Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ
Βιβλίο: Το αντίπαλο δέος στην παρακμή - Ένα βιβλίο αντίδοτο στην τοξική κυριαρχία της μετριότητας
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ
Ηλίας Κανέλλης
Εκδόσεις: The Books’ Journal
Σελ.: 336
Η ελληνική κρίση ξεκίνησε ως οικονομική – και αυτή ήταν, εν μέρει, η αρχή του παραμυθιού. Στην πραγματικότητα, υπήρξε – και εξακολουθεί να είναι – μια κρίση αξιών, ευθύνης και πολιτικής συγκρότησης όπως επίμονα υποστηρίζουμε από την πρώτη στιγμή. Δεκαπέντε χρόνια μετά, η Ελλάδα παραμένει μια χώρα χωρίς βηματισμό, χωρίς αφήγημα, με μια κοινωνία κουρασμένη, διχασμένη και ηθικά παρηκμασμένη. Η οικονομία διορθώθηκε αριθμητικά, οι δείκτες χαμογελούν, αλλά η ηθική των θεσμών, ο σεβασμός στη δημοκρατία και η αίσθηση ενός συλλογικού προορισμού μοιάζουν κατεδαφισμένα και δίχως προοπτική αναστήλωσης.
Στην καρδιά αυτής της καθοδικής σπείρας στέκει η περίοδος της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ενός κόμματος που εκμεταλλεύτηκε το θυμικό του πληγωμένου λαού και εισήγαγε στον δημόσιο λόγο έναν επικίνδυνο συνδυασμό κυνισμού και ανικανότητας. Υποσχέθηκε αξιοπρέπεια, παρέδωσε θεσμική ασέβεια· υποσχέθηκε διαφάνεια, αλλά άφησε πίσω του την πιο σκοτεινή κληρονομιά ενός ηθικολογικού λαϊκισμού που διέλυσε κάθε έννοια αξιοκρατίας και σοβαρότητας. Ο δημόσιος διάλογος έγινε βοθρολυματικός, οι θεσμοί μπήκαν στην κρεατομηχανή ενός χυδαίου μηχανισμού με επαναστατικά προσχήματα, και η Ελλάδα άγγιξε μια σιωπηλή, σχεδόν μη αντιστρέψιμη, πολιτισμική παρακμή.
Μέσα σε αυτό το σκοτεινό τοπίο, πολιτικοί δευτέρας διαλογής – αν όχι επικίνδυνες φαρσο-φιγούρες – αναδείχτηκαν πίσω από την ένδεια της αντιπολίτευσης. Η δημοκρατία δεν κλονίστηκε μονάχα από τους αρνητές της· κλονίστηκε από αυτούς που την προστάτευσαν με τρόπο τόσο πρόχειρο, ώστε την έκαναν απωθητική. Και σήμερα, μια κοινωνία εξουθενωμένη, φοβισμένη και εθισμένη στον μικρομεγαλισμό και στον εκβιασμό της ευκολίας, αδυνατεί να βρει βηματισμό· αδυνατεί να κατανοήσει τα στοιχειώδη, να απαιτήσει τα αυτονόητα, να πει «ώς εδώ».
Ο Ηλίας Κανέλλης είναι πολλά μαζί: δημοσιογράφος πρώτης γραμμής, οξυδερκής αναλυτής των πραγμάτων, μα και εκδότης ενός περιοδικού που εδώ και δεκατρία χρόνια αποτελεί ξεχωριστή νησίδα σκέψης στον ελληνικό δημόσιο λόγο. Το «The Books’ Journal» δεν είναι απλώς ένα περιοδικό για τα γράμματα, τις τέχνες, τις ιδέες και την πολιτική· είναι ένας πυρήνας αναφοράς. Αντιστέκεται στην ευκολία, αρνείται τη θεσμική θολούρα, επιλέγει τους συνομιλητές του με κριτήριο τη συγκρότηση, την ιστορική επίγνωση και τη γενναιότητα του πνεύματος.
Το «The Books’ Journal» λοιπόν εγκαινιάζει μια νέα εκδοτική περίοδο με την έκδοση δύο βιβλίων τα οποία υπογράφει ο Ηλίας Κανέλλης. Στο πρώτο με το οποίο θα ασχοληθούμε σήμερα με τον τίτλο «Κι αυτοί είναι η Ελλάδα», ο Κανέλλης, μέσα από μια σειρά συνεντεύξεων που δόθηκαν όλες στο διάστημα του νέου αιώνα, φέρνει στο προσκήνιο μιαν άλλη Ελλάδα, σκεπτόμενη, μετρημένη, δημιουργική – μιαν Ελλάδα που υπάρχει, έστω κι αν μοιάζει περιθωριακή. Μιαν Ελλάδα που, σε πείσμα της δημοσιογραφικής ευκολίας και της πολιτικής απελπισίας, επιμένει. Το «Κι αυτοί είναι η Ελλάδα» δεν είναι μια νοσταλγική ανθολόγηση διανοουμένων, είναι μια πολιτική χειρονομία, ένα αντίδοτο στην παρακμή, χωρίς υπερβολές, με καθαρό λόγο, και – πάνω απ’ όλα – με την πίστη ότι ακόμη υπάρχουν άνθρωποι που αξίζει να μιλούν.
Ο Κανέλλης δεν κρύβει τις προτιμήσεις του, αντίθετα τις υπερασπίζεται με υπευθυνότητα. Από τον Εμμανουήλ Κριαρά, που έδωσε μάχες για την καθιέρωση του μονοτονικού ως πράξη προοδευτικής απλούστευσης, μέχρι τον Γιάννη Βούλγαρη, που θεώρησε την κρίση της Μεταπολίτευσης ως απότοκο της εθνικής μας αλλεργίας απέναντι στον ορθό λόγο, το βιβλίο παραθέτει φωνές, όχι για να τις εξιδανικεύσει, αλλά για να υπενθυμίσει ότι υπήρξαν, υπάρχουν και ίσως μάχονται ακόμη.
Η επιλογή προσώπων (Κριαράς, Πολίτης, Τσακυράκης, Δημητράκος, Ράμφος, Ραυτόπουλος, Κακούρη κ.ά.) δεν είναι ετερόκλητη· είναι ένα σιωπηλό μανιφέστο. Όλοι όσοι περιλαμβάνονται στο βιβλίο – άλλοι με την επιστημοσύνη, άλλοι με τη λογοτεχνία, άλλοι με τη μαχητική γλώσσα της κριτικής – αποτελούν τη νοητή αντίσταση σε εκείνο το φάντασμα που περιγράφει τόσο επιτυχημένα ο ίδιος ο Κανέλλης στον πρόλογο: την Ελλάδα της ανευθυνότητας, της κρατικής αμέλειας και της κακοπροαίρετης άγνοιας.
Ο Κανέλλης αφήνει τους συνομιλητές του να αποκαλυφθούν και αυτό επιτυγχάνεται γιατί δεν τους διακόπτει· τους ακούει. Το ύφος είναι καθαρό, η πρόζα προσεγμένη, ο λόγος συχνά συγκινητικός. Πρόκειται για ένα βιβλίο όπου δεν κυριαρχεί το «πνεύμα του καιρού», αλλά η διαχρονική ανάγκη για ουσιαστική δημόσια σκέψη. Σε μιαν Ελλάδα που ταυτίζει την παρουσία στα ΜΜΕ με τη σοβαρότητα και την ένταση με το βάθος, το «Κι αυτοί είναι η Ελλάδα» λειτουργεί ως μια σπάνια σιγή που τελικά μιλάει πιο δυνατά.
Μια χαρτογράφηση της σοβαρότητας
Να το ξεκαθαρίσουμε: το βιβλίο δεν λειτουργεί και δεν προβάλλεται ως ένα ανθολόγιο διανοουμένων αλλά ως μια πολιτική και ηθική τοποθέτηση και παράλληλα μια υπενθύμιση πως, παρά την τοξικότητα της δημόσιας ζωής, υπάρχουν ακόμη πρόσωπα που εργάζονται με σοβαρότητα, στοχασμό και αίσθηση χρέους. Και ο Κανέλλης λειτουργεί ως επιμελητής αξιοπρέπειας, στήνοντας ένα αντίβαρο στην παρακμιακή Ελλάδα.
Υπάρχει μια σκηνή, σιωπηλή αλλά ισχυρή, που επανέρχεται διαρκώς καθώς διαβάζει κανείς τις συνεντεύξεις αυτού του βιβλίου. Είναι σαν να συγκεντρώνονται, γύρω από ένα τραπέζι, άνθρωποι που δεν γνωρίζονται όλοι μεταξύ τους, αλλά αναγνωρίζουν ο ένας τη φωνή του άλλου. Είναι διανοούμενοι, επιστήμονες, συγγραφείς, που δεν φωνασκούν, δεν προσπαθούν να κερδίσουν εντυπώσεις· και παρόλα αυτά – ή ακριβώς γι’ αυτό – μιλούν με τον τόνο εκείνου που έχει χτίσει μια ζωή στη σκέψη. Και ξαφνικά, ανάμεσα στις λέξεις τους, σχηματίζεται μια άτυπη αλλά καθαρή χαρτογράφηση: τέσσερις μεγάλες φλέβες που διατρέχουν τον πνευματικό χάρτη της χώρας.
Πρώτα έρχονται εκείνοι που σκύβουν πάνω στην πολιτική με ειλικρίνεια. Ο Σταύρος Τσακυράκης, με φωνή καταπονημένη από την αρρώστια αλλά ακέραια στο περιεχόμενο, υπερασπίζεται την ελευθερία του λόγου σαν να πρόκειται για προσωπική του υπόθεση. Δεν φοβάται τις λέξεις – κι ας του στοίχισαν αγωγές. Ο Γιάννης Βούλγαρης, με λόγο σαφή, καθαρό, σαν ποτάμι με σταθερή κοίτη, μιλά για την ανάγκη της «κανονικότητας». Μια λέξη παρεξηγημένη, σχεδόν ύποπτη σε καιρούς ριζοσπαστικών κραυγών, κι όμως, στα δικά του χείλη, αποκτά το νόημα μιας ήρεμης, συνταγματικής δημοκρατίας που ξέρει να προστατεύει και να προχωρά. Ο Δημήτρης Δημητράκος φέρνει τη μακρά εμπειρία ενός πρώην μαρξιστή που διασώθηκε μέσα από την κριτική – και βρήκε στο έργο του Πόπερ όχι μονάχα απαντήσεις αλλά και νέο ήθος. Και τέλος ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης: σαν να κρατά μια παλιά, παμπόνηρη κλεψύδρα στα χέρια του, αδειάζει τους μύθους από τα αντιδυτικά κλισέ και μας υπενθυμίζει πως το πιο επικίνδυνο ερώτημα δεν είναι «ποιος φταίει», αλλά «τι είναι αυτό που ακόμα αγνοούμε».
Κι ύστερα, ο λόγος είναι σε εκείνους που ξέρουν από γλώσσα· όχι μόνο επειδή τη σπούδασαν, αλλά επειδή την τίμησαν. Ο Εμμανουήλ Κριαράς μιλά σαν δάσκαλος που δεν ξέχασε ποτέ την παιδική του φτώχεια ούτε τα ιδανικά του δημοτικισμού. Ο λόγος του είναι καθαρός, διαυγής, με επιχειρήματα απλά αλλά ανθεκτικά – σαν τις λέξεις που επέλεξε να διασώσει. Ο Αλέξης Πολίτης, ερευνητής των λογοτεχνικών ψευδαισθήσεων, ανασκαλεύει μύθους, αποκαθηλώνει το Κρυφό Σχολειό και αποκαθιστά την Ιστορία δίχως φόβο και χωρίς στόμφο. Ο Βαγενάς, ποιητής και μελετητής, ξετυλίγει την τέχνη των μεγάλων μέσα από το πρίσμα ενός ανθρώπου που έχει περάσει τη ζωή του διαβάζοντας – και μεταμορφώνοντας την ανάγνωση σε νόημα. Κι ο Στέλιος Ράμφος, πάντα λίγο πιο απρόβλεπτος, εγκαταλείπει τα γνώριμα εσωτερικά μονοπάτια της Ανατολής και δείχνει προς τη Δύση· σαν να λέει ότι ο μυστικισμός πρέπει να κάνει χώρο στην αυτογνωσία.
Μετά εμφανίζονται εκείνοι που αφηγούνται. Όχι μόνο με λογοτεχνική έννοια, αλλά με τη βαθύτερη διάσταση του αφηγητή που κρατά ζωντανή τη μνήμη. Η Αθηνά Κακούρη, με λόγο χειρουργικό και ευθύ, αποδομεί τις ωραιοποιήσεις και ανατέμνει το νεοελληνικό ιστορικό σώμα με την καθαρότητα της λογικής. Ο Θανάσης Βαλτινός, πάντα τραχύς και δωρικός, φέρνει τη μνήμη από τα σκοτεινά της δωμάτια και την εκθέτει στο φως – ανελέητα, ειλικρινά. Ο Αλέξης Πανσέληνος μιλά για τη λογοτεχνία όχι ως καθρέφτη της εποχής, αλλά ως χρόνο που αντιστέκεται στο εφήμερο. Και ο Χρήστος Χωμενίδης, με τον γνώριμο αυτοσαρκασμό και την παραγωγική του παρατηρητικότητα, υπερασπίζεται τη δουλειά του συγγραφέα σαν χειροτεχνία της καθημερινότητας – μεροδούλι, μεροφάι.
Και τέλος, σαν ψίθυρος που γίνεται χορωδία, εμφανίζεται μια ομάδα ανθρώπων που δεν χρειάζεται να φωνάξει για να ακουστεί: ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, ο Κωνσταντίνος Στάικος, ο Συμεών Σταμπουλού, η Λένια Ζαφειροπούλου. Ο πρώτος, ένας λογικός συντηρητικός που υπερασπίζεται τον Παπαρρηγόπουλο και την ελευθερία με το ίδιο πάθος. Ο δεύτερος, ένας πρώην αριστερός που πλήρωσε τις εξορίες του αλλά δεν τις έκανε παντιέρα. Ο τρίτος, ένας άνθρωπος – βιβλιοθήκη που εργάστηκε για να διασώσει την τυπογραφική κληρονομιά ενός κόσμου που χάνεται. Και οι δύο τελευταίοι, μεταφραστές και στοχαστές, που έμαθαν να αναπνέουν μέσα στα λόγια άλλων – και να τα επιστρέφουν ελληνικά, όχι απλώς σε μετάφραση, αλλά σαν ζωή.
Όλοι μαζί, χωρίς να το ξέρουν – ή ίσως το ξέρουν καλύτερα από όλους – συγκροτούν ένα ήθος. Όχι κοινό· μα καθολικό. Και τελικά, είναι αυτή η συγκινητική σιωπηλή βεβαιότητα που διατρέχει τις σελίδες του: πως η Ελλάδα δεν είναι μόνο αυτή που φαίνεται στα πάνελ και στις κραυγές. Υπάρχει και η άλλη. Αυτή που σκέφτεται. Και επιμένει.
Το «Κι αυτοί είναι η Ελλάδα» λειτουργεί, σε τελική ανάλυση, ως ένα αντίδοτο στην τοξική κυριαρχία της μετριότητας. Δεν είναι πολιτικό μανιφέστο, απλώς πολιτικοποιεί το ήθος και επανιδρύει το κύρος της σκέψης. Δεν χαρίζεται σε κανέναν – ούτε στην ψευτοπροοδευτική ηθική των πολιτικών νεο-Νεάντερνταλ, ούτε στον μεταμοντέρνο σχετικισμό που εξισώνει τα πάντα. Προτείνει με πραότητα μιαν άλλη Ελλάδα σε μια κοινωνία που έχει χάσει την πυξίδα της και υπενθυμίζει πως η σοβαρότητα δεν είναι μειονέκτημα, αλλά πολιτισμικό καθήκον. Δεν υπάρχει κάτι το ουδέτερο στην επιλογή αυτών των φωνών: όλες τους συγκροτούν ένα αντίπαλο δέος στην παρακμή. Και ο Κανέλλης, μέσα από τις σελίδες μοιάζει να ψιθυρίζει: «δεν έχουν τελειώσει όλα· αυτοί είναι η Ελλάδα».
Διαβάστε επίσης:
Ελληνική αστυνομική λογοτεχνία