Ο μισθός τελειώνει στις 18 του μήνα και η ακρίβεια πιέζει πλέον ασφυκτικά τη μεσαία τάξη
Για έξι στα δέκα ελληνικά νοικοκυριά ο μισθός δεν αρκεί για να καλύψει ολόκληρο τον μήνα, καθώς, κατά μέσο όρο, τα διαθέσιμα εισοδήματα εξαντλούνται μέσα στις πρώτες 18 ημέρες. Το εύρημα αυτό αποτυπώνει τη διεύρυνση των πιέσεων που ασκεί το αυξημένο κόστος διαβίωσης στον οικογενειακό προϋπολογισμό και σκιαγραφεί μια εικόνα παρατεταμένης οικονομικής στενότητας.
Για το διάστημα που μεσολαβεί από τα μέσα του μήνα και μετά, τα νοικοκυριά αναγκάζονται να αναζητήσουν εναλλακτικούς τρόπους κάλυψης των αναγκών τους. Η έρευνα καταγράφει εκτεταμένη χρήση αποταμιεύσεων, προσφυγή σε δανεισμό από το οικογενειακό ή φιλικό περιβάλλον, καθώς και αυξημένη χρήση πιστωτικών καρτών. Παράλληλα, σημαντικό ποσοστό δηλώνει ότι περιορίζει συστηματικά τις δαπάνες του, ακόμη και σε κατηγορίες που μέχρι πρότινος θεωρούνταν ανελαστικές.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι οι πιέσεις αυτές δεν περιορίζονται πλέον στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Τα στοιχεία της έρευνας δείχνουν ότι η ακρίβεια επηρεάζει πλέον και τη μεσαία τάξη, η οποία εμφανίζεται να χάνει σταδιακά τη δυνατότητα απορρόφησης των αυξήσεων σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες. Οι αυξήσεις σε τρόφιμα, ενέργεια και καύσιμα λειτουργούν σωρευτικά, μειώνοντας το διαθέσιμο εισόδημα ακόμη και σε νοικοκυριά με σταθερή απασχόληση.
Στο σκέλος των περικοπών δαπανών, η εικόνα είναι ενδεικτική της έκτασης του προβλήματος. Το 54% των νοικοκυριών δηλώνει ότι έχει προχωρήσει σε περικοπές προκειμένου να καλύψει βασικές ανάγκες. Οι περιορισμοί αυτοί αφορούν κυρίως δαπάνες διατροφής, ενέργειας και μετακίνησης, ενώ η μείωση εξόδων για ένδυση και ψυχαγωγία καταγράφεται ως πάγια πρακτική για την πλειονότητα των συμμετεχόντων.
Παράλληλα, το 12,1% των νοικοκυριών δηλώνει αδυναμία κάλυψης ακόμη και των απολύτως αναγκαίων δαπανών, όπως τρόφιμα και θέρμανση. Το εύρημα αυτό αποτυπώνει τη δυσκολία κάλυψης βασικών βιοτικών αναγκών και υπογραμμίζει τη στενότητα που επικρατεί σε σημαντικό τμήμα του πληθυσμού.
Η έρευνα αναδεικνύει και τη μειωμένη δυνατότητα αποταμίευσης. Πάνω από τους μισούς ερωτηθέντες, ποσοστό 55,7%, δηλώνουν ότι δεν μπορούν ή δυσκολεύονται πολύ να αντιμετωπίσουν ένα έκτακτο έξοδο ύψους 500 ευρώ. Το στοιχείο αυτό καταγράφει τη χαμηλή ανθεκτικότητα των οικογενειακών προϋπολογισμών και τη δυσκολία διαχείρισης απρόβλεπτων οικονομικών αναγκών.
Παράλληλα, η αβεβαιότητα για το μέλλον παραμένει έντονη. Σχεδόν ένας στους δύο συμμετέχοντες εκτιμά ότι η οικονομική του κατάσταση θα επιδεινωθεί μέσα στον επόμενο χρόνο, ενώ μικρότερο ποσοστό προσδοκά βελτίωση. Η εκτίμηση αυτή συνδέεται άμεσα με την αίσθηση ότι το διαθέσιμο εισόδημα δεν ακολουθεί την άνοδο του κόστους ζωής.
Σε ό,τι αφορά τα μέτρα στήριξης, η έρευνα καταγράφει ότι επιδοτήσεις και ενισχύσεις τύπου pass αξιολογούνται ως ανεπαρκείς για την ουσιαστική αντιστάθμιση των αυξήσεων στις τιμές. Οι συμμετέχοντες εκφράζουν την άποψη ότι τα μέτρα έχουν περιορισμένη χρονική διάρκεια και δεν επηρεάζουν μόνιμα τη δυνατότητα κάλυψης των βασικών αναγκών.
Το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ επισημαίνει ότι η εικόνα που προκύπτει από τα στοιχεία συνδέεται με τη συνολική πίεση που ασκείται στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, αλλά και με τη συρρίκνωση των περιθωρίων προσαρμογής. Η έρευνα καταγράφει μια καθημερινότητα όπου η διαχείριση του μήνα γίνεται όλο και πιο δύσκολη, με το εισόδημα να εξαντλείται πριν από το τέλος του.
Η συνολική εικόνα που προκύπτει από τα ευρήματα αποτυπώνει τις συνθήκες υπό τις οποίες διαμορφώνεται σήμερα η οικονομική ζωή των νοικοκυριών, σε ένα περιβάλλον αυξημένων τιμών και περιορισμένων δυνατοτήτων κάλυψης των αναγκών, ακόμη και για τμήματα του πληθυσμού που μέχρι πρόσφατα διέθεταν μεγαλύτερα περιθώρια αντοχής.
Διαβάστε επίσης
Από τα «Κελύφη» στην Κατοικία: Η Αρχιτεκτονική της Λύσης για το Στεγαστικό
Eurostat: Ένας στους πέντε στην Ελλάδα δεν μπορεί να κρατήσει το σπίτι του επαρκώς ζεστό
Στο μικροσκόπιο μεταβιβάσεις και γονικές παροχές πριν την παραγραφή