι Ρώσοι στην Τσεχοσλοβακία ήταν ν’ αποδείξουν πως σ’ ένα περιβάλλον δυτικού πολιτισμού, εκείνο που αποκαλούσαν σοσιαλισμό, δεν μπορούσε ν’ ανεχθεί ούτε την πιο συμβολική ελεύθερη κριτική, πόσο μάλλον μιαν αντιπολίτευση. Το πνεύμα της κριτικής δεν είναι ανεκτό – και στη γενέτειρα του Κάφκα και του παραλόγου στην πιο ευφυή του έκφραση, ο παραλογισμός πηγάζει από τη ρωσική κατοχή, σαν κάποιο αέριο που σε κάνει ταυτόχρονα να κλαις και να γελάς.
Αμέσως μετά την επιστροφή μου από την πρώτη μου αυτή επίσκεψη στην Πράγα έτυχε να συναντήσω έναν Σοβιετικό πολιτικό επιστήμονα σε ένα συνέδριο υψηλού επιπέδου, στο οποίο εκπροσωπούσε τη χώρα του. Σε μια από τις συναντήσεις κλήθηκα να μιλήσω και να εκθέσω τις απόψεις μου για τα εμπόδια στη βελτίωση των πολιτιστικών σχέσεων ανάμεσα στα δύο έθνη. Απογοητευμένος ακόμα από τις εμπειρίες μου στην Τσεχοσλοβακία, ήταν φυσικό ν’ αναφερθώ στην εισβολή της χώρας σαν μια πιθανή αιτία δυσπιστίας των Αμερικανών προς τους Σοβιετικούς, όπως και στην επιθετική στάση των ΗΠΑ στο Βιετνάμ – από την άποψη και πάλι της ύφεσης.
Αυτό είχε συμβεί το πρωί. Το ίδιο βράδυ, σε μια δεξίωση που δόθηκε για όλους τους συνέδρους (οι μισοί ήταν Αμερικανοί), βρέθηκα αντιμέτωπος με τον ίδιο αυτόν Σοβιετικό, που ο θυμός του ήταν ασυγκάλυπτος. «Είναι απίστευτο», είπε, «εσείς – ιδίως εσείς που είσαστε Εβραίος – να εκφράζεστε εναντίον των ενεργειών μας στην Τσεχοσλοβακία»...
Ενώ είμαι συνήθως πανέτοιμος ν’ ανταποκριθώ σε σχεδόν κάθε απόηχο της εβραϊκής παρουσίας στην πολιτική ζωή της εποχής μας, βρέθηκα, χωρίς να το περιμένω, σε πλήρη σύγχυση μ’ αυτή την παρατήρηση και του ζήτησα να μου εξηγήσει τι εννοούσε. «Μα, είναι προφανές», απάντησε, και το πρόσωπό του είχε γίνει τώρα κατακόκκινο από τον θυμό που τον είχε κυριέψει. «Εισβάλαμε για να τους προστατέψουμε από τους δυτικογερμανούς φασίστες!»…
Ομολογώ πως αποστομώθηκα! Φανταστείτε! Να προελαύνουν όλα τα στρατεύματα του Συμφώνου της Βαρσοβίας για να προστατέψουν τους λιγοστούς Εβραίους που είχαν απομείνει στην Τσεχοσλοβακία! Σπάνια αντιμετωπίζει κανείς μια τέτοια φαντασίωση που να την πιστεύει τόσο ακράδαντα ένας έξυπνος άνθρωπος. Μπροστά σε μια τέτοια αποκάλυψη, κάθε πολιτισμός μοιάζει να ραγίζει και να καταρρέει. Δεν υπάρχουν πια πηγές εγγυήσεων.
[…] Έτσι, μια πολύ μεγάλη μερίδα ανθρώπων στο εξωτερικό, και ανάμεσά τους πολλοί καλλιτέχνες, αισθάνθηκαν έναν βαθύ σύνδεσμο με την Τσεχοσλοβακία, ακριβώς επειδή στη Δύση έζησε για πολλές γενιές ο φόβος πως το απλό δικαίωμα του αντίλογου στην εξουσία είναι ασήμαντο και κινδυνεύει πάντα ν’ αφαιρεθεί και να ξεριζωθεί. Μου έτυχε κι εμένα να καθίσω για φαγητό στο σπίτι ενός Τσέχου συγγραφέα, μ’ αυτόν και την οικογένειά του, και κοιτάζοντας από το παράθυρο να δω τους αστυνομικούς καθισμένους στ’ αυτοκίνητά τους σαν να προειδοποιούσαν τον φίλο μου πως παρακολουθούσαν τη συνάντησή μας. Διάβασα σε εφημερίδες της Τσεχοσλοβακίας πως κάποιος συγκεκριμένος συγγραφέας διέφυγε στη Δύση γιατί δεν επιθυμούσε πια να ζήσει στην πατρίδα του, την ίδια στιγμή που αυτός ο ίδιος άνθρωπος καθόταν εκεί, στην άλλη πολυθρόνα, στο ίδιο δωμάτιο μ’ εμένα. Και για μένα έχουν ειπωθεί αναλήθειες στην Αμερική, ιδιωτικά και δημόσια, από τον Τύπο κι από την κυβέρνηση, όμως κάποιος δρόμος – συχνά ένα στενό μονοπάτι μονάχα – παρέμενε πάντα ανοιχτός, η πίστη πως με τη λογική θα μπορούσα να προσπαθήσω να βοηθήσω κάποιους ανθρώπους να δουν την αλήθεια, και έτσι ν’ αντιδράσω τουλάχιστον στον θρίαμβο της αναλήθειας.
Γνωρίζω τι σημαίνει να σου αρνούνται το δικαίωμα να ταξιδέψεις έξω από τη χώρα σου, αφού το υπουργείο Εσωτερικών μου αρνήθηκε το διαβατήριο για πέντε χρόνια. Κάτι ξέρω κι εγώ από τον πειρασμό να φύγεις με οποιονδήποτε τρόπο, να εγκαταλείψεις τη χώρα σου με αποστροφή κι απογοήτευση, όπως έκαναν πολλοί στην εποχή του Μακάρθι και όπως πάμπολλοι Τσέχοι και Σλοβάκοι έχουν κάνει σ’ αυτά τα τελευταία χρόνια. Γνωρίζω ακόμα και το αίσθημα του κενού στο στομάχι στην προοπτική να μάθεις τη μυστική γλώσσα μιας άλλης χώρας, τις χειρονομίες και τα μηνύματα του κορμιού που δίχως αυτά ένας συγγραφέας μισο-βλέπει και μισο-ακούει μονάχα. Και πιο σημαντικό ακόμα, γνωρίζω τη διαφορά ανάμεσα στην αναγνώριση της αδιαφορίας των ανθρώπων και στην τελική παραδοχή πως το αλάτι έχει οριστικά χάσει τη νοστιμάδα του και πως η μόνη γνωστική αντιμετώπιση όλων των ανθρώπων είναι ο κυνισμός…

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.