Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Η βυζαντινή κοινωνία, παρά το χριστιανικό της πρόσημο, ήταν μια κοινωνία που θεμελιωνόταν (και) στη δουλεία. Η συνύπαρξη δούλων και ελευθέρων δεν θεωρούνταν ούτε παράδοξη ούτε ηθικά προβληματική: αποτελούσε την «κανονικότητα» μιας αυτοκρατορίας με ρωμαϊκές ρίζες και ορθόδοξη ταυτότητα.
Οι δούλοι δεν ήταν μόνο εργαλείο εργασίας, ήταν και μέρος της αστικής, οικιακής και τελετουργικής ζωής. Η Κωνσταντινούπολη, ως μητρόπολη του βυζαντινού κόσμου, αποτελούσε επίσης το βασικό κέντρο αγοραπωλησίας, διακίνησης, τιμωρίας αλλά και (σπανίως) χειραφέτησης δούλων.
Οι περισσότεροι δούλοι προέρχονταν από τις παραμεθόριες περιοχές: από την περιοχή του Καυκάσου, τη Βαλκανική (ιδίως Σλάβοι), την Ανατολία ή μέσω εμπορικών δρόμων που διέσχιζαν αραβικές ή νομαδικές περιοχές. Οι πόλεμοι ήταν από τους σημαντικότερους τροφοδότες: οι αιχμάλωτοι μετατρέπονταν σε αντικείμενα ιδιοκτησίας. Παράλληλα, υπήρχε και εσωτερική δουλεία: παιδιά γεννημένα από δούλες, τα οποία δεν αποκτούσαν αυτομάτως ελευθερία.
Η Μύρτου ήταν παραμάνα στο σπίτι του συγκλητικού Ιωάννη εδώ και είκοσι δύο χρόνια. Είχε έρθει από τη Βουλγαρία κοριτσάκι, αιχμάλωτη πολέμου, και της είχαν δώσει το όνομα της κυράς που πέθανε τη χρονιά που έφτασε στην Πόλη. Ήταν δούλη· αλλά ήξερε τα πάντα για το σπίτι: πότε να βράσει το γάλα για τα παιδιά, ποια εικόνα έπρεπε να καθαριστεί πρώτη, ποιο βλέμμα της αφεντικίνας προμήνυε καταιγίδα. Κοιμόταν δίπλα στην κάμαρα της μικρής και κάθε φορά που η μικρή ασθενούσε, ξενυχτούσε σαν να ήταν δικό της σπλάχνο. Ο παλιός αφέντης έλεγε: «Η Μύρτου δεν είναι πράγμα· είναι ανάγκη».
Στον όροφο του ίδιου σπιτιού, ο Αλέξανδρος καθόταν σε ξύλινο θρανίο και αντέγραφε επιστολές. Ήταν γραμματικός του κυρίου. Δούλος κι αυτός, αλλά εγγράμματος. Είχε μάθει να διαβάζει τα λατινικά και να χειρίζεται τον καλάμον χωρίς να στάζει. Κρατούσε τις επιστολές προς τους στρατηγούς, τα ημερολόγια, τα έξοδα του νοικοκυριού. Ο συγκλητικός του είχε πει κάποτε, μισοαστεία: «Αν σε χάσω, δεν θα ξέρω ούτε πού έχω τα κλειδιά». Κανείς δεν τον έβλεπε να γελά· αλλά όλοι ήξεραν πως κατείχε τα μυστικά του σπιτιού καλύτερα κι από τον αφέντη.
Μακριά από την πόλη, σε έναν λόγγο κοντά στη Νικομήδεια, ο Νικηφόρος όργωνε τα κτήματα του μοναστηριού. Ήταν μεγαλωμένος από δούλους – δούλος κι αυτός. Είχε χώμα στα νύχια και σκυμμένο λαιμό. Δεν μιλούσε πολύ· μόνο έψαλλε κάποιες φορές μόνος του με φωνή βαθιά σαν χώμα. Όταν πέθανε το παιδί του, ο ηγούμενος τον άφησε να φτιάξει μικρό σταυρό από πέτρα. Τον έθαψε δίπλα στην ελιά.
Κι ύστερα, υπήρχαν κι εκείνοι που δεν φαίνονταν σχεδόν καθόλου: οι εσωτερικοί δούλοι των μοναστηριών. Η Θεοσέμνη, που καθάριζε το τραπέζι στο καθολικό της μονής, είχε έρθει ως δωρεά από μια πλούσια ευγενή, «εις ανάμνησιν της μητρός της». Ήταν ήσυχη, υπάκουη, κι ήξερε να γυαλίζει τα καντήλια με τρόπο που έδειχνε σεβασμό, όχι δουλοπρέπεια. Μερικές φορές, όταν κοιμόντουσαν όλες οι μοναχές, καθόταν στο πίσω στασίδι και έψελνε από μνήμης το «Ταις πρεσβείαις». Μια φορά την άκουσε η ηγουμένη και δεν της είπε τίποτα. Την άλλη μέρα της έδωσε ένα κομμάτι κερί. Το φύλαξε, χωρίς να το ανάψει ποτέ.
Και κάπως έτσι κυλούσε η ζωή των δούλων στο Βυζάντιο: ανάμεσα στη σιωπή και στην υπηρεσία, στον τρόμο της ιδιοκτησίας και στην αβυσσαλέα ανθρώπινη επαφή. Πολλοί γεννήθηκαν μέσα στη σκλαβιά και πέθαναν σ’ αυτήν. Άλλοι έγιναν αναντικατάστατοι δίχως να ελευθερωθούν ποτέ.
Τον έλεγαν Μιχαήλ. Δεν ήταν νέο παιδί, ούτε γέρος. Ανήκε σ’ εκείνη τη σπάνια κατηγορία που όλοι ξεχνούν: τους ήσυχους και απαραίτητους. Είχε μάθει γράμματα από τον παλιό κύριό του, που τον είχε πάρει μαζί του από τη Σεβάστεια ως παιδί. Γρήγορα έμαθε να διαβάζει τις επιστολές, να αντιγράφει τα λειτουργικά βιβλία, να μιλάει χωρίς να κοιτάζει στα μάτια.
Ήξερε ότι ο αφέντης του, ο Θεοδόσιος, δεν ήταν σκληρός αλλά ούτε και εύκολος. Είχε δει δούλους να φεύγουν, να πεθαίνουν, να χαρίζονται σε μοναστήρια χωρίς ένα βλέμμα. Ο Μιχαήλ όμως είχε ένα μικρό θάρρος: ήξερε τη γλώσσα. Και τη χρησιμοποίησε, μια μέρα που ο Θεοδόσιος ήταν σκεφτικός, μετά την κηδεία της γυναίκας του.
«Κύριε», του είπε, «αν εγώ σιωπώ, είναι διότι δεν μου δόθηκε φωνή αλλά η σιωπή μου δεν σημαίνει ότι δεν ελπίζω».
Ο Θεοδόσιος τον κοίταξε. Ίσως για πρώτη φορά όχι ως εργαλείο, αλλά ως άνθρωπο με λέξεις.
Μια βδομάδα αργότερα, ο γραφέας της περιοχής κατέγραψε:
«Απελευθερώνεται ο δούλος Μιχαήλ, τούδε και στο εξής να λογίζεται ελεύθερος και να μη δύναται να επιστρέψει εις δουλείαν εκουσίως ή ακουσίως».
Ο Μιχαήλ δεν φώναξε ούτε έκλαψε. Πήρε το έγγραφο, το δίπλωσε προσεκτικά και το έβαλε κάτω από το ρούχο του, στο μέρος της καρδιάς. Έπειτα πήγε και κάθισε στο ίδιο θρανίο που αντέγραφε κείμενα τόσα χρόνια. Το μόνο που άλλαξε ήταν πως τώρα, δίπλα στο όνομά του, έβαλε κι ένα μικρό σημείο στίξης. Τελεία.
Ήταν η πρώτη τελεία που έγραψε για τον εαυτό του.
Η διαφορά ανάμεσα σε δούλο και ελεύθερο δεν ήταν πάντοτε σαφής στην πράξη, αλλά ήταν απόλυτη νομικά. Ο δούλος δεν είχε νομική προσωπικότητα· ήταν πράγμα (res), περιουσία του κυρίου του.
Οι πηγές αναφέρουν συχνά κακομεταχείριση: δούλοι μαστιγώνονται, τιμωρούνται ή ακόμα και πωλούνται ως τιμωρία. Παρότι η Εκκλησία καλούσε σε ήπια συμπεριφορά, δεν αμφισβητούσε το σύστημα. Ο Ιωάννης Χρυσόστομος ζητούσε από τους κυρίους «να είναι ήπιοι, διότι κι αυτοί είναι δούλοι του Θεού» – αλλά ποτέ δεν καταδίκασε τη δουλεία ως θεσμό.
Η «Νομική Συλλογή» των Μακεδόνων περιγράφει τιμές πώλησης: νεαροί δούλοι υψηλής αξίας, γέροντες με λιγότερη, ειδικευμένοι (π.χ. καλλιγράφοι, φαρμακοποιοί) ακόμη και με τριπλάσια τιμή. Δούλες με «καλή εμφάνιση» είχαν εμπορική και σεξουαλική εκμετάλλευση, ένα θέμα αποσιωπημένο αλλά σύνηθες.
Οι γυναίκες δούλες ζούσαν ανάμεσα σε τριπλό αποκλεισμό: κοινωνικό, έμφυλο και ταξικό. Σε αρκετές αγιολογικές διηγήσεις παρουσιάζονται ως άγγελοι σιωπηλής αφοσίωσης ή αποδέκτες θαυμάτων χωρίς ποτέ φωνή.
Παρά τη σκληρότητα του θεσμού, υπήρχαν δυνατότητες χειραφέτησης: είτε με την αγορά της ελευθερίας τους,είτε με την απελευθέρωση από τους κυρίους (ως πράξη ηθικής ή μεταθανάτιας εξιλέωσης). Οι απελεύθεροι δεν γίνονταν ισότιμοι με τους ελεύθερους πολίτες· παρέμεναν κοινωνικά υπόλογοι στον πρώην κύριό τους, σε μια σχέση εξάρτησης που λεγόταν obligatio servilis.
Ορισμένοι κατάφεραν να αποκτήσουν μικρή περιουσία, να συμμετέχουν σε οικονομικές δραστηριότητες ή να ενταχθούν σε θρησκευτικές κοινότητες. Δεν έλειψαν περιπτώσεις δούλων που έγιναν μοναχοί, θεραπευτές ή ακόμη και μάρτυρες.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του δούλου Μιχαήλ, που εμφανίζεται σε επιστολή του 11ου αιώνα να έχει αποκτήσει μόρφωση, να διδάσκει παιδιά και να γράφει ικετευτικά προς τον κύριό του για τη χειραφέτησή του, επικαλούμενος την ευσπλαχνία και την κοινή πίστη στον Χριστό.
«Δούλος ονομάζεται ο υποκείμενος εις την κυριότητα άλλου· και πάντα όσα αποκτά, εις τον κύριον ανήκουσιν».
«Απολύω τον δούλον Μιχαήλ εκ της δουλείας και του δίδω την ελευθερίαν, ίνα περιπατή ελεύθερος, μη φοβούμενος εξουσίαν τινός».
«Και εποίησε την δούλην μοναχήν, και ουκέτι εκαλείτο δούλη αλλά αδελφή».
«Οι δούλοι των μεγιστάνων κατεφρόνουν τον λαόν και εμάστιζον μικρούς και πτωχούς, ως άρχοντες».
«Οι δούλοι του μοναστηρίου να εργάζωνται εις τους αγρούς και εντός της μονής· να μη κακοποιώνται, αλλά ούτε να φεύγωσιν άνευ αδείας».
Διαβάστε επίσης:
Οι δήμιοι: Σκιές της Δικαιοσύνης / Β’ Μέρος
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.