21/10/2018 12:33:12
6.6.2018 / ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖAΚΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2023 στις 31-5-2018

Νόμος περί αρχαιοτήτων

«Δεν τίθεται θέμα παραχώρησης των μνημείων», λέει το Υπερταμείο - «Είναι πολιτιστική κληρονομιά των Ελλήνων» - Media

 

Όπως ήδη αναφέραμε και σε προηγούμενα σημειώματα, η ελληνική αρχαιότητα έπαιξε βασικό ρόλο στη συγκρότηση εθνικής ταυτότητας: «[…] έδωσε έμφαση στην κλασική αρχαιότητα ώστε να οργανώσει μια εθνική ταυτότητα που θα έχαιρε της εκτίμησης των Ευρωπαίων και θα εντασσόταν στην ευρωπαϊκή παράδοση. Κατά συνέπεια, και το εκπαιδευτικό του σύστημα απέκτησε κατ’ εξοχή αρχαιοκεντρικό χαρακτήρα. Η απόφαση αυτή προφανώς οδηγούσε στην υποβάθμιση των άλλων ελληνικών ιστορικών περιόδων. Αυτή η αντίληψη που επιχειρούσε να συνδέσει απευθείας την αρχαία Ελλάδα με το παρόν, υπήρξε λίγο ως πολύ κυρίαρχη στο μεγαλύτερο μέρος του 19ου αιώνα» (Εφ. «Το Ποντίκι», 17 Μαΐου 2018, Το εθνικό παρελθόν ως παρόν).

Ήδη, οι διάσπαρτες και εκτεθειμένες κατά την προεπαναστατική περίοδο αρχαιότητες γίνονται με την απελευθέρωση αδιάψευστα σύμβολα του νεοελληνικού κράτους, συνδέοντάς το με την αρχαιότητα. Με δυο λόγια, τα αρχαία μνημεία γίνονται τα πρώτα έτοιμα εθνικά σύμβολα. Έτσι, μέσα στις πρώτες ανειλημμένες υποχρεώσεις του νέου ελληνικού κράτους είναι το να υπερασπίσει και να προστατεύσει τις αρχαιότητες από κάθε επιβουλή και κακόπιστη πράξη. Δεν είναι λίγες οι κλοπές και καταστροφές των μνημείων που είχαν προηγηθεί, με κορυφαία περίπτωση του Έλγιν, ούτε βεβαίως είναι σπάνια η καταστροφή τους από χωρικούς και η εκμετάλλευσή τους από αρχαιοκάπηλους.

Οι πρώτες προσπάθειες

Αρχικά, πριν ακόμη ελευθερωθεί η Ελλάδα, η προστασία των αρχαιοτήτων δεν είχε καμιά νομική υπόσταση και επαφίετο στη φιλοπατρία των λόγιων ή των σχετικών σωματείων. Με την έναρξη της επανάστασης, την προστασία των αρχαιοτήτων ανέλαβαν κάποια κυβερνητικά όργανα που φρόντισαν για την έκδοση διαταγών ή την ύπαρξη διατάξεων νομικής προστασίας των αρχαίων, τα οποία θεωρούνταν κτήμα όλων των Ελλήνων και απαγορευόταν η βλάβη τους.

Μια πιο συγκροτημένη προσπάθεια για την προστασία των αρχαιοτήτων, πάντα μέσα στις δυνατότητες που υπήρχαν, γίνεται στα χρόνια του Καποδίστρια. O Iωάννης Kαποδίστριας, στο σύντομο διάστημα της διακυβέρνησής του, ίδρυσε το 1829 μια στοιχειώδη Αρχαιολογική Υπηρεσία, με προϊστάμενο και μοναδικό υπάλληλο τον Κερκυραίο Ανδρέα Mουστοξύδη. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια το θέμα αδρανεί και επανέρχεται στο προσκήνιο το 1833, όταν διορίζεται ο Βαυαρός αρχιτέκτων Adolf Weissenburg ως αρμόδιος «διά τη διατήρησιν αλλά και την ανεύρεσιν και συλλογήν των αρχαιολογικών θησαυρών του Bασιλείου» (Conservator) με υφισταμένους (Unterconservatoren) τον Kυριακό Πιττάκη για τη Στερεά Ελλάδα, τον Iωάννη Kοκκώνη για τα νησιά του Αιγαίου και τον ελληνιστή Ludwig Ross για την Πελοπόννησο.

Ο πρώτος αρχαιολογικός νόμος

Τα πρώτα συγκροτημένα μέτρα – που συμπεριλαμβάνουν και τον πρώτο αρχαιολογικό νόμο – θεσπίζονται την εποχή της αντιβασιλείας, το1834, υπό την επίδραση του βαυαρικού νεοκλασικισμού. Πρόκειται για τον νόμο της 10ης / 22ας Μαΐου 1834 «Περί των επιστημονικών και τεχνολογικών συλλογών, περί ανακαλύψεως και διατηρήσεως των αρχαιοτήτων και της χρήσεως αυτών». Το νομοθέτημα αυτό θεωρείται διεθνώς πρωτοποριακό για την εποχή του. Συντάκτης του υπήρξε ο επιφανής Βαυαρός νομομαθής Georg Ludwig von Maurer, καθηγητής του Πανεπιστημίου του Μονάχου, μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας, ισόβιος σύμβουλος του κράτους της Βαυαρίας και μέλος της τριμελούς Αντιβασιλείας του Όθωνα στο νεοσύστατο Βασίλειο της Ελλάδος. Το νομοθέτημά του έχει ως βάση την αντίληψη ότι η ελληνική αρχαιότητα υπήρξε και πρέπει να σταθεί και στο μέλλον ο μαγνητικός κρίκος ανάμεσα στη σύγχρονη Ελλάδα και στην Ευρώπη.

Σύμφωνα με το άρθρο του νόμου, «όλαι αι εντός της Ελλάδος αρχαιότηται, ως έργα των προγόνων του ελληνικού λαού, θεωρούνται ως κτήμα εθνικόν όλων των Ελλήνων εν γένει». Πρόκειται για μια διάταξη που αναγνωρίζει πανηγυρικά την προγονική κληρονομιά των Ελλήνων. Ο νόμος αυτός, πέρα από την ιδεολογική και πολιτική του σημασία, δεν προσέφερε, όπως αποδείχτηκε, αποτελεσματική προστασία, κυρίως κατά των αρχαιοκαπήλων και των ιδιωτών στις ιδιοκτησίες των οποίων εντοπίζονταν αρχαία. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις ιδιωτών οι οποίοι, για διαφόρους λόγους, αλλά κυρίως λόγω της χαλαρής διοίκησης και της αδιαφορίας των αστυνομικών αρχών, εμπορεύονταν ή και κατέστρεφαν τις αρχαιότητες σαν άχρηστα ερείπια. Εδώ πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη ότι, εκείνη την εποχή, η έλλειψη στοιχειώδους μόρφωσης δεν άφηνε πολλά περιθώρια για τη συλλογική κατανόηση της ιδιαίτερης σημασίας των αρχαιοτήτων. Για την ιστορία, αναφέρουμε ότι ο πρώτος πανεπιστημιακός διδάσκαλος της Αρχαιολογίας – όπως και οι καθηγητές πολλών άλλων επιστημών –, ο προαναφερθείς ελληνιστής Ludwig Ross, ήταν Γερμανός.

Ωστόσο, στον νόμο του 1834 θεσπίζεται δέσμη μέτρων προστασίας των αρχαιοτήτων, με πρότυπο τη σχετική νομοθεσία του παπικού κράτους της Ρώμης του 1920. Μεταξύ άλλων περιλάμβανε την υποχρέωση δήλωσης της εύρεσης και απαγόρευσης της ανασκαφής και της εξαγωγής τους δίχως άδεια.

Ο σχετικός νόμος δεν περιλαμβάνει μόνο έργα γλυπτικής και αρχιτεκτονικής αλλά, μεταξύ άλλων, όπλα, σκεύη και νομίσματα και μάλιστα συμπεριλαμβάνει και τα μεσαιωνικά κατάλοιπα (ενσωματώνοντας ιδεολογικά και αυτή την ιστορική περίοδο στην ιστορία του ελληνισμού), τα έργα τέχνης δηλαδή που προέρχονται από την εποχή του χριστιανισμού. Η συνέχεια έρχεται το 1837, όταν ο νόμος επιτάσσει τα μεσαιωνικά λείψανα της Αθήνας για λόγους γραφικότητας. Πράγμα το οποίο, τουλάχιστον στη διάρκεια του 19ου αιώνα, δεν ίσχυσε και έτσι πολλά μνημεία βυζαντινά, βενετσιάνικα και τουρκικά καταστράφηκαν, προκειμένου να μένει… αμόλυντη και καθαρή η απευθείας σύνδεσή μας με την αρχαιότητα.

Λίγο μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, στο τέλος του 19ου αιώνα, το 1899, ψηφίζεται ο αμέσως επόμενος αρχαιολογικός νόμος επί κυβερνήσεως Γεωργίου Θεοτόκη. Στον νόμο περί αρχαίων εντάσσονται με περισσότερη προσοχή όχι εν γένει τα έργα του Μεσαίωνα, όπως στο διάταγμα του 1837, αλλά συγκεκριμένα του «μεσαιωνικού ελληνισμού». Έχει ήδη καθιερωθεί η ιστορική ανάγνωση του Παπαρρηγόπουλου, που διατυμπανίζει την αδιάλειπτη ιστορική συνέχεια του έθνους. Έτσι, κι ο δεύτερος νόμος διαθέτει ιδιαίτερη ιδεολογική σημασία. Το 1932, στην κωδικοποίηση των διατάξεων του νόμου του 1899, στα αρχαία υπάγονται τα αντικείμενα που χρονολογούνται μέχρι το 1453. Παρ’ όλα αυτά, η νομική διατύπωση δείχνει να ξεχωρίζει αξιολογικά την αρχαιότητα από τη βυζαντινή περίοδο, καθώς η διατύπωση του νόμου για τα βυζαντινά κατάλοιπα («δεν εξαιρούνται») καταδεικνύει μιαν απαξία γι’ αυτά.

Ουσιαστικά, η νομική προστασία των Βυζαντινών μνημείων ξεκινά μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, με την αναζωπύρωση της Μεγάλης Ιδέας και την ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος περιοχών πλούσιων σε βυζαντινά μνημεία και παρελθόν.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.