10/12/2018 00:38:46
3.1.2011

Κατερίνα Λέχου

Κατερίνα Λέχου  - Media

Συνέντευξη στη Ναταλί Χατζηαντωνίου

Η Κατερίνα Λέχου δεν εγκλωβίζεται στην εικόνα της. Είναι όμορφη, αλλά δεν βασίζει την καριέρα της σ’ αυτό.

Τις δύο προηγούμενες τηλεοπτικές σεζόν ήταν η «Ελένη», μια σύγχρονη μαμά που μεγάλωνε πέντε παιδιά, στο «Ευτυχισμένοι Μαζί». Στις αρχές της φετινής υποδύθηκε μια άλλη «Ελένη», μάνα κι αυτή δύο κοριτσιών, αλλά στις διαφορετικές δραματικές συνθήκες που επεφύλασσε στην ηρωίδα της «Το Νησί» της Σπιναλόγκας και το μυθιστόρημα της Χίσλοπ. Η Κατερίνα Λέχου έθραυσε οριστικά τα στερεότυπα που αποτρέπουν τις πολύ όμορφες ηθοποιούς να αναλαμβάνουν ρόλους «δοκιμασμένων» γυναικών που έχουν λιγότερα στρώματα μακιγιάζ απ’ ό,τι μυαλό και προσωπικότητα. Αυτό δεν έκανε και τόση εντύπωση βέβαια σε όσους παρακολουθούν την καριέρα τής ηθοποιού, που αποφοίτησε το ’87 απ’ το Θέατρο Τέχνης. Γιατί μπορεί ο πολύς κόσμος να την έμαθε απ’ την τηλεόραση, η ίδια, όμως, λέει ότι βάση της είναι το θέατρο. Εν προκειμένω το θέατρο «Άνεσις», όπου αναμετράται μ’ έναν «οδυνηρό» ρόλο: στο έργο «Ο Θάνατος και η Κόρη» υποδύεται μια Χιλιανή, πρώην πολιτική κρατούμενη της χούντας, η οποία συναντά ύστερα από χρόνια τον βασανιστή της.

«Ο Θάνατος και η Κόρη» είναι ένα έργο που θίγει μια πολύ οδυνηρή συνθήκη.

Κ.Λ.: Δεν είναι ακριβώς οδυνηρή. Είναι τραγική. Από τα λίγα που ξέρω για όσα συνέβησαν στη Χιλή, ήταν από τις πιο σκοτεινές, βίαιες και μακροχρόνιες δικτατορίες που έχει ζήσει η ανθρωπότητα.

Η ηρωίδα σας;

Κ.Λ.: Δεν μπορώ να διανοηθώ τι έχει περάσει αυτή η γυναίκα. Βλέποντας σε διάφορα ντοκιμαντέρ πραγματικές μαρτυρίες, ειλικρινά απόρησα πώς επιβιώνουν ορισμένοι άνθρωποι και πόση δύναμη μπορεί να κρύβει κάποιος μέσα του. Ολόκληρο το έργο διέπεται από μια βία. Δεν πρόκειται μόνο για την ξεκάθαρη βία που χρησιμοποιεί ένας βασανιστής απέναντι στο θύμα του, αλλά και για εκείνη που ασκεί καθένας στον άλλο, μ’ έναν υπόγειο τρόπο. Πολύ επίκαιρο σ’ αυτό το έργο είναι βέβαια και το θέμα της αυτοδικίας.

Γιατί είναι επίκαιρο;

Κ.Λ.: Επειδή διανύουμε μία εποχή που σ’ αυτό τον τόπο αισθανόμαστε πολύ αδικημένοι. Και βλέπετε πώς, μερικές ομάδες, αναλαμβάνουν να αποδώσουν δικαιοσύνη μόνοι τους, πράγμα το οποίο δεν είναι μόνο χαοτικό. Είναι μάλλον και το πρώτο σκαλοπάτι του φασισμού.

Φοβάστε ότι σ’ αυτό το «κλίμα» που ζει η Ελλάδα εδώ και μερικούς μήνες θα διογκωθούν τα περιστατικά αυτοδικίας; Είδαμε ξαφνικά την επιδρομή της «Χρυσής Αυγής» στον Άγιο Παντελεήμονα...

Κ.Λ.: Σ’ αυτό αναφερόμουν όταν είπα για ομάδες που δρουν μόνες τους – αν και ξέρω ότι σ’ έναν βαθμό είναι λίγο κατευθυνόμενα τα πράγματα. Όσοι δρουν εναντίον των μεταναστών έχουν, όμως, μια ψυχολογία όχλου. Γιατί ο καθένας από μας χωριστά, όσο και να νευριάζει με τον διπλανό του, δεν τον πιάνει στις μπουνιές, ούτε τον διώχνει. Σαν μονάδες δεν λειτουργούμε, δηλαδή, έτσι. Και επίσης θεωρώ ότι οι Έλληνες, γενικά, έχουμε στοργή για τους μετανάστες – επειδή έχουμε στο DΝΑ μας τη μετανάστευση.

Ανησυχείτε παρ’ όλα αυτά;

Κ.Λ.: Δεν ξέρω πόσο ακραία μπορεί να γίνουν τα πράγματα. Ελπίζω ότι θα μεριμνήσουν οι υπεύθυνοι και θα παραμείνει υπό έλεγχο η κατάσταση. Γιατί δεν μας φτάνουν όλα τα άλλα, φαντάζεστε να βρεθούμε σε εμπόλεμη κατάσταση μέσα στις γειτονιές της Αθήνας;

Προηγήθηκε για σας ο ρόλος της «Ελένης» στο «Νησί», ένας άλλου είδους δραματικός ρόλος. Είστε μια πολύ ωραία γυναίκα, αλλά δεν είχατε πρόβλημα να τσαλακωθείτε τόσο.

Κ.Λ.: Έγινε πολλή κουβέντα γι’ αυτό, ίσως γιατί στα τηλεοπτικά είμαστε όλοι λίγο ατσαλάκωτοι. Στο θέατρο αυτό δεν ισχύει. Εγώ απλά θεωρώ ότι είναι μέρος της δουλειάς μου. Δεν μου φαίνεται φοβερό. Δεν είμαι 20 χρόνων και με παρουσίασαν 40. Είμαι 43 και απλώς φαινόμουν μια 43χρονη, ταλαιπωρημένη. Δεν ήταν τρομερό. Ούτε είχα κανένα πρόβλημα με την αλλαγή ή την αλλοίωση του παρουσιαστικού μου. Άλλωστε την εξωτερική μου εμφάνιση δεν την αντιμετωπίζω ως ρομφαία, αλλά ως δώρο.

Λέτε ανοιχτά την ηλικία σας, δέχεστε ρόλους μανάδων. Δεν είναι και τόσο κοινό αυτό!

Κ.Λ.: Τα πράγματα έχουν μια, μη αναστρέψιμη, ροή. Είναι καλό να προλαβαίνεις εσύ τον κόσμο. Κατά τη γνώμη μου, εγώ κινήθηκα με «πονηριά». Σκέφτηκα ότι σαφώς μετά τα 40 δεν μπορώ να συναγωνιστώ ένα φρέσκο, όμορφο κορίτσι κι ότι πρέπει να μεταπηδήσω αλλού. Αλλά αυτό έπρεπε να το κάνω πριν να το σκεφτεί κάποιος άλλος για μένα. Ύστερα γιατί να μην υποδυθώ μια μητέρα; Η αδελφή μου, που είναι μόλις έναν χρόνο μεγαλύτερή μου, έχει πέντε παιδιά. Κι όμως φαίνεται σαν εμένα. Πήρα παράδειγμα κι από αυτήν. Γι’ αυτό προσπάθησα να προλάβω τους άλλους. Κι ύστερα τι να κρύψω; Να μπω στη διαδικασία να κρύψω 3-5 χρόνια και να γελοιοποιηθώ; Μήπως δεν ξέρουν οι άλλοι πότε βγήκα στο θέατρο; Να πω ψέματα; Ε, δεν θέλω να γίνω γελοία.

Οι όμορφες γυναίκες συνήθως ερμηνεύουν και ρόλους όμορφων, μοιραίων γυναικών.

Κ.Λ.: Υπάρχει κι αυτό. Εγκλωβίζεσαι στην εικόνα που έχουν δημιουργήσει άλλοι για εσένα. Εγώ δεν το βιώνω έτσι, αλλά βλέπω γύρω μου ανθρώπους που έχουν εγκλωβιστεί στην εικόνα τους. Ένας άνθρωπος που βιώνει, όμως, την ομορφιά του σαν κάτι εξαιρετικό, παραμένει χαλαρός απέναντι σ’ όλους τους άλλους τομείς κι έτσι δεν μπορεί να αναπτυχθεί. Αλλά γι’ αυτό μάλλον φταίει λιγότερο ο ίδιος και περισσότερο οι γονείς του. Εγώ είχα την τύχη να μην έχω μεγαλώσει έτσι.

Το θέατρο πώς μπήκε στη ζωή σας;

Κ.Λ.: Υπήρχε μια καλλιτεχνική ροπή, αλλά όχι συνειδητή, ούτε στοχευμένη. Μου άρεσε, π.χ., πολύ το πιάνο, διάβαζα πολύ λογοτεχνία, αλλά δεν είχα σαφή προσανατολισμό στο θέατρο. Βρέθηκα εκεί τυχαία ή μοιραία.

Δώσατε εξετάσεις πάντως και στο Εθνικό και στο Θέατρο Τέχνης, μπήκατε και στα δύο και επιλέξατε το δεύτερο...

Κ.Λ.: Κι αυτό μοιραίο ήταν. Έως τότε δεν είχα δει πολύ θέατρο. Οπότε δεν γνώριζα τι διαφορά είχε η μία σχολή απ’ την άλλη. Μάλλον ενστικτωδώς επέλεξα.

Και σπουδάσατε σε μία εξαιρετική σχολή που απαιτούσε τεράστια πειθαρχία.

Κ.Λ.: Έτσι ήταν. Φανταστείτε ότι όταν μπήκα εγώ, ο Κουν ζούσε. Πέθανε το ’87, τη χρονιά που αποφοίτησα. Στο Τέχνης ήταν, πράγματι, πολύ αυστηρά τα πράγματα. Αλλά κι εγώ πιστεύω πάρα πολύ στην πειθαρχία, γιατί σε βοηθάει να εστιάσεις. Έτσι, ναι μεν μου απαγορευόταν να κάνω έστω μια διαφήμιση για να βγάλω το χαρτζιλίκι μου, αλλά απ’ την άλλη μπορούσα να κάνω focus σε κάτι και να μην αναλώνομαι σε διάφορα άλλα. Ήταν ένα μάθημα που ακόμα το κουβαλάω.

Δηλαδή προσηλώνεστε σ’ έναν στόχο;

Κ.Λ.: Απολύτως. Είμαι άλλωστε και εκ γενετής πειθαρχημένο άτομο. Επιδιώκω πάντα να κάνω ένα πράγμα. Δεν μοιράζομαι, γιατί δεν το αντέχει το σώμα μου και κυρίως γιατί δεν το αντέχει το μυαλό μου.

Αργότερα θα χρειάστηκε να ξεπεράσετε τη δαιμονοποίηση της τηλεόρασης που το Θέατρο Τέχνης δεν ήθελε ούτε να την ακούει...

Κ.Λ.: Την τηλεόραση την αντιμετώπισα απ’ την πρώτη στιγμή με την ίδια σοβαρότητα που αντιμετώπιζα και το θέατρο.

Στην τηλεόραση συμμετείχατε λίγο - πολύ σε καλές, αξιοπρεπείς σειρές.

Κ.Λ.: Αυτό είναι θέμα επιλογής. Είναι πόσα «όχι» λες και τι θυσιάζεις.

Τι έχετε θυσιάσει;

Κ.Λ.: Ξέρετε τι είναι να κάθεσαι ενάμιση χρόνο σπίτι σου και να κοιτάς τους τέσσερις τοίχους; Ξέρετε τι είναι όλοι γύρω σου να δουλεύουν κι εσύ να είσαι εκτός; Αυτή δεν είναι μια διαδικασία που πλήττει μόνο τα οικονομικά σου – πες ότι αυτά με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τα βολεύεις. Είναι ότι νιώθεις εκτός παιχνιδιού.

Στους περισσότερους ηθοποιούς η αγωνία αν θα ’χουν το επόμενο εξάμηνο δουλειά είναι ένα κομμάτι της ζωής τους.

Κ.Λ.: Παρότι το επάγγελμα είναι ιδιαίτερα ανασφαλές, εγώ είχα από μικρή μια πίστη ότι αν έχω ένα ξεκάθαρο στόχο θα τα καταφέρω. Γι’ αυτό όλος ο κόπος μου ήταν αυτός: ο ξεκάθαρος στόχος. Απ’ το σπίτι μου είχα, επίσης, μάθει ότι δεν γίνεται να τα ’χω όλα. Αλλά τώρα πια, έχουν γίνει όλα τα επαγγέλματα ανασφαλή.

Έχετε αισθανθεί γύρω σας τις επιπτώσεις της κρίσης;

Κ.Λ.: Πρακτικά τα πράγματα είναι αρκετά στριμωγμένα. Ο κόσμος που συναναστρέφομαι, όμως, έχει ακόμα μερικά περιττά να αφαιρέσει. Δεν είναι δηλαδή από όσους δεν έχουν να πληρώσουν το ρεύμα τους. Παρ’ όλα αυτά γνωρίζω πολύ καλά ότι υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι. Ζω άλλωστε σε μία φτωχή γειτονιά, στην Ακαδημία Πλάτωνος. Αλλά αυτό που διακρίνω στη γειτονιά μου δεν είναι τόσο τη φτώχεια, όσο το πεσμένο ηθικό.

Αυτό πώς αντιμετωπίζεται;

Κ.Λ.: Πιστεύω ότι σ’ αυτή τη ζωή κανένα κακό δεν συμβαίνει από μόνο του. Συμβαίνει για να μας δείξει ότι κάτι πρέπει να αλλάξουμε. Οι αλλαγές, όμως, ξεκινούν απ’ το κάθε πρόσωπο χωριστά. Το μόνο που μπορώ να αλλάξω σ’ αυτό τον κόσμο είναι τον ίδιο μου τον εαυτό. Και βλέπω ότι, όταν αλλάζω εγώ, αλλάζει κι ο διπλανός μου. Γι’ αυτό δεν μπορώ για ό,τι μας συμβαίνει τώρα, να ρίξω ολόκληρη την ευθύνη αλλού. Σαφώς τη μεγαλύτερη ευθύνη την έχουν κάποιοι άλλοι. Αλλά τι να κάνουμε; Να τους σκοτώσουμε; Μόνη λύση είναι να αλλάξουμε τους εαυτούς μας. Άλλωστε, είμαστε κι εμείς μέρος της αλυσίδας της διαφθοράς. Εννοώ ότι καθένας μας κάτι έχει κάνει, του τύπου «πέρνα μου αυτό το χαρτί» ή «σβήσε μου μια κλήση». Θα πείτε, είναι τόσο σοβαρό αυτό; Όχι. Αλλά είναι κι αυτός ένα κρίκος της μεγάλης αλυσίδας.

Το θέμα είναι πόσο αναστρέψιμη είναι αυτή η κατάσταση και οικονομικά και κοινωνικά.

Κ.Λ.: Φοβάμαι ότι ακόμα βλέπουμε μόνο την κορυφή του παγόβουνου. Εύχομαι οι γονείς που μεγαλώνουν τώρα παιδιά να τα μάθουν να πιστεύουν και σ’ άλλα πράγματα, πέρα απ’ το χρήμα. Γιατί, για ό,τι συμβαίνει, φταίνε κι όσοι μεγάλωσαν τα παιδιά τους μαθαίνοντάς τα ότι όλο το παιχνίδι για να περάσουμε καλά είναι τα πολλά φράγκα.

Στο «Νησί» ήρθατε σε επαφή και με ένα άλλο θέμα που αποδεικνύεται επίκαιρο: αυτό του κοινωνικού αποκλεισμού.

Κ.Λ.: Τους λεπρούς τούς διέγραφαν από τη ζωή σαν να μην είχαν γεννηθεί ποτέ. Το «πεθαίνω» σημαίνει ότι τουλάχιστον αφήνω πίσω μου κάτι. Αλλά το «δεν έχω γεννηθεί» σημαίνει ότι δεν έχεις αφήσει ίχνη στη ζωή. Το ίδιο όμως δεν γίνεται και τώρα με μερικούς μετανάστες; Ωστόσο, αυτό που με γοήτευσε στην ιστορία του «Νησιού» ήταν ότι ακόμα και στις πιο δυσμενείς συνθήκες υπήρχαν άνθρωποι που, παρότι ανάσαινε δίπλα τους ο θάνατος, πάλευαν ειρηνικά για μία αξιοπρέπεια. Μπορεί να συμβεί κι εδώ κάτι τέτοιο με τους μετανάστες που δεν έχουν πού να μείνουν, τι να φάνε. Αυτοί οι άνθρωποι δεν πρέπει να διεκδικήσουν κάτι απ’ το κράτος; Εφόσον εδώ ζουν. Μπορεί να φαίνομαι αδαής, αλλά πιστεύω ότι κάποιος μπορεί να παλεύει και με ειρηνικούς τρόπους. Διαφορετικά, η βία γίνεται ένα άπατο πηγάδι.

Με το «Νησί» κλάψατε;

Κ.Λ.: Άλλαξε ο τρόπος που έβλεπα τα πράγματα. Δεν έκλαψα όμως. Αυτή η ιστορία ήταν στα όρια του τραγικού. Βλέπεις, π.χ., Κύπριες να διηγούνται πώς έχασαν τους γιούς τους και δεν κλαίνε. Γιατί είναι τόσο τραγικό το συμβάν, που ξεπερνά τα δάκρυα. Με δάκρυα κλαις επειδή σ’ άφησε ο γκόμενος. Στη μεγάλη τραγωδία δεν κλαις.

Δεν θα σας επαναλάβω όσα καλά ειπώθηκαν και γράφτηκαν γι’ αυτή τη σειρά. Θα σας ρωτήσω για όσα λίγα αρνητικά ακούστηκαν: ότι είναι αργά και πολύ σκοτεινά τα πλάνα…

Κ.Λ.: Θεωρώ υγεία το να υπάρχουν διαφωνίες κι απολύτως φυσιολογικό να μην αρέσει σε όλους κάτι. Κι εμένα, π.χ., δεν μου αρέσει ο Καντίνσκι. Είναι ένας τεράστιος καταξιωμένος ζωγράφος. Εγώ όμως δεν τον καταλαβαίνω και η τέχνη του δεν κινεί τίποτε μέσα μου. Δεν είναι, όμως, φυσιολογικό αυτό και σεβαστή η γνώμη μου; Θέλω να έχω το θάρρος της γνώμης μου.

Είχατε επίσης το θάρρος και την ειλικρίνεια να πείτε δημοσίως ότι κάνατε ψυχανάλυση – κάτι φυσιολογικό, που αντιμετωπίζεται, όμως, ακόμα ως ταμπού.

Κ.Λ.: Έχω κάνει έξι χρόνια ψυχανάλυση κι έχω σταματήσει να κάνω εδώ και τρία. Όταν μπαίνω στον κόπο να εκθέσω ένα τόσο προσωπικό κομμάτι μου, το κάνω με σκέψη. Το είπα εννοώντας ότι, αν εγώ έχω βιώσει κάτι που με βοήθησε και βελτίωσε τη ζωή μου, μπορεί και κάποιος άλλος να θέλει να το δοκιμάσει.

Αυτό το αναπαρήγαγε ένα κομμάτι των «κουτσομπολίστικων» ΜΜΕ. Μάλλον επειδή σας έμαθε πολύς κόσμος μέσω της τηλεόρασης και είστε λαμπερό πρόσωπο, γίνατε ακούσια «celebrity».

Κ.Λ.: Μην με λέτε έτσι. Γιατί celebrity είναι ο ανεπάγγελτος. «Τι δουλειά κάνεις; Είμαι celebrity». Μην με πληγώνετε...

Μα, αυτό εννοώ: ότι κάποιοι σας αντιμετωπίζουν έτσι, εισβάλλοντας στην προσωπική σας ζωή...

Κ.Λ.: Αυτό πάει χέρι - χέρι με την αναγνωρισιμότητα από τον κόσμο. Δεν γίνεται να τα θέλεις όλα δικά σου. Όταν, κάποιες φορές, αυτό γίνεται αδιάκριτο, το αντιμετωπίζω. Ξέρω, π.χ., πως όταν θέλω την ησυχία μου, θα κάτσω σπίτι μου. Δεν καταπιέζομαι όμως. Γιατί παλεύω τόσα χρόνια να επικοινωνήσω τη δουλειά μου. Οπότε, αν δεν με ξέρει κανείς και κανείς δεν πατάει στο θέατρο για να με δει, κάτι δεν κάνω καλά. Διαφωνώ όταν κάποιοι που έχουν γίνει γνωστοί κι έχουν βγάλει λεφτά λένε ξαφνικά «μ’ ενοχλεί ο κόσμος». Υστέρα, φαίνεται όποιος κάνει κάτι δημοσίως για να το πουλήσει ή απλά γιατί έτσι είναι η ζωή του. Εγώ, π.χ., δεν μπορώ να πηγαίνω παντού ασυνόδευτη. Υπάρχει ένας άνθρωπος στη ζωή μου. Κάποια στιγμή, κάποιος θα τον δει. Δεν μπορώ να τον βάλω στην τσέπη μου. Όμως όταν θέλεις πραγματικά να βρεις την ησυχία σου, τη βρίσκεις. Αν πας σε ένα ταβερνάκι στην Κερατέα, αποκλείεται να το μάθει κανείς, εκτός κι αν του ’χεις βάλει οδηγίες στο GPS!

 

 

 

 

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.