Υποχρεωτική ηλεκτρονική τιμολόγηση από το Φθινόπωρο – Τα προβλήματα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις
Στο στόχαστρο της ΑΑΔΕ βρίσκεται η κλοπή και η απάτη του ΦΠΑ, με την επιβολή της υποχρεωτικής ηλεκτρονικής τιμολόγησης στις συναλλαγές των επιχειρήσεων, ένα μέτρο που αναμένεται να τεθεί σε εφαρμογή σταδιακά από το φθινόπωρο του 2023.
Η Κομισιόν έχει ήδη δώσει το πράσινο φως για την εφαρμογή της υποχρεωτικής ηλεκτρονικής τιμολόγησης στην Ελλάδα, ορίζοντας τον χρονικό ορίζοντα από την 1η Ιουλίου 2025 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027. Ο κυβερνητικός σχεδιασμός προβλέπει την σταδιακή εφαρμογή του μέτρου από το φθινόπωρο του 2023, ανάλογα με το μέγεθος του τζίρου των επιχειρήσεων. Εντούτοις, η Ελλάδα διατηρεί τη δυνατότητα να αιτηθεί παράταση της εφαρμογής του μέτρου εφόσον προκύψουν δυσκολίες κατά την εφαρμογή του. Για την έγκριση παράτασης, η χώρα μας θα πρέπει να υποβάλει έκθεση αξιολόγησης για την αποτελεσματικότητα του μέτρου, το οποίο αποσκοπεί στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και στην απλούστευση της διαδικασίας είσπραξης του ΦΠΑ.
Η πραγματική πρόκληση, ωστόσο, βρίσκεται στη δυνατότητα του μέτρου να υλοποιηθεί με επιτυχία. Παρά τις εξαγγελίες και τους ευρωπαϊκούς στόχους, η εφαρμογή της ηλεκτρονικής τιμολόγησης απαιτεί από τις επιχειρήσεις να προσαρμόσουν τις εσωτερικές τους διαδικασίες και να επενδύσουν σε νέες τεχνολογίες, γεγονός που ενδέχεται να αποδειχτεί επιβαρυντικό, ιδίως για τις μικρότερες επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν την κατάλληλη υποδομή. Η υποχρεωτική ηλεκτρονική τιμολόγηση θα πρέπει να αποδείξει στην πράξη ότι θα βελτιώσει τη διαχείριση των φορολογικών εσόδων, ενώ ταυτόχρονα θα απλοποιήσει τις διαδικασίες για τις επιχειρήσεις, χωρίς να δημιουργήσει νέα εμπόδια.
Ορισμένα θετικά στοιχεία του μέτρου περιλαμβάνουν την ταχύτερη και πιο ακριβή καταγραφή δεδομένων στην πλατφόρμα myData, η οποία θα βοηθήσει τις φορολογικές αρχές στον εντοπισμό της μη υποβολής δηλώσεων ΦΠΑ ή της υποβολής χαμηλών ποσών. Επιπλέον, αναμένεται να συμβάλλει στην καταπολέμηση της κυκλικής ή αλυσιδωτής απάτης, παρέχοντας στις αρχές τη δυνατότητα να εντοπίζουν τα εμπλεκόμενα μέρη σε συντομότερο χρονικό διάστημα. Στην πράξη, το μέτρο προβλέπεται να περιορίσει τα σφάλματα στην υποβολή των φορολογικών δηλώσεων, μειώνοντας έτσι το διοικητικό κόστος για το κράτος και τις επιχειρήσεις. Επιπλέον, η έκδοση προσυμπληρωμένων δηλώσεων ΦΠΑ αναμένεται να διευκολύνει τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων.
Ωστόσο, η εφαρμογή του μέτρου θα πρέπει να αντιμετωπίσει και την αναγκαία προσαρμογή των επιχειρήσεων στη νέα διαδικασία. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, για παράδειγμα, ενδέχεται να βρουν ιδιαίτερα δύσκολη τη μετάβαση σε ένα πλήρως ψηφιοποιημένο σύστημα τιμολόγησης, δεδομένων των οικονομικών και τεχνολογικών περιορισμών που αντιμετωπίζουν. Η Ελλάδα θα πρέπει να διασφαλίσει ότι η προσαρμογή στις νέες απαιτήσεις δεν θα προκαλέσει πρόσθετα βάρη για τις επιχειρήσεις και θα υποστηρίξει τις πιο αδύναμες από αυτές, παρέχοντας τους κατάλληλη καθοδήγηση και υποστήριξη.
Η επιτυχία του μέτρου εξαρτάται από την ικανότητα της ελληνικής κυβέρνησης να διασφαλίσει ότι οι διαδικασίες θα είναι σαφείς και εύκολα κατανοητές, με έμφαση στη μείωση των διοικητικών δαπανών και στη βελτίωση της αποδοτικότητας του φορολογικού συστήματος. Στην τελική, η ηλεκτρονική τιμολόγηση μπορεί να αποτελέσει έναν ισχυρό σύμμαχο στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και στην ενίσχυση της διαφάνειας, αλλά μόνο εφόσον εφαρμοστεί με σύνεση και χωρίς να επιβαρύνει υπερβολικά τις επιχειρήσεις.
Διαβάστε επίσης
Δημόσιο: «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω» – Πάνω από 3,3 δισ. ευρώ τα χρέη του προς ιδιώτες