19/07/2018 14:29:37

Ελλάδα και ελληνισμός: Υπάρχει μέλλον και προοπτική;

 

Πολύς λόγος γίνεται τελευταία  για  το μέλλον της Ελλάδος και του «ελληνισμού». Βιώνουμε τη διάλυση του παραγωγικού ιστού της χώρας– ως οριοθετημένης γεωγραφικής έκτασης- με συνέπεια την ανεργία και τον απελπισμό των κατοίκων της, που δείχνουν να έχουν περιπέσει σε συλλογική κατάθλιψη, με έκδηλη την απουσία κάθε  οράματος. Η χώρα έχει απολέσει  την ισχύ  που είχε κάποτε στην περιοχή της και είναι έκδηλη η αμυντική της αδυναμία προς αυτούς που επιβουλεύονται εδάφη της.  Βιώνουμε την είσοδο στη χώρα πλήθους μεταναστών, βιώνουμε και τη  δραματική υπογεννητικότητα του εγχώριου πληθυσμού της, που με βεβαιότητα θα οδηγήσει τη χώρα να έχει στο μέλλον κατοίκους διαφορετικών φυσικών χαρακτηριστικών από τους σημερινούς, ενδεχομένως στην πλειονότητά τους. Με τα παραπάνω αναμφισβήτητα δεδομένα, μιλούμε   για αλλοίωση  της  χώρας, δηλαδή αλλοίωση  των εθνικο-κρατικών χαρακτηριστικών της  -με την επικρατούσα έννοια των όρων αυτών-  και εξ’ αυτών συνάγουμε το συμπέρασμα περί εξαφάνισης του ελληνισμού. Ας προσπαθήσουμε όμως να βάλουμε τα πράγματα σε μια σωστότερη, κατά τη γνώμη μας, βάση.

H επινόηση του «έθνους-κράτους» τον 17ο αιώνα, που όριζε τον τρόπο διάρθρωσης της Ευρώπης σε διοικητικώς αυτόνομες και κυρίαρχες του εαυτού τους γεωγραφικές ενότητες, τρόπος που σε σημαντικό βαθμό ήρε τους ενδοευρωπαϊκούς  πολέμους μέχρι τον 17ο αιώνα, έχει  πλέον δείξει τα όριά του. Διοικητικώς η   Ευρώπη έχει αρχίσει ήδη να μετατρέπεται από Ένωση εθνών-κρατών σε Ένωση αλληλεξαρτώμενων Περιφερειών. Τούτο δεν συντελείται  κατόπιν πολιτικών επιλογών και αποφάσεων, αλλά εκ της νέας πραγματικότητας που διαμορφώνεται. Οι τρόποι επικοινωνίας των πολιτών όλου του κόσμου, η ευκολία μετακινήσεων ανθρώπων και αγαθών και η διάχυση της γνώσης, οδηγεί σε άλλου είδους σχέση  τόσο μεταξύ των υφιστάμενων εθνών-κρατών, όσο και των Περιφερειών τους, που υπερβαίνουν τις μέχρι τώρα κρατικές δεσμεύσεις.  Διαφοροποιείται και η σχέση  μεταξύ τοπικού και παγκόσμιου. Συχνά χρησιμοποιούμε τον όρο   glocal, ως σύζευξη μεταξύ local και global, ως εκφράζον το νέο τρόπο ύπαρξης των επί μέρους τόπων. Μέσα σε αυτήν την πραγματικότητα, η έννοια του έθνους-κράτους  χάνει σταδιακώς το λόγο υπάρξεώς του. Συνακολούθως, δεν έχουν πλέον θέση οι διαφοροποιήσεις των εθνικο-κρατικών χαρακτηριστικών που θεωρούσαμε ως αναγκαίες συνθήκες  για την ύπαρξη αυτών των παλαιών βεστφαλιανών  εθνών-κρατών.

Βιώνουμε την ολοένα και περισσότερο εντεινόμενη «παγκοσμιοποίηση». Κυριολεκτικώς βλέπουμε την ιστορία να κυλάει με ταχύτατο ρυθμό μπρός στα μάτια μας. Η «παγκοσμιοποίηση» είναι φαινόμενο που άρχισε από την εμφάνιση του ανθρώπου στη γη, εμφανίστηκε πιο οργανωμένα με τις εκστρατείες των Αθηναίων τον 8ο π.Χ. αιώνα, εντάθηκε όμως τις τελευταίες δεκαετίες με την ευκολία μετακινήσεων των πληθυσμών και προφανώς δεν πρόκειται να αναχαιτιστεί όσο και αν το επιδιώκουν οι εμμένοντες στα ήδη παρωχημένα στερεότυπα. Μάλιστα το φαινόμενο αυτό δείχνει οδηγούμενο σε ολοκλήρωσή του, με την οικονομική πλέον παγκοσμιοποίηση, καλλίτερα θα λέγαμε «νομισματική παγκοσμιοποίηση».   Το έθνος-κράτος εγγενώς αντιδρά σε αυτήν, εμπεριέχει την πάση δυνάμει  προστασία του ως κλειστού κοινωνικού συστήματος, προφανώς και  την   φυλετική ομοιομορφία του πληθυσμού του. Μπορεί να μη  τα ομολογούν ευθέως οι υποστηρικτές του, αλλά τα διαλαλούν όταν αισθανθούν ότι  απειλούνται. Οι σημερινές έτσι πραγματικότητες  φέρνουν αυτά τα έθνη-κράτη σε πλήθος  υπαρξιακών αδιεξόδων,   που απειλούν την υπόστασή τους ως τέτοια και έτσι αντιδρούν, ματαίως όμως.

Η Ελλάδα  ουδέποτε υπήρξε κράτος, με τη σημερινή έννοια  του όρου αυτού. Της συνέβη τον 19ο αιώνα και αυτό όχι με ιδιαίτερη επιτυχία και υπό αποικιοκρατικές συνθήκες.  Πόσο μάλλον αυτό που,  με αρκετή ασάφεια είναι η αλήθεια, αποκαλούμε   «ελληνισμό». Η διαμορφούμενη εικόνα του κόσμου σε σύνολο αλληλοεξαρτώμενων Περιφερειών – ως ευρύτερων χωρικών και κοινωνικών ενοτήτων- υπό συγκεκριμένο «τρόπο», δηλαδή φιλοσοφική θεμελίωση, δεν είναι άγνωστη στην Ελλάδα.  Υπήρξε σύνολο «περιφερειών» ή «πόλεων», που είχαν συνείδηση του ανήκειν σε κοινό πολιτισμικό πλαίσιο, δηλαδή σε συγκεκριμένο τρόπο νοηματοδότησης της ζωής και του Κόσμου. Αυτό το πολιτισμικό πλαίσιο στήριξε την αρχική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, που διήρκησε λίγο -ή ουδόλως- ως αυτόνομη της ελληνικής της θεμελίωσης,  γέννησε την ελληνορωμαϊκή εξέλιξή της, που άνθησε για πάνω από χίλια χρόνια, ίσως να μην έχει ακόμα σβήσει –αυτή που εσφαλμένα αποκαλούμε Βυζάντιο- γέννησε και στήριξε αυτό που αποκαλούμε Δύση, συνομίλησε γόνιμα με την Ανατολή, ιδίως με την ιουδαϊκή της παράδοση, αλλά και αυτήν του Ισλάμ. Ίσως πρέπει να αναζητήσουμε και την εν πολλοίς άγνωστη, μέχρι στιγμής, σχέση της με την άπω Ανατολή, αν και είναι εντυπωσιακό να διαπιστώνουμε κοινά αρχαιοελληνικά και κινεζικά σύμβολα.

Η Ελλάδα δεν δημιουργήθηκε στα όρια του σημερινού της «οικοπέδου», που απετέλεσε πολιτική επιλογή του 19ου αιώνα, ούτε  περιορίστηκε σε αυτό. Στη Μέση Ανατολή ανεπτύχθησαν οι πρώτες ελληνικές πολιτισμικές προτάσεις, κάτω Ιταλία, Βαλκανική χερσόνησος, Αίγυπτος, εξάπλωσή της σε όλη τη Μεσόγειο, μέχρι τα ενδότερα της ευρωπαϊκής Ηπείρου. Έχει εύστοχα και γλαφυρά γραφτεί   πως αν βάψουμε μπλε τα στοιχεία των  κτηρίων των ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων που είναι αρχαιοελληνικής μορφής και φωτογραφίσουμε τις πόλεις από ψηλά,  αυτές θα φαίνονται  μπλε.

Τον 19ο αιώνα, που οργανώθηκε καλλίτερα η αντίδραση των κοινωνιών στη φιλοσοφική πρόταση της νεωτερικότητας,   με το κίνημα του «ρομαντισμού», που έτυχε αποδοχής από τους λαούς της Δύσης ως λυτρωτικό, όραμα των ευρωπαίων υπήρξε η αναβίωση της αρχαίας Ελλάδας. Εν πολλοίς έτσι δημιουργήθηκε και το σημερινό μας «οικόπεδο», με όρους όμως νεωτερικού κράτους και όρους προστασίας του από τους εμπνευστές του. Πέραν των επιδιώξεων της Δύσης να αναχαιτίσει την οθωμανική επέκταση, η   ευρωπαϊκή διανόηση ουδέποτε έπαψε να στηρίζεται στις  ελληνικές προτάσεις και άνευ αυτού του οράματος το νεώτερο ελληνικό κράτος δεν θα είχε δημιουργηθεί..Το δε νεώτερο αυτό ελληνικό κράτος, κυρίως με  την   περίφημη γενιά του  -30, αλλά και τη λιγότερο αξιολογημένη γενιά του -60,   προέταξε τις νεοελληνικές προτάσεις ως συνεισφορά στην παγκόσμια κοινότητα και αυτή γόνιμα τις δέχτηκε.   

Η Ελλάδα ως χώρα, αν και εντέχνως προόδευσε  μέσα στα νεότερα δεδομένα, δεν ταυτίστηκε με αυτά και δεν έχει λόγο να το κάνει τώρα. Αν ο «ελληνισμός»,  ως πολιτισμική πρόταση –γιατί δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο- παρουσιάζεται σε έκλειψη, αυτό οφείλεται και στην απαξίωσή του και εγκατάλειψή του από τη σημερινή Ελλάδα, θα λέγαμε προδίδοντας και τα οράματα της Δύσης. Η  Δύση γεννημένη από τις ελληνικές παρακαταθήκες και ιστορικά στηριγμένη σε αυτές, έχει σήμερα περιπέσει  σε οντολογικό κενό, που την έχει οδηγήσει σε πλήθος αδιεξόδων.  «Δεύτερη απογοήτευση του κόσμου που μοιάζει να είναι οριστική»,   ονόμαζε αυτήν την κρίση ο Καστοριάδης, με πρώτη αυτήν που δημιουργήθηκε με την οπισθοχώρηση των παλαιών οντολογιών/θρησκειών, που ήρθαν να καλύψουν πολιτικά ιδεολογήματα, που γρήγορα έδειξαν το όριά τους.  Η σημερινή Ελλάδα αναλώνεται όμως σε   μιμήσεις  αυτών των  νοοτροπιών της νεώτερης Δύσης που την έχουν οδηγήσει σε παρακμή και κοινωνικά αδιέξοδα,   καθοδηγούμενη    από ένα κλειστό και διεφθαρμένο  πολιτικό   σύστημα. Οφείλουμε να δούμε τα πράγματα καθαρότερα και να στραφούμε στην ιστορική μας αποστολή, που δεν εξαρτάται ούτε από τις «εθνικές» πιστοποιήσεις που δίνουν τα ληξιαρχεία ούτε από το χρώμα του δέρματος, αλλά από την πολιτισμική μας πρόταση. Ο ελληνισμός δεν είναι, δεν μπορεί να γίνει και ποτέ δεν υπήρξε κάτι άλλο.

Ένας τέτοιος αναπροσανατολισμός του ενδιαφέροντος και των δραστηριοτήτων του σημερινού   κρατιδίου μας, θα γίνει με ενθουσιασμό δεκτός από τη διεθνή κοινότητα,  που προσδοκά   άρση των αδιεξόδων της, με μια νέα φιλοσοφική της θεμελίωση ή αναγέννησή της με επαναξιολόγηση των καταβολών της.   Πολλαπλά θα είναι τα οφέλη που θα προκύψουν από αυτό (και για το κρατίδιό μας, αν και η σημασία του προτεινόμενου αναπροσανατολισμού των προσπαθειών του, καθιστά δευτερεύον το στενώς εννοούμενο δικό του όφελος). 

Σε κάθε πάντως περίπτωση η Ελλάδα -και ο «ελληνισμός»- βρίσκονται βαθιά ριζωμένα  στο γίγνεσθαι της Ιστορίας, έτσι άλλωστε επέζησαν ερήμην του ελληνεπώνυμου κρατιδίου των Βαλκανίων, αλλά και διαρκώς αναγεννώνται.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.