18/11/2018 17:30:39

Η ευρωπαϊκή διελκυστίνδα: Ανάγκη άμεσης επιλογής πολιτικής

 
Αυτήν την εποχή στην Ευρώπη είμαστε μάρτυρες μιας πολιτικής διελκυστίνδας. Από τη μια μεριά γίνεται μια πραγματική προσπάθεια εκδημοκρατισμού της, από την άλλη ένα ανώνυμο χρηματοπιστωτικό σύστημα που καπηλεύεται τον όρο του φιλελευθερισμού, αναβιώνει παλαιότερες κυριαρχικές επιθυμίες επιμέρους κρατών της, με άλλα λόγια ακυρώνει τα οράματα περί ενοποίησής της: από τη μια έχουμε ένα κεντρικό συμβούλιο που προωθεί το όραμα της Ευρώπης 2020, με στόχους την οικονομική, πολιτική και κοινωνική συνοχή, στηριγμένη στην ανάπτυξη – ανάπτυξη ισόρροπη, δίκαιη και αειφόρο – και με μεταφορά των κεντρικών σχεδιασμών από το κέντρο στις περιφέρειές της και ακόμα περισσότερο, στον ίδιο τον πολίτη, από την άλλη την ταύτιση της έννοιας της οικονομίας με αυτό το χρηματοπιστωτικό σύστημα που οδηγεί σε ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα.
 
Το κεντρικό ευρωπαϊκό συμβούλιο – που, αν δούμε τον δικτυακό τόπο της Ε.Ε., θα δούμε πως προτάσσει ως αρμοδιότητές του δραστηριότητες αδύνατο να ασκηθούν υπό το υφιστάμενο καθεστώς ή ουδέποτε ασκηθέντων – δείχνει να νοιάζεται για τη συμμετοχή όλων των κρατών - εταίρων στη χάραξη μιας κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής. Το ίδιο και άλλοι θεσμοί που αναφέρονται σε κοινά ζητήματα, οι δε χρηματοδοτήσεις με τα διαρθρωτικά ταμεία στοχεύουν και αυτές στην κοινωνική και οικονομική συνοχή στο σύνολο του ευρωπαϊκού χώρου.
 
Θα θέλαμε να σταθούμε εδώ στο πρόγραμμα ESPON - Ευρωπαϊκό Δίκτυο Παρακολούθησης για την εδαφική ανάπτυξη και συνοχή – που είναι χρηματοδοτούμενο από τη Γενική Διεύθυνση Περιφερειακής Πολιτικής. Σημειωτέον πως αυτή η Διεύθυνση είναι η καλύτερα χρηματοδοτούμενη από τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Το ESPON λοιπόν είναι ένα εφαρμοσμένο ερευνητικό πρόγραμμα που στηρίζει τη χάραξη των πολιτικών εδαφικής ανάπτυξης στην Ευρώπη. Για τον σκοπό αυτόν, μέσω του προγράμματος συλλέγονται σε τακτική βάση εκτενή στοιχεία για τις οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές τάσεις σε συγκεκριμένες περιοχές, με σκοπό να εντοπιστούν τόσο οι δυνατότητες περιφερειών, πόλεων και ευρύτερων περιοχών όσο και οι οικονομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν αυτές. Ένας από τους κύριους στόχους του προγράμματος είναι να εφοδιάζει τους τοπικούς φορείς χάραξης πολιτικής με εύκολα προσβάσιμο και κατανοητό υλικό. Σε επίπεδο Ε.Ε., τα στοιχεία που συγκεντρώνονται μέσω του ESPON αποτελούν πηγή συγκρίσιμων πληροφοριών που μπορεί να χρησιμοποιεί η Ένωση για να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα και τη βιώσιμη ανάπτυξή της.
Οι τελευταίες μελέτες που έχουν γίνει σε επίπεδο ESPON επικεντρώνονται στην ανάγκη ενίσχυσης των «Ολοκληρωμένων Χωρικών Αναπτυξιακών Στρατηγικών». Καλούνται δηλαδή οι Περιφέρειες αλλά και μικρότερες χωρικές ενότητες να συντάξουν και να υλοποιήσουν τέτοιου είδους στρατηγικές, επενδύοντας στα δικά τους ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Αυτή η ανάγκη αναγνώρισης και ενίσχυσης των Περιφερειών ως κύριων φορέων της ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και η συνακόλουθη ανάγκη επιδίωξης «εδαφικής συνοχής» – δηλαδή ενίσχυσης μιας ισοδύναμης ανάπτυξης, με άρση, από όλες τις ευρωπαϊκές περιφέρειες, των όποιων αδυναμιών και των κάθε είδους αποκλεισμών από τους κοινούς ευρωπαϊκούς στόχους – αναγνωρίζεται και υιοθετείται ολοένα και περισσότερο, τόσο σε επίπεδο «δεξαμενών σκέψης», μέσω διαφόρων μελετών που ανατίθενται από τα όργανα της Ε.Ε. όσο και ως κύρια αναπτυξιακή στρατηγική, από όλα τα κράτη - μέλη Στην Ιταλία, π.χ., έχουν γίνει σοβαρές γι’ αυτό προσπάθειες, με τη διεύρυνση της αυτονομίας των αυτοδιοικούμενων Περιφερειών της, με σχετικές προσθήκες στο Σύνταγμά της. Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αυτή η ενισχυμένη αυτονομία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης βεβαίως προϋπήρχε. Μην ξεχνάμε πως αρκετά κράτη έχουν συγκροτηθεί ως ομοσπονδίες, με άλλες λιγότερο άλλες περισσότερο αυτοδιοικούμενες περιφέρειες, μερικές εκ των οποίων μάλιστα να έχουν το «ένα πόδι εδώ, το άλλο εκεί». Μόνο η Ελλάδα  στο ζήτημα αυτό υστερεί σημαντικά (i). Η επιδίωξη οικονομικής και κοινωνικής συνοχής του ευρωπαϊκού χώρου συμβαδίζει με την αδήριτο πλέον ανάγκη μιας «πάση δυνάμει» ανάπτυξής του, με τη συμμετοχή κάθε τοπικής δυνατότητας και κάθε πολίτη.
 
Αυτές οι προσπάθειες ενισχύονται και από την έννοια της «εταιρικής σχέσης» όπως αυτή προσδιορίστηκε από τις προϋποθέσεις εκταμίευσης χρηματοδοτήσεων από τα Ταμεία της Ε.Ε. Η αρχή της εταιρικής σχέσης συνεπάγεται στενή συνεργασία μεταξύ των δημόσιων αρχών των κρατών - μελών σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο και του ιδιωτικού τομέα και τρίτων. Οι εταίροι θα πρέπει να συμμετέχουν ενεργά σε όλο τον κύκλο του προγράμματος – προετοιμασία, εφαρμογή, παρακολούθηση και αξιολόγηση. Η εταιρική σχέση πρέπει να εξεταστεί σε στενή σχέση με την προσέγγιση της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης και τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας. Πολυεπίπεδη διακυβέρνηση σημαίνει συντονισμένη δράση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των κρατών - μελών και των τοπικών και περιφερειακών αρχών, βάσει εταιρικής σχέσης και με σκοπό τη χάραξη και εφαρμογή πολιτικών της Ε.Ε., σύμφωνα με τα επίσημα έγγραφα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η επιθυμία των υψηλότερων ευρωπαϊκών θεσμοθετημένων οργάνων για πέρασμα της ευρωπαϊκής υπόθεσης από τα υψηλότερα επίπεδα διακυβέρνησης στις περιφέρειές της μέχρι και στον ίδιο τον πολίτη είναι εμφανής.
 
Ταυτόχρονα όμως δείχνει να παγιώνεται η αντίληψη πως η οικονομία ταυτίζεται με το υφιστάμενο χρηματοπιστωτικό σύστημα, σύστημα που ολοένα και περισσότερο απομακρύνεται των ιδεατών σκοπών του. Ενώ δηλαδή οι τράπεζες και το χρηματιστήριο όφειλαν να λειτουργούν, τουλάχιστον πρωτίστως, σαν εργαλεία υποβοήθησης των παραγωγικών διαδικασιών και μεσολαβητικά μεταξύ επενδυτών και παραγωγών, κατέληξαν να λειτουργούν ανταγωνιστικώς προς αυτούς που υποτίθεται πως έπρεπε να εξυπηρετούν. Οι τράπεζες δείχνουν να ενδιαφέρονται πρωτίστως για την αύξηση των κερδών τους, οι δε επενδυτές των χρηματιστηρίων, υπό την καθοδήγηση και συνεργασία ειδικών επαγγελματιών και οργανωμένων «παιχτών», μεταχειρίζονται κάθε μέσο για τον προσπορισμό κέρδους, αγνοώντας το παραγωγικό αντίκρισμα των επενδύσεών τους. Επιπλέον η παραγωγή χρήματος, το τύπωμα δηλαδή χρημάτων, άυλου και υλικού, βρίσκεται στα χέρια κεντρικών τραπεζών και είναι κατά το μάλλον ή ήττον ανεξέλεγκτο από τις πολιτικές ηγεσίες των κρατών. Το χρήμα αυτό, μετά το τύπωμά του, κυκλοφορεί ως έντοκος δανεισμός προς τις επιμέρους Τράπεζες και προς εμάς. Αυτό το αρκετά πολύπλοκο και αδιαφανές σύστημα παραγωγής χρήματος και δανεισμού του από τις τράπεζες και των χρηματιστηρίων όπου οι επενδυτές λειτουργούν εν πολλοίς ανεξάρτητα από την παραγωγικότητα των επιχειρήσεων προς τις οποίες επενδύουν, έχει σχεδόν ταυτιστεί με την έννοια της οικονομίας. Η χάραξη της κρατικής νομισματικής πολιτικής έρχεται ως συνακόλουθο. Η αρχή της «οικονομικής αποτελεσματικότητας», υπό την έννοια της διαχείρισης της οικονομίας του κράτους μέσω αυτού του εγκαθιδρυμένου χρηματοπιστωτικού συστήματος, δείχνει να έχει καταστεί κεντρική κρατική μέριμνα, κίνδυνος και ευκαιρία.

Όμως έτσι είναι που ένας απίστευτος όγκος δανείων όλων προς όλους έχει δημιουργηθεί. Οι χώρες βρίσκονται έτσι ολοένα και περισσότερο εξαρτημένες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται τόσο για την ελευθερία να μπορούν να αποφασίζουν ανεξάρτητα από τους όποιους δανειστές τους, όσο και για τη λειτουργική διασύνδεσή τους σε μια πραγματικά ενωμένη Ευρώπη. Είμαστε μάρτυρες του (τουλάχιστον) παραλόγου να ανήκουμε σε μια «Ένωση» που από τη μια διακηρύσσει πως το κεντρικό της πολιτικό όργανο έχει ως αρμοδιότητα «τη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής άμυνας της Ε.Ε.», από την άλλη αφήνει τις χώρες που αποτελούν τα γεωγραφικά της όρια να εξοπλίζονται για την άμυνα και των ιδίων αλλά και ολόκληρης αυτής της δήθεν Ενώσεως, με δικές τους δαπάνες, δαπάνες που έχουν διαμορφώσει το μέχρι τώρα χρέος της. Αφήνω κατά μέρος που αυτές οι δαπάνες αφορούν αγορές σε μεγάλο βαθμό από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, με συνακόλουθο την ενίσχυση των βιομηχανιών τους. Είναι ακόμα χαρακτηριστικό αυτής της μεγάλης απάτης, το φαινόμενο οι πολιτικές επιμέρους κρατών να ευνοούν επενδυτές χρηματιστηρίων, σε βάρος των πραγματικών συντελεστών της ανάπτυξης των κρατών αυτών: στην Ελλάδα, π.χ., εσωτερικές πολιτικές διεργασίες συνετέλεσαν στο να μετακυλιστούν τα επενδυτικά ρίσκα ιδιωτών επενδυτών σε άλλα κράτη, με τη συνέργεια βεβαίως των πολιτικών ηγεσιών των κρατών αυτών, καταφανώς για λόγους μη αναπτυξιακούς και σίγουρα μακράν των οραμάτων όπως αυτά δείχνουν να εμφανίζονται στις προθέσεις των κεντρικών θεσμοθετημένων οργάνων των Βρυξελλών και του Στρασβούργου. Είναι προφανές πως σε ένα τέτοιο τοπίο η πολιτική και οι μεγάλες δημόσιες επιλογές και αποφάσεις βρίσκονται στα χέρια λίγων και αγνώστων από τους πολλούς. Η όποια διαφάνεια για την οποία κομπάζουν τα κεντρικά συμβούλια της Ε.Ε. – πολυπληθή και καλοπληρωμένα… – δεν μπορεί παρά να αφορά μόνο σε μικρότερης εμβέλειας πολιτικές και να λειτουργεί ως άλλοθι της ουσιαστικής πολιτικής αποδυνάμωσης των πολιτών της γηραιάς αυτής Ηπείρου.
 
Αν δεν προβούν τα ευρωπαϊκά κράτη σε ριζικές πολιτικές επιλογές, με στόχο μια Ευρώπη πραγματικά ενωμένη, Ευρώπη παραγωγική και ικανή να σταθεί αν όχι πρωτοπόρα, τουλάχιστον με αξιοπρέπεια στο σημερινό παγκόσμιο και σκληρό ανταγωνιστικό τοπίο, προϋπόθεση των οποίων αποτελεί καταφανώς πλέον η συμμετοχική δημοκρατική της λειτουργία, αυτή η διελκυστίνδα κινδυνεύει να καταλήξει στο τελικό σπάσιμο του σκοινιού.

i Νικήτας Χιωτίνης, «Ο ρόλος των Περιφερειών στην Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση και η περίπτωση της Ελλάδος», 16 Οκτωβρίου 2012, «Το Ποντίκι»

* Ο Δρ. Νικήτας Χιωτίνης είναι Αρχιτέκτων, Καθηγητής ΤΕΙ, Τμήματος Εσωτερικής Αρχιτεκτονικής και Σχεδιασμού Αντικειμένων.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.