14/11/2018 00:23:08

Γιώργος Σκαμπαρδώνης: «Μπορεί ένας ασήμαντος να σε σώσει ή να σε καταστρέψει»

Γιώργος Σκαμπαρδώνης: «Μπορεί ένας ασήμαντος  να σε σώσει ή να σε καταστρέψει» - Media

Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη, παρά τις προκλήσεις και προσκλήσεις της Αθήνας. Γράφει σε περιοδικά και εφημερίδες και παράλληλα καταδύεται στον κόσμο της μουσικής μέσα από τις πενιές του Τσιτσάνη. Το βιβλίο τού 2002 «Ουζερί Τσιτσάνης» μόλις έκανε τη δεύτερη επανέκδοσή του και ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης λέει και ξαναλέει πόσο σημαντικός ήταν ο Τσιτσάνης, «μια παρηγοριά για τους Έλληνες». Σε λίγο,  τίκτει ακόμα ένα «παιδί», τον «Νοέμβριο», βιβλίο με 33 διηγήματα, που θα κυκλοφορήσει τέλη Μαρτίου. Εγκολπώνεται ιστορίες και τις μεταπλάθει σε αυθαίρετες αφηγήσεις με ψήγματα πραγματικότητας, που του αποφέρουν το ένα βραβείο μετά το άλλο.

«Πού έχω τα βραβεία; Σε ένα μπαούλο. Τι, να τα βάλω σε ράφι να τα δείχνω; Όχι ότι δεν τα αποδέχομαι, αν το βραβείο έχει ένα κύρος και η επιτροπή εχέγγυα σοβαρότητας, τον κάθε έναν τον χαροποιεί ένα βραβείο. Στην Ελλάδα υπάρχει μοχθηρία, μικροψυχία, μη αναγνώριση του άλλου, οπότε όταν έρθει ένα βραβείο είναι καλό, αρκεί να μην νομίζεις ότι είναι περισσότερο σημαντικό από αυτό που πραγματικά είναι. Επιπλέον όταν έρχεται η βράβευση, έχεις και μεγαλύτερη ευθύνη να βελτιώσεις την τέχνη σου, να την πας σε ένα άλλο επίπεδο, σε μια άλλη περιωπή, γιατί και το βραβείο είναι βάρος. Πριν ήσουν πιο χαλαρός, τώρα πρέπει να κάνεις κάτι καλύτερο, να είσαι πιο αυστηρός, πιο δημιουργικός».

Μια συζήτηση για τη λογοτεχνία είναι πολυτέλεια σε εποχή οικονομικής κρίσης;
Για εμένα και τους ανθρώπους που γράφουν είναι καθημερινή βίωση. Δυστυχώς δεν ενδιαφέρονται πάρα πολλοί για τη λογοτεχνία. Θα έπρεπε όμως, γιατί η λογοτεχνία δεν είναι κάτι έξω από αυτούς, είναι ο ίδιος τους ο εαυτός. Η λογοτεχνία εκφράζει την ανθρώπινη κατάσταση, βοηθάει στην αυτογνωσία και στην καλύτερη αντίληψη του περίγυρου. Βοηθάει στην τοποθέτηση του εαυτού τους απέναντι στους άλλους, στην όξυνση της ευαισθησίας τους και στο γεγονός ότι δίνει μια άλλη, παράλληλη οπτική, να βλέπουν τα πράγματα με ένα δεύτερο βλέμμα, μια δεύτερη όραση. Πέρα από την απόλαυση, η λογοτεχνία είναι παρέα, η συζήτηση φέρνει την προσέγγιση, σε βγάζει από τη μοναξιά και την ανακύκλωση της κουβέντας περί την κρίση, που δεν έχει τέλος. Θέλοντας και μη, μιλάς για τα υψηλότερα πράγματα, άυλα μεν, αλλά πολύ σημαντικά για την ύπαρξη όλων μας.

Γιατί ένα βιβλίο για τον Τσιτσάνη και γιατί επανέκδοση σήμερα;
Είναι μια μεγάλη μορφή, δημιουργική, της λαϊκής μουσικής, αλλά και ένα υπόδειγμα ζωής, υπόδειγμα δημιουργού με την έννοια της αυστηρότητας. Ο Τσιτσάνης είχε τα μάτια του ανοιχτά συνέχεια και προσπαθούσε να μπολιάσει με νέα πράγματα την τέχνη που είχε παραλάβει. Βελτίωσε αυτό που ξεκίνησε, το έκανε αποδεκτό και το ανέβασε σε υψηλά επίπεδα. Προάσπισε την εικόνα του ελληνικού τραγουδιού και άφησε ένα τεράστιο έργο. Από την άλλη, στον βίο του δεν έφτασε σε υπερβολές, παραληρήματα και αυτοεπαίνους. Ο Τσιτσάνης ήταν αυστηρός σε όλα αυτά. Είναι μια αναφορά για όλους τους Έλληνες, ένα φτωχόπαιδο από τα Τρίκαλα, το οποίο κατόρθωσε χωρίς υποδομή και σε συνθήκες δύσκολες να φτιάξει ένα σημαντικό έργο και να καταξιωθεί. Ένα παρηγορητικό πρότυπο ζωής. Είναι βέβαιο ότι είχε να δώσει και άλλα τραγούδια και άλλη σοφία. Δυστυχώς έφυγε σχετικά νωρίς, στα 60 του, αν σκεφτείς ότι έχουμε πολιτικούς και όχι με την ίδια προσφορά, που τώρα είναι στα 95. Όσο για το βιβλίο, έληξε προ διετίας το συμβόλαιο με τον οίκο που είχε πρωτοκυκλοφορήσει, είναι και τα 30 χρόνια από τον θάνατό του, είμαι σε νέο εκδοτικό, στον Πατάκη, υπήρχε ζήτηση, προοπτική να γίνει ταινία από τον Μανούσο Μανουσάκη, οπότε ξαναεκδόθηκε.

Διαβάζοντας τα βιβλία σας παρατηρώ ότι υπάρχει μια αστεία πλευρά με την οποία διηγείστε και δραματικές καταστάσεις. Έτσι αντιμετωπίζετε και τη ζωή;
Αναμφίβολα, γιατί αλλιώς πέφτεις στην αυταπάτη ότι όλα είναι μεγαλειώδη και σοβαρά, σημαντικά και αιώνια, όμως τίποτε δεν είναι έτσι. Όλα μέσα στην ουσία τους και τη σοβαρότητά τους είναι και ειρωνικά και φθαρτά, έως και κωμικά. Αυτή η διπλή όραση σε λυτρώνει από σύνδρομα μεγαλείου και από το βάρος των πραγμάτων. Όταν τα πράγματα τα βλέπεις ανάλαφρα, τα διασχίζεις, τα αντέχεις και πιο εύκολα. Όταν «φωτίζεις» κάτι, προφανώς σοβαρό και αβάσταχτο, με ένα φως που το απομυθοποιεί, φεύγει και το βάρος και μπορείς να ζήσεις και καλύτερα. Είναι μια τεχνική των σοφιστών, ότι όλα είναι υποκειμενικά και όλα έχουν πολλές όψεις. Χωρίς βέβαια να αρνείσαι τη σοβαρότητα των πραγμάτων. Όπως λέει κι ο Αλεξανδρινός Καβάφης, «οι ελαφροί ας με λέγουν ελαφρόν. Στα σοβαρά πράγματα ήμουν πάντοτε επιμελέστατος».

Επίσης, επιλέγετε τους κομπάρσους της ζωής για να κάνετε ήρωες.
Βέβαια, πάντα οι κομπάρσοι είναι οι σημαντικοί. Από μικρός στις ταινίες μέσα στο μυαλό μου έμεναν μετέωροι αυτοί οι δεύτεροι, τρίτοι ρόλοι. Έστω μία φάτσα, μία ατάκα, ένας τύπος ο οποίος μπορεί να μην πρωταγωνιστεί, αλλά «κλέβει» το παιχνίδι. Υπερβαίνουν τον πρωταγωνιστή, ακόμα και την πρόθεση του σκηνοθέτη. Επομένως αυτοί οι ήρωες, που μέσα από τη δική τους αντανάκλαση φωτίζεται και η κυρίως δράση, δεν είναι ασήμαντοι. Έτσι είναι και στη ζωή. Μπορεί ένας άσχετος, ένας ασήμαντος άνθρωπος από τον περίγυρό σου να σε σώσει ή να σε καταστρέψει. Υπάρχει το απρόβλεπτο και το τυχαίο που επηρεάζει τον βίο σου και ίσως δεν το καταλάβεις και ποτέ. Τα γρανάζια είναι επάλληλα, οι επιρροές απροσδιόριστες, με προϊόν ανεξέλεγκτο.

Η γραφή είναι προϊόν έμπνευσης και φαντασίας ή έρευνας;
Καταρχήν έμπνευση, επιφοίτηση, άνωθεν επίσκεψη. Αν δεν κινητοποιηθείς από κάτι, να σε πιάσει αυτός ο δημιουργικός πυρετός, ο εσωτερικός ίλιγγος, η διάθεση να γράψεις για κάτι που σε ενθουσιάζει, δεν μπορείς να προσφύγεις στην έρευνα. Η έρευνα δεν χρειάζεται πάντα. Όλα ξεκινούν από την απροσδιόριστη και απερίγραπτη κατάσταση, που περιγράφεται με τη λέξη «έμπνευση». Συμβαίνει σε στιγμές που δεν μπορείς να τις συλλάβεις, ούτε να τις αναλύσεις, και πυροδοτεί όλο σου το «είναι». Από κει και πέρα αρχίζει η περιπέτεια της γραφής, που μπορεί να περιλαμβάνει πιθανώς την έρευνα και το θέμα είναι πώς θα μετουσιώσεις αυτή την έρευνα. Δεν μπαίνει αυτούσια, υπηρετεί την αφήγηση, είναι ένα παίγνιο.

Δεν σας έχουν προσεγγίσει από κάποιο κόμμα;
Πολλές φορές, από πολλά χρόνια. Πάντα κρατήθηκα μακριά κατά απόλυτο μέγεθος. Καταρχήν γιατί εγώ άσκησα τη δημοσιογραφία 32 χρόνια, δεν ήθελα να εμπλακώ σε κόμμα για να είμαι κρίνων και κρινόμενος ταυτόχρονα. Το θεωρώ ασύμβατο, θα μου πείτε στην Ελλάδα είναι πολύ συνηθισμένο, όμως δεν πρέπει να συμβαίνει. Όταν είσαι κάπου, το υπηρετείς και αν δεν το κάνεις, θα φαίνεται ότι το κάνεις, οπότε αυτό νοθεύει τη σχέση που θα έπρεπε να έχεις με το κοινό. Το δεύτερο είναι ότι το μυαλό μου είναι αφοσιωμένο σε άλλα πράγματα, με ενδιαφέρει πολύ η πολιτική, θεωρητικά, αλλά δεν έχω την ψυχοδομή να ασχοληθώ. Με κουράζει η συνύπαρξη με πολύ κόσμο, πολλές ώρες. Δεν το αντέχω, έτσι όμως είμαι από τη φύση μου, δεν φταίει η πολιτική, είμαι προορισμένος να κάνω άλλα πράγματα που μου αρέσουν περισσότερο.

Πώς σχολιάζετε το γεγονός ότι κάθε μέρα «πετάγεται» μια κίνηση, ένα κόμμα;
Όπως ξεπετάγονται εκατομμύρια δημοσιογράφοι μες στα blogs. Ο Έλληνας θεωρεί ότι εκ γενετής τα ξέρει όλα και μπορεί να τα θεραπεύσει όλα. Πρώτα δημοσιογραφικά και μετά πολιτικά. Δηλαδή αυτό το σωτηρολαγνικό σύνδρομο είναι κοινό στους τομείς μας, δεν είναι καινούργιο. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι σοβαροί, υπάρχουν όμως και άνθρωποι που παρασύρονται από γνώμες και λαϊκισμούς τρίτων και επειδή είναι και ευεπίφοροι στο να γίνουν σωτήρες, κάποια στιγμή νομίζουν ότι γίνονται κιόλας. Όμως πρέπει κανείς να μετρήσει πολύ τις δυνάμεις του για να το κάνει αυτό και πρέπει να το ’χει μέσα του, γιατί και η πολιτική είναι ένα τάλαντο. Το κουβαλάς ως θέληση και ως τρόπο ζωής, να συναναστρέφεσαι, να χαιρετάς και να κάνεις διαβουλεύσεις. Η πολιτική δεν είναι «κάνουμε βόλτες», ασχολείσαι με τη σωτηρία ενός ολόκληρου λαού. Είσαι έτοιμος να πεθάνεις, όχι να κάνεις δημόσιες σχέσεις ή ρουσφέτια.

Η λύση θα δοθεί από το εσωτερικό;
Άμεση λύση δεν βλέπω να υπάρχει, γιατί τα πράγματα δεν είναι ξεκαθαρισμένα, ο κόσμος δεν εμπιστεύεται κάποιο πολιτικό χώρο, υπάρχει σύγχυση και ανασφάλεια και οι συσχετισμοί των δυνάμεων είναι τέτοιοι, που δεν εγγυώνται σταθερότητα. Πιστεύω ότι, τελικά, μάλλον από το εξωτερικό θα βοηθηθούμε πάλι και πρέπει να δείξουμε σωφροσύνη. Να δούμε καταρχήν πώς θα σταθεί αυτή η χώρα, γιατί δεν υπάρχει ένας ηγέτης ή ένα κόμμα στο οποίο να μπορεί κανείς να επενδύσει με βεβαιότητα. Υπάρχει ένα δάγκωμα και ένας δισταγμός. Νομίζω όμως πως κάποια στιγμή η χώρα θα έχει ανάγκη να της ξανασυμβεί η αναγέννηση, γιατί δεν μπορεί να συνεχίσει έτσι.

Υπάρχει και η τιμωρητική ψήφος.
Η τιμωρητική ψήφος είναι παντοτινή στην Ελλάδα, απλώς αλλάζει κατευθύνσεις. Είναι γνωστό πως περισσότερο ψηφίζει ο κόσμος τιμωρητικά, παρά
παραγωγικά. Τα πράγματα τώρα έχουν εκτραχυνθεί, έχουν αγριέψει και είναι λογικό σε μεγάλο βαθμό να πηγαίνει ο κόσμος και στα άκρα. Αυτό οφείλεται στη φθορά των κομμάτων, δεν μετεβλήθη ιδεολογικά  ξαφνικά ο κόσμος, από αγανάκτηση το κάνει. Προκύπτει ως συνέπεια, όχι ως πίστη. Αυτά λύνονται εν τοις πράγμασι.

Είμαστε υπό κατοχή;
Με μία έννοια, σαφώς. Μπορεί να μην υπάρχουν στρατεύματα κατοχής, αλλά υπάρχει μια τρομακτική ισχύς έξω, η οποία επιβάλλει τη θέλησή της στη χώρα. Σε επίπεδο πολιτικών επιλογών, σε επίπεδο οικονομίας, καθημερινής ζωής, σε θέματα που αφορούν τη λαθρομετανάστευση, τα οπλικά συστήματα, την ΑΟΖ, δηλαδή αυτή η έξωθεν ισχύς, έχει διαπεράσει όλη την κοινωνικοπολιτική ζωή του τόπου και την ελέγχει. Αφού τα πάντα αποφασίζονται από αλλού, αυτό είναι ένα είδος κατοχής, χειραγώγηση, εξάρτηση, επιρροή σε μέγιστο βαθμό. Το χρέος προκαλεί υποταγή. Δεν είναι όμως μόνο το παιχνίδι του χρέους, είναι και το παιχνίδι της γεωπολιτικής. Είναι η Κύπρος, η Τουρκία, η Ουκρανία, η Συρία, όλα αυτά εμπλέκονται μεταξύ τους και η Ελλάδα είναι στη διασταύρωση πολλών παράλληλων εξελίξεων.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.