12/12/2018 13:10:06
31.5.2010

Charles Lloyd

Charles Lloyd - Media

Συνέντευξη στον Λεωνίδα Αντωνόπουλο

leonidas@world-music.gr

Ένας γερο-σοφός με ταμπεραμέντο εφήβου, ο Τσαρλς Λόιντ, από τα σημαντικότερα εν ενεργεία ονόματα της τζαζ, έχει χτίσει τη δική του σχέση με την Ελλάδα την τελευταία δεκαετία. Ονομάζεται Μαρία Φαραντούρη. Μια καλλιτεχνική φιλία που ξεκίνησε στην Καλιφόρνια αγνά, όπως όλα στην παράξενη ζωή του κ. Λόιντ, και εξελίχθηκε σε καρποφόρα συνεργασία χωρίς το άγχος της δισκογραφίας, τα deadlines των παραγωγών, τις πωλήσεις. Τη Μαρία Φαραντούρη την είδαμε να ανεβαίνει στη σκηνή τις περισσότερες φορές που ο Λόιντ εμφανίστηκε στην Ελλάδα, ένα-δυο τραγούδια διακριτικά και ύστερα εκείνος έπιανε το σαξόφωνο και συνέχιζε. Αυτή τη φορά, στις 4 Ιουνίου, στο Ηρώδειο, τα πράγματα θα είναι διαφορετικά: ο Λόιντ είναι εκείνος που θα προσεγγίσει τον ελληνικό ήχο, παράλληλα με τις δικές του συνθέσεις, η δε Μαρία Φαραντούρη θα ερμηνεύσει μπαλάντες του και οι δύο μαζί ένα έργο ειδικά γραμμένο για τη συναυλία αυτή − την «Ελληνική Σουίτα», εμπνευσμένη από ελληνικά μουσικά θέματα, παραδοσιακά και μη, τα οποία διασκεύασε και ενορχήστρωσε ο Τάκης Φαραζής. Μάλιστα η ηχογράφηση της συναυλίας θα κυκλοφορήσει αργότερα σε άλμπουμ από την ΕCM.

Η συνάντηση και η γνωριμία σας με τη Μαρία Φαραντούρη, πριν από οκτώ χρόνια, έχει εξελιχθεί σε σταθερή, σχεδόν, συνεργασία τον τελευταίο καιρό. Σε ποια στοιχεία βασίζεται η καλλιτεχνική σας σχέση;

Τ.Λ.: Κάθε μου συνάντηση με τη Μαρία είναι σαν να επιστρέφω στο σπίτι μου. Υπάρχει στενή συγγένεια, σεβασμός και αγάπη μεταξύ μας, και η συνεργασία μας πηγάζει μέσα από αυτή τη σχέση. Από την πρώτη στιγμή που συναντηθήκαμε το 2002 χτίσαμε μια συνεργασία που διευρύνεται και εξελίσσεται σταθερά, βασισμένη κυρίως σε αυτά τα δύο στοιχεία: την αγάπη και τον σεβασμό.

Δεν σας επηρεάζει το γεγονός ότι ως ερμηνεύτρια η Μαρία Φαραντούρη δεν προέρχεται από τον χώρο της τζαζ;

Τ.Λ.: Είναι σπουδαία καλλιτέχνις, αυθεντική, και δεν είναι απαραίτητο να προέρχεται ή να έχει εμπειρία στον χώρο της τζαζ για να μπορέσουμε να δουλέψουμε μαζί. Μου αρκεί η μουσική − και η αγνή μουσικότητα που διαθέτει. Όταν συνεργαζόμαστε δεν θέλω από εκείνη να προσπαθεί να γίνει πιο τζαζ, αυτό που επιθυμώ είναι να συνεισφέρει με την υψηλή της αισθητική και την καλλιτεχνική προσωπικότητά της σε αυτό που κάνουμε.

Αν δεν κάνω λάθος δεν έχετε συνεργαστεί αρκετές φορές με τραγουδιστές. Το βλέπετε σαν μια στροφή, ένα νέο μουσικό πεδίο;

Τ.Λ.: Καθόλου! Όταν ήμουν νέος οι πρώτες μου συνεργασίες ήταν με τραγουδιστές, κυρίως με τραγουδιστές των μπλουζ, σαν τον Bobby «Blue» Bland, τον Howlin’ Wolf, τον B.B.King…, οπότε πρέπει να ομολογήσω ότι από αυτή την άποψη έχω σεβαστή εμπειρία. Πριν από μερικά χρόνια έκανα μια ηχογράφηση με ορχήστρα εγχόρδων και φωνή και με υλικό από τζαζ στάνταρντ, που λεγόταν «Autumn in New York», και στις αρχές της δεκαετίας του ’90 κάναμε μια ηχογράφηση με τον Gilberto Gil, η οποία όμως δεν έχει κυκλοφορήσει. Τη λατρεύω τη φωνή, πάντοτε ήθελα να γίνω τραγουδιστής, αλλά κατάλαβα από πολύ νωρίς ότι δεν είχα καλή φωνή. Το αμέσως πιο κοντινό είναι, νομίζω, το σαξόφωνο.

Ένας μουσικός όπως εσείς, ταγμένος στην τέχνη του αυτοσχεδιασμού, νιώθει άνετα να περνάει από τις ορχηστρικές συνθέσεις σε τραγούδια, όπως αυτά που θα ερμηνεύσετε με τη Μαρία Φαραντούρη;

Τ.Λ.: Είναι μια φυσική εξέλιξη. Στο πλαίσιο της μουσικής που θα παρουσιάσουμε στο Ηρώδειο, θα υπάρχει ένα σημαντικό μέρος το οποίο θα βασίζεται σε ελληνικά τραγούδια και θα βρούμε ακόμη και σ’ αυτά τον χώρο για να αυτοσχεδιάσουμε. Η Μαρία μού έμαθε ένα τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη, το «Κράτησα τη ζωή μου», και τώρα που το έχουν μάθει πλέον και οι μουσικοί θα χρησιμοποιήσουμε την υπέροχη μελωδία του ως εφαλτήριο για αυτοσχεδιασμούς.

Τι προαίσθηση έχετε για αυτή τη συναυλία;

Τ.Λ.: Αυτό που συμβαίνει με τη μουσική είναι ότι βρίσκεσαι συνεχώς σε μια διαδικασία ανακάλυψης. Δεν μ’ αρέσει να κάνω βαρετά πράγματα, ελπίζω λοιπόν να είναι κάτι όμορφο και εμπνευσμένο. Η μουσική για μένα συμβαίνει πάντα σε χρόνο ενεστώτα, μιλάει για το παρόν. Φυσικά υπάρχει μια πλούσια παράδοση από την οποία εμπνέομαι και ελπίζω το κοινό να εκτιμήσει τη μουσική που θα παίξουμε.

Πολύ λίγοι τζαζίστες στην ιστορία κατάφεραν να απευθυνθούν και σε ένα ευρύτερο κοινό, ιδιαίτερα στο ροκ ακροατήριο τη δεκαετία του ’60. Εσείς ήσασταν ένας από αυτούς. Πώς το εξηγείτε;

Τ.Λ.: Αυτό που συνέβη ήταν ότι με καλούσαν να παίξω στο Σαν Φρανσίσκο και συγκροτήματα όπως οι Grateful Dead και οι Jefferson Airplane έρχονταν στις συναυλίες μας και ύστερα έλεγαν ότι τους επηρέασε η μουσική μας. Οι Grateful Dead ήθελαν να παίζουν στις συναυλίες που παίζαμε και εμείς. Δήλωναν ότι το άλμπουμ «Dream Weaver», το οποίο ηχογράφησα στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ήταν ο αγαπημένος τους δίσκος, ότι από τότε που άκουσαν τους δικούς μου αυτοσχεδιασμούς άλλαξαν κατεύθυνση και, από φολκ-ροκ συγκρότημα που ήταν, άρχισαν να αυτοσχεδιάζουν κι εκείνοι. Επίσης, τα χρόνια εκείνα το ραδιόφωνο ήταν πιο ανοιχτό σε διαφορετικά είδη μουσικής. Άκουγες λοιπόν Ravi Shankar, άκουγες και τη δική μου μουσική, άκουγες και Robert Johnson, μέχρι και… Πουτσίνι − καλά, όχι ακριβώς Πουτσίνι, αλλά τέλος πάντων ήταν πολύ πιο ανοιχτό απ’ ό,τι είναι σήμερα με όλη αυτή την εξειδίκευση. Κάπως έτσι άκουγαν τη μουσική μας και οι νεότεροι και ξεκίνησε όλο αυτό…

…το οποίο συνεχίστηκε και τη δεκαετία του ’70.

Τ.Λ.: Ναι, αν και εγώ αποσύρθηκα στα τέλη του ’60 και πήγα να ζήσω κοντά στη φύση, στο Big Sur (σ.σ.: το μεγάλο φυσικό πάρκο των ΗΠΑ). Ήθελα να ασχοληθώ με την πνευματική μου πλευρά.

Τι σας οδήγησε τότε στην απόφαση να αποσυρθείτε;

Τ.Λ.: Ήμουν σαν μια ωρολογιακή βόμβα έτοιμη να εκραγεί, είχα καεί, είχα σιχαθεί τη μουσική βιομηχανία, είχα χάσει την επαφή με τα πάντα ύστερα από καταχρήσεις διαφόρων ουσιών, ήμουν απογοητευμένος από τη ζωή και είχα έντονη ανάγκη να κάνω κάτι με τον εαυτό μου. Ο μοναδικός τρόπος που έβλεπα ότι μπορούσα να το κάνω ήταν να αποσυρθώ εντελώς από τα εγκόσμια έτσι όπως τα είχα γνωρίσει ως τότε.

Τι σας παρακινεί να δημιουργείτε;

Τ.Λ.: Το πνεύμα, η φύση, η μοναξιά…

Πολλοί και με διάφορους τρόπους αναζητούν την πνευματικότητα σήμερα αλλά βρίσκουν ότι στην πράξη είναι πολύ δύσκολο να τη ζήσουν στο πλαίσιο του δυτικού τρόπου ζωής. Εσείς τι λέτε;

Τ.Λ.: Θα έλεγα ότι η λέξη «πνευματικός» χρησιμοποιείται καταχρηστικά και με μεγάλη ευκολία για να υπαινιχθεί πολλά πράγματα. Η πνευματική έκφραση όμως ενός ατόμου είναι μια προσωπική επιλογή. Παρ’ όλο που στον δυτικό κόσμο η τάση είναι προς έναν υλιστικό τρόπο ζωής ο οποίος θα κινείται όλο και με μεγαλύτερες ταχύτητες, αν κάποιος διαθέτει επίγνωση και μπορεί να μείνει προσηλωμένος μπορεί να τα καταφέρει. Όχι «μπορεί», είναι απαραίτητο να τα καταφέρει.

Μήπως είναι η θρησκεία ο δρόμος προς την πνευματικότητα;

Τ.Λ.: Δεν μ’ αρέσει να διατυπώνω κρίσεις για τέτοια θέματα. Νομίζω ότι σε κάθε δρόμο υπάρχει αλήθεια, αυτός όμως που αναζητεί κάτι πρέπει να βαδίζει ειλικρινής, όποιο δρόμο κι αν έχει διαλέξει.

Ακούγεται σαν ένα όμορφο όνειρο αλλά η πραγματικότητα το κάνει πολύ δύσκολο, μου φαίνεται.

Τ.Λ.: Πάντως το δικό μου όνειρο είναι ένας ειρηνικός κόσμος, και η μουσική είναι το καλύτερο μέσο που έχω για να εργαστώ για αυτό το όνειρο. Κάθε φορά που μου δίνεται η δυνατότητα να παίξω είναι άλλη μία ευκαιρία να πω την αλήθεια. Η ζωή στον πλανήτη έχει φτάσει σε τόσο έντονο βαθμό ADD (Διάσπασης Προσοχής) που καταντά τρομακτικό. Βομβαρδιζόμαστε διαρκώς και από κάθε κατεύθυνση με πληροφορίες, αλλά οι περισσότερες αυτό που κάνουν είναι να αποπροσανατολίζουν το μυαλό μας και φοβάμαι ότι οι άνθρωποι θα διανύσουν την απόσταση από τη γέννηση ως τον θάνατο χωρίς να γνωρίζουν ότι υπήρξαν εδώ ή για ποιο λόγο υπήρξαν εδώ.

Πιστεύετε ότι υπάρχει κάποιος σκοπός στην ανθρώπινη ύπαρξη;

Τ.Λ.: Εγώ είμαι σε υπηρεσία, αυτός είναι ο σκοπός που βρίσκομαι εδώ. Μεγάλωσα στον Νότο των ΗΠΑ και από μικρός έβλεπα ότι παντού γύρω μου υπήρχαν ρατσισμός και κοινωνικές εντάσεις που οι ρίζες τους ήταν πολύ βαθιές. Η μουσική ήταν η έμπνευση και η παρηγοριά μου. Αν λοιπόν καταφέρω να το προσφέρω αυτό και σε κάποιον άλλο, τότε θα νιώσω ότι συμβάλλω και εγώ κάπως, έστω ελάχιστα, στην ανθρωπότητα.

Υπάρχει λοιπόν λόγος που γίνατε μουσικός…

Τ.Λ.: Είναι αυτό που αγαπάω, και όταν παίζω μουσική είναι σαν να βρίσκομαι σπίτι μου.

Είναι γνώση η μουσική;

Τ.Λ.: Η μουσική είναι μια πολύ υψηλή μορφή έκφρασης. Η υψηλότερη μορφή τέχνης, νομίζω.

Έχετε σκεφτεί να διευρύνετε συνειδητά τον τρόπο που γράφετε ή παίζετε ώστε να συμπεριλάβετε τους σημερινούς ακροατές που έχουν συνηθίσει να αντιδρούν σε πιασάρικες μουσικές «ατάκες» μερικών δευτερολέπτων;

Τ.Λ.: Δυσκολεύομαι να γίνω τόσο αναλυτικός όσον αφορά την προσέγγισή μου. Είναι αλήθεια ότι η έκταση της προσοχής που δείχνει κάποιος στη μουσική μειώνεται. Αλλά το μόνο που μπορώ να σας πω είναι ότι εκλιπαρώ τον Δημιουργό να μου επιτρέπει να είμαι ένα ανοιχτό σκάφος. Προσπαθώ να κινούμαι έξω από τη συνηθισμένη ρότα διότι αν βρεθώ εκεί φοβάμαι ότι δεν θα υπάρχει καθόλου άνεμος για να φουσκώσει τα πανιά μου. Ξέρω ότι οι άνεμοι της χάριτος πάντοτε πνέουν και εγώ πρέπει να υψώνω τα πανιά μου αρκετά ψηλά ώστε να πιάνουν το αεράκι.

Η ταπεινότητα λοιπόν είναι ο δρόμος για να συναντήσει κανείς τη χάρη;

Τ.Λ.: Ο «μαέστρος» Higgins έλεγε συχνά για μένα: «Αυτός έχει λάσπη στα πόδια του» − μια λάσπη που την απέκτησα όμως στη φάρμα του παππού μου, στον Μισισιπή, όπου πέρασα πολλά από τα χρόνια της βρεφικής και παιδικής μου ηλικίας.

 

Πιστεύετε, αλήθεια, στη μετά θάνατον ζωή; Και ότι ίσως, κάποτε, συναντηθείτε ξανά με τον αγαπημένο σας φίλο, τον ντράμερ Billy Higgins;

Τ.Λ.:  Όλοι μας είμαστε πνεύματα που επιβαίνουμε σε ένα ανθρώπινο ταξίδι. Νιώθω πολύ συχνά την παρουσία του Billy Higgins – και νομίζω ότι αυτός τελικά ευθύνεται που συνάντησα στη ζωή μου μουσικούς σαν τον Eric Harland και τον Zakir Hussain.

Ποιο είναι το στάτους της τζαζ σήμερα; Εξελίσσεται σε κάτι που θα το χαρακτηρίζαμε «κλασική μουσική για τον 20ό αιώνα» ή είναι ακόμη νέα και ζωντανή;

Τ.Λ.: Οι μεγάλοι δημιουργοί θα κομίζουν πάντα την ελευθερία και τη μαγεία στη μουσική, και εγώ ανήκω σε αυτούς που πιστεύουν ότι η μουσική εξελίσσεται διαρκώς. Βλέπω συνεχώς νέους ανθρώπους στο ακροατήριο, όπου κι αν παίζω. Οι άνθρωποι διψούν να βρουν στη μουσική το βάθος, την ομορφιά και την ποιότητα. Όλοι μας είμαστε πολυάσχολοι αλλά την ίδια στιγμή αναζητούμε την εσωτερική μας έμπνευση, και η μουσική μπορεί να το ενεργοποιεί αυτό. Αυτό τουλάχιστον νιώθω εγώ και χαίρομαι όταν μπορώ να το μοιράζομαι με άλλους.

Τι έχετε ακούσει από ελληνική μουσική;

Τ.Λ.: Φυσικά και έχω ακούσει Μαρία Φαραντούρη και Μίκη Θεοδωράκη, έχω ακούσει παλιά βυζαντινή μουσική, επίσης πάντοτε αγαπούσα τη Μαρία Κάλλας… Στ’ αλήθεια αγαπάω πολύ την Ελλάδα, έχω πολλούς φίλους Έλληνες εδώ. Θυμάμαι παλιά, όταν έπαιζα στο Village Vanguard, το ιστορικό τζαζ κλαμπ της Νέας Υόρκης, ήταν ένα γκαρσόνι, Έλληνας, που αγαπούσε πολύ τη μουσική μου και όταν τελείωνα με έπαιρνε και πηγαίναμε σε κάτι μέρη πίσω από κάποια εργοστάσια, όπου έφτιαχναν θαυμάσια φαγητά και κάναμε βόλτες και περνάγαμε απίθανα. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ.

Η Ελλάδα ζει τώρα μια πολύ έντονη οικονομική κρίση που επηρεάζει τη ζωή μας με πρωτόγνωρο τρόπο. Πολλά τα ερωτήματα, πουθενά οι απαντήσεις.

Τ.Λ.: Δεν είμαι πολιτικός εγώ. Αυτοί νομίζουν πάντοτε ότι έχουν τις απαντήσεις για όλα. Μπορούμε όμως να βρούμε απαντήσεις μαθαίνοντας και από τα λάθη των άλλων. Δεν νομίζω ότι η Ελλάδα είναι μόνη της σε αυτή την οικονομική κρίση. Η κρίση βρίσκεται παντού γύρω μας και σε κάθε βαθμό, ίσως ξέσπασε πιο έντονα και έκανε μεγαλύτερη ζημιά σε εσάς επειδή η χώρα σας είναι μικρή. Θα ήθελα να εκφράσω τη συμπαράστασή μου σε όλους εκείνους που τώρα δοκιμάζονται και να τους πω ότι ήρθε η ώρα να ανασυνταχτούν και να προχωρήσουν μπροστά με θετικό και εποικοδομητικό τρόπο. Πρέπει να πάρουμε το μάθημά μας από τα λάθη που έγιναν, όχι μόνο εσείς στην Ελλάδα αλλά και ολόκληρος ο κόσμος, και κυρίως να μάθουμε πώς δεν θα τα επαναλάβουμε.

 

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.