23/10/2018 02:16:26

Γιάννης Χαρούλης: Tου Βοτανικού... ο μάγκας

Γιάννης Χαρούλης: Tου Βοτανικού... ο μάγκας - Media

Με αφορμή τις δύο εμφανίσεις του στο «Βοτανικός Live Stage», αναλύουμε το φαινόμενο Γιάννης Χαρούλης. Από την εποχή που ήρθε ως άγνωστο παιδί από την Κρήτη για μια συναυλία - αφιέρωμα στον Ξυλούρη έως σήμερα που έχει γίνει του εντέχνου... ο μάγκας.

Πάνε αρκετά χρόνια που κυκλοφόρησε ένα cd - ζωντανή ηχογράφηση από μία συναυλία αφιερωμένη στη μνήμη του Νίκου Ξυλούρη το 2002. Εκεί, ανάμεσα στις φωνές του Χρήστου Θηβαίου, του Μανώλη Λιδάκη και άλλων ερμηνευτών, ακούστηκε για πρώτη φορά και μια φωνή που, αν δεν κοιτούσες τα credits της έκδοσης, θα έπαιρνες όρκο πως ανήκε στον Νίκο Ξυλούρη. Κι όμως, επρόκειτο για ένα νέο παιδί – Γιάννης Χαρούλης το όνομά του – που είχε έρθει μόλις από την Κρήτη για να κατακτήσει την Αθήνα και μέσα σε μια δεκαετία να αποτελέσει κανονικό φαινόμενο προς μελέτη.

Κατ’ αρχάς, όπου και να βρεθείς στην Ελλάδα συνειδητοποιείς πως υπάρχει ένας απεριόριστος σεβασμός στο όνομα Νίκος Ξυλούρης. Ένας καλλιτέχνης ταυτισμένος με το ήθος, πέραν της τέχνης του, που έφυγε νωρίς και που σήμερα αγαπιέται από λαϊκούς, έντεχνους και ροκάδες, αν μπορούν να σταθούν διάφορες κατηγοριοποιήσεις του κοινού του.

Ο Χαρούλης είχε αρχικά το προτέρημα να θυμίζει πολύ τον Ξυλούρη, σχεδόν ανατριχιαστικά, άρα να κερδίσει κι αυτός τις προαναφερόμενες κατηγορίες ακροατών. Κι εκεί που θα μπορούσε να αποτελεί ελάττωμα αυτή του η ιδιότητα, κατάφερε με σκληρή δουλειά να αφήσει το προσωπικό του στίγμα και να είναι ο «Χαρούλης» και όχι απλώς ένας «ερμηνευτής που μοιάζει στον Ξυλούρη».
Πόσοι και πόσοι τραγουδιστές δεν έκαναν καριέρα εν μία νυκτί για να εξαφανιστούν με τον ίδιο τρόπο, αφού πάτησαν πάνω σε άλλες θρυλικές φωνές; Μπορώ να θυμηθώ τον Λεωνίδα Βελλή, που κάποτε πλασαρίστηκε ως ο «νέος Καζαντζίδης». Μπορώ επίσης να αναφέρω ακόμη και τη Φωτεινή Βελεσιώτου, την «καινούργια Μπέλλου», η οποία όμως όχι μόνο δεν «χάθηκε», αλλά κατόρθωσε με σκληρή δουλειά και αυστηρές επιλογές να ξεχωρίσει ως αυτόνομη ερμηνευτική περσόνα.

Λαϊκός χωρίς… λαϊκό τραγούδι
Το παράδοξο είναι ότι ο Γιάννης Χαρούλης δεν έχει στις αποσκευές του ένα τραγούδι κοσμαγάπητο με την έννοια της λαϊκής απήχησης – και δεν ξέρω αν σηκώνει πια η εποχή τέτοια τραγούδια: ένας δίσκος πρόσφατα με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, συμμετοχές αρκετές σε δουλειές συνομήλικων ομότεχνών του, συνεργασίες με καλούς συνθέτες και τραγουδοποιούς (από τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Σταμάτη Κραουνάκη μέχρι τον Μιχάλη Νικολούδη και τη Δανάη Παναγιωτοπούλου) κ.ά. Έχει όμως εκατοντάδες λάιβ, στα οποία συρρέουν χιλιάδες κόσμου για να τον ακούσουν πότε με ευλάβεια και πότε με… υστερία «μπιτλικού» τύπου να ερμηνεύει το «Νανούρισμα» από τον «Ματωμένο Γάμο» των Χατζιδάκι, Λόρκα, Γκάτσου, δίπλα στα κομμάτια της προσωπικής του δισκογραφίας.

Έχω παρακολουθήσει εκείνη τη συναυλία του Γιάννη Χαρούλη στον Λυκαβηττό που θα συζητιέται για χρόνια, αφού συγκέντρωσε μέσα σε ένα διήμερο δεκαπέντε χιλιάδες ανθρώπους. Το κοινό παραληρούσε σα να είχε ενώπιόν του τον απόλυτο ποπ σταρ. Κι όμως, ο Χαρούλης απ’ την άποψη του ίματζ του – για να χρησιμοποιήσουμε όρο της μουσικής βιομηχανίας – είναι απλώς ένας μακρυμάλλης τυπάς με μάλλον παλαιομοδίτικο ροκ στιλ και μια στεντόρεια φωνή ικανή να θυμίσει πράγματα, σημαντικά και γοητευτικά, σκεπασμένα ενδεχομένως από τη σκόνη του χρόνου.
Το επικοινωνιακό του χάρισμα να είναι εκείνο που τον κάνει τόσο δημοφιλή; Μα ο Χαρούλης είναι όλο συστολή επί σκηνής, σαν να εκτίθεται μπροστά σε ένα καταναλωτικό κοινό και να νιώθει δέος.

Η χρήση εκ μέρους του της κρητικής ντοπιολαλιάς; Διότι όταν ένας καλλιτέχνης απευθύνεται στο κοινό του με τη λέξη «κοπέλια» αυτομάτως το κερδίζει, γίνεται το παιδί της διπλανής πόρτας και κατεβαίνει από το βάθρο του ημίθεου σε ανθρώπινα κοινά επίπεδα.

Ήρθε για να μείνει
Ο Γιάννης Χαρούλης σίγουρα ήρθε για να μείνει και η περίπτωσή του μόνο «σούπερ νόβα» δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Το κοινό του αυξάνεται προοδευτικά και θεαματικά βάσει της εμπορικής και καλλιτεχνικής επιτυχίας των συναυλιών του. Πιθανώς, αν ζούσε στη δεκαετία του 1970 να ήταν ο ερμηνευτής των σημαντικότερων νεοελληνικών μουσικοποιητικών έργων, αυτών που άνοιξαν δρόμους για τις μετέπειτα γενιές συνθετών, στιχουργών και τραγουδοποιών.
Έχει όλα τα εφόδια για να κάνει κάτι ανάλογο σήμερα, αν φτιάξει μια πραγματική δική του δισκογραφία. Διότι από το 2002 που έκανε το ντεμπούτο του μέχρι σήμερα έχουν περάσει δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια και το κοινό δεν έχει πάψει να τραγουδάει μαζί του τέσσερα όλα κι όλα δικά του τραγούδια: το «Έλα πάρε με», τα «Σύννεφα του γιαλού», τον «Χειμωνανθό» και τελευταία την «Ουρά του αλόγου».

Θέλω να πω ότι δεν είναι Σωκράτης Μάλαμας ή Θανάσης Παπακωνσταντίνου, δυο καλλιτέχνες με επίσης τεράστιο και αναλλοίωτο ρεύμα, που τα τραγούδια τους τα γνωρίζει ως και ο 70χρονος συνταξιούχος πλάι στα «παιδιά με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα», που ’λεγε και ο Σαββόπουλος. Ο Γιάννης Χαρούλης προσέχει αρκετά τα βήματά του, επιχειρεί «ιερές» συνεργασίες στη δισκογραφία κι αυτό φαινομενικά αρκεί. Αρκεί, όμως, για να τον διατηρήσει σε μία επικαιρότητα και όχι για να τον δικαιώσει στη μάχη με τον χρόνο.

Ως φαίνεται, σ’ αυτή τη μάχη την αδυσώπητη με τον χρόνο για την ώρα είναι νικητής. Τον βοηθάει η αρχαϊκή φωνή του, απομεινάρι μιας Ελλάδας που σβήνει και που σε λίγο θα μελετάται από τα βιβλία ιστορίας της τέχνης. Δεν είναι και μικρό πράγμα.

INFO Ο Γιάννης Χαρούλης εμφανίζεται για δύο βραδιές στο «Βοτανικός Live Stage» τη Δευτέρα 24 και την Τρίτη 25 Μαρτίου, στις 10 μ.μ., Ιερά Οδός 72 & Σπύρου Πάτση, τηλ.: 210-3473835

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.