24/09/2018 04:02:09

Οι αλλαγές στα ΑΕΙ, οι δημαγωγικές αντιδράσεις και οι πραγματικές ελλείψεις

 

Τις τελευταίες ημέρες γίνεται πολύς λόγος για τις αλλαγές στα ΑΕΙ (Πανεπιστήμια και ΤΕΙ) που προωθεί το Υπουργείο Παιδείας. Καλή και εποικοδομητική η κριτική, όχι όμως η παραπληροφόρηση και η μη γνώση των πραγματικών ζητημάτων. Θα αναφερθούμε στα κύρια σημεία στα οποία εστιάζεται η κριτική των ήδη κατατεθειμένων νομοθετικών διατάξεων.

Κατά πρώτον, στο θέμα της δήθεν επαναφοράς της κομματοκρατίας: μα προτείνεται το ακριβώς αντίθετο. Προτείνεται να ψηφίζουν, για τις Διοικήσεις των ΑΕΙ, όλοι οι φοιτητές και η ψήφος τους να λαμβάνεται υπ’ όψιν με τον τύπο Α/Σ, όπου Α ο αριθμός των ψηφισάντων και Σ το σύνολο των εγγεγραμμένων φοιτητών. Δηλαδή, αν ψηφίζουν μόνο οι κομματικές παρατάξεις, που έχουν αριθμό μελών ελάχιστο σε σχέση με το σύνολο των εγγεγραμμένων φοιτητών, η τελική συμμετοχή των φοιτητών στο αποτέλεσμα των εκλογών θα είναι αμελητέα. Αυτό σημαίνει πως αποκτούν λόγο οι μη κομματικοποιημένοι φοιτητές και ότι καλούνται όλοι οι φοιτητές να συμμετέχουν κριτικά σε ζητήματα που αφορούν στο παρόν τους και το μέλλον τους. Δίνεται δηλαδή λόγος όχι στις μέχρι τώρα κομματικές παρατάξεις, αλλά σε αυτούς που αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα των φοιτητών και που σήμερα αρνούνται να ενταχθούν, θεωρώντας πως αυτές δεν κάνουν άλλο παρά να μεταφέρουν τις απόψεις των κομμάτων που τις στηρίζουν. Ακούγεται πως ναι μεν η συμμετοχή των φοιτητών συνάδει με το αυτοδιοίκητο των Ιδρυμάτων, αλλά αυτό το 70% είναι υπερβολικό. Όμως οι φοιτητές θα συμμετέχουν στο τελικό αποτέλεσμα κατά 70% μόνο αν ψηφίσουν. Αν αυτό συμβεί, θα σημαίνει πως πλησιάζουμε στην ιδανική Πολιτεία, όπως την περιέγραφε ο Περικλής στον Επιτάφιο, και αυτό θα πρέπει να αποτελεί ευχή μας. Αν τώρα τα κόμματα θέλουν να έχουν επιρροή προς όλους, θα πρέπει να πάψουν να στρατολογούν οπαδούς και να αποκτήσουν λόγο σοβαρό, λόγο που να αναφέρεται στα πραγματικά προβλήματα της εκπαίδευσης και των νέων. Τότε η προσφορά αυτής της νομοθετικής ρύθμισης θα είναι ακόμα πιο χρήσιμη.

Κατά δεύτερον, ο «νόμος Διαμαντοπούλου» έβλεπε την πανεπιστημιακή εκπαίδευση ως «βιομηχανική παραγωγή αποφοίτων», τύπου δεκαετιών ’50 και ’60. Στις δεκαετίες αυτές, που έπρεπε να γίνει γρήγορα ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης από τον Πόλεμο Ευρώπης και που επιπλέον οι εξελίξεις των επιστημών δεν ήταν τόσο γρήγορες όσο σήμερα, τα Πανεπιστήμια αποτελούσαν «αλυσίδες παραγωγής» πτυχιούχων με συγκεκριμένες γνώσεις, που έπρεπε να βγουν γρήγορα στην αναπτυξιακή διαδικασία των κοινωνιών τους και να αποκτήσουν δεξιότητες που θα χρησιμοποιούσαν για όλο το υπόλοιπο της ζωής τους. Σήμερα όμως τα πράγματα είναι απολύτως διαφορετικά. Οι επιστήμες εξελίσσονται με ρυθμό αδύνατον να καλυφθεί και να προβλεφθεί από τα Πανεπιστήμια, ολοένα και περισσότερες παλαιότερες επιστημονικές εξειδικεύσεις – εξειδικεύσεις δυστυχώς πεισματικά εγκατεστημένες, μαζί με τους διδάσκοντες που ευχαρίστως τις αναπαράγουν, στα Πανεπιστήμιά μας – αναθεωρούνται έως ριζικής αλλαγής τους. Συνακολούθως, οι απαιτήσεις και οι ανάγκες των κοινωνιών διαφοροποιούνται με κατακλυσμιαίο ρυθμό. Τελευταία στις ΗΠΑ, π.χ., διακηρύσσουν ότι οι σπουδές πρέπει να προβλέπουν πως οι απόφοιτοι των Πανεπιστημίων θα αλλάξουν επάγγελμα κατά τη διάρκεια της ζωής τους τουλάχιστον τρεις φορές. Αυτό σε όλο τον προηγμένο κόσμο το έχουν λάβει σοβαρά υπ’ όψιν στον σχεδιασμό των εκπαιδευτικών τους Ιδρυμάτων. Ήδη από τη δεκαετία του ’80, στην Ευρώπη, με την Edith Cresson, διακήρυτταν πως το εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να δίνει τη δυνατότητα σε έναν φοιτητή να μεταπηδά από ένα πανεπιστημιακό τμήμα σε ένα άλλο. Μπορεί, διακήρυτταν, να αρχίζει κάποιος να σπουδάζει νομικά και να καταλήξει ηλεκτρονικός, οικονομολόγος, ζωγράφος ή φιλόσοφος, και αντιστρόφως. Προς τούτο εισήχθησαν οι «πιστωτικές μονάδες» (που μπορεί να ονομάζονται και «διδακτικές μονάδες», στη Γαλλία ονομάζονται «μονάδες αξίας», unités de valeur), αλλά και πιστοποιητικά σπουδών μετά δύο ή τρία έτη σπουδών. Με τον τρόπο αυτόν, ο φοιτητής που αποφάσισε – από ηλικίας 15 χρόνων – να σπουδάσει χημικός, μπορεί μετά δύο, τρία ή και ένα έτος σπουδών και έχοντας παρακολουθήσει με επιτυχία κάποια συγκεκριμένα μαθήματα (με «πιστωτικές μονάδες») να λάβει «αντιστοίχιση» των μαθημάτων αυτών από ένα άλλο Πανεπιστήμιο και να σπουδάσει, π.χ., μαθηματικά. Αλλά μπορεί να κρατήσει κάποιο πιστοποιητικό σπουδών και να έχει ενδεχομένως και μερικά πρόσθετα μαθήματα περασμένα σε αυτό, να σταματήσει τις σπουδές του και να ζητήσει επανεγγραφή, στο ίδιο ή σε άλλο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα, όποτε το θελήσει. Το εκπαιδευτικό σύστημα δεν επιθυμεί να «ξεβράσει» κανέναν που έχει κάνει λάθος σε μια αρχική του επιλογή, τον βοηθά να βρει τον δρόμο του και το ταλέντο του. Η αλυσίδα παραγωγής που είχε σχεδιάσει ο «νόμος Διαμαντοπούλου», υποστηριζόμενος από καθηγητές των ΜΜΕ που έχουν πάρει το πτυχίο τους και το διδακτορικό τους πριν από 40 χρόνια (σημειωτέον πως στο εξωτερικό αξιολογούνται τα πτυχία και τα επιστημονικά έργα και όχι οι εκπομπές στην τηλεόραση, που έγιναν την τελευταία πενταετία), υπήρξε απολύτως αναχρονιστικός: μας έφερνε 40 χρόνια πίσω, το αντίθετο δηλαδή από αυτό που διακηρύσσουν αυτοί που άρχισαν να σπουδάζουν τη δεκαετία του 1950. Υποχρέωνε το φοιτητή, που αποφάσισε σε ηλικία 15 ετών τι να σπουδάσει, να τελειώσει γρήγορα τις σπουδές του αυτές, του 4ετούς ή 5ετούς διάρκειας σπουδών Πανεπιστημίου στο οποίο εισήλθε και που σπάνια άλλωστε αποτελούσε την πρώτη του επιλογή, επί ποινή διαγραφής του, επί ποινή αποκλεισμού του από κάθε γνωσιολογική του ανάπτυξη. Απόλυτος αναχρονισμός, απόλυτη απανθρωπία και απόλυτη ανοησία. Οι νέες προτάσεις αίρουν αυτόν τον αναχρονισμό, μη διαγράφοντας τους αγενώς αποκαλούμενους «αιωνίους» και δίνοντας στους φοιτητές τη δυνατότητα να διακόψουν τις σπουδές τους για όσο καιρό θελήσουν. Βεβαίως αυτό και μόνο δεν αρκεί. Πρέπει να δοθεί στους φοιτητές η δυνατότητα να αλλάζουν Τμήμα και Σχολή, αναλόγως των μαθημάτων που έχουν παρακολουθήσει στο αρχικό τους Τμήμα, αλλά, επειδή αυτό χρειάζεται περισσότερη μελέτη, ελπίζω να προβλεφθεί στο άμεσο μέλλον.

Κατά τρίτον, ασκείται κριτική για την κατάργηση της ηλεκτρονικής ψήφου για την ανάδειξη των Διοικήσεων, με την καθιέρωση εκ νέου της κάλπης. Πρέπει να επισημάνουμε εδώ πως και στον προηγούμενο νόμο προβλεπόταν κάλπη και, αν αυτό αποτύγχανε, η εκλογή να γινόταν ηλεκτρονικά, αλλά περιέργως ποτέ δεν εφαρμόστηκε αυτή η πρόβλεψη. Πέραν όμως αυτού, είναι προφανές πως το σύστημα της κάλπης είναι το κατ’ εξοχήν αδιάβλητο σύστημα. Εισέρχεται ο ψηφοφόρος μόνος στην κάλπη και κάνει ό,τι θέλει χωρίς να τον βλέπει κανείς. Σε αντίθεση, η ψήφος από Η/Υ μπορεί κάλλιστα να γίνει ομαδικά σε φιλικές ή πρόθυμες συγκεντρώσεις. Δεν θέλω να πιστεύω ότι αυτό έγινε στις περασμένες εκλογές των Πρυτάνεων ή ότι κινδυνεύει στο μέλλον να γίνει με τους ανεξάρτητους καθηγητές των ΑΕΙ ή ότι θα γίνει με τους φοιτητές, κανείς δεν νομίζω πως θα θελήσει να δείξει την πίστη του σε κάποιον προστρέχοντας να ψηφίσει από τον υπολογιστή του, αλλά δεν ξέρεις καμιά φορά…

Κατά τέταρτον, ο «νόμος Διαμαντοπούλου» έφερνε πλήθος εμποδίων στον καθημερινό τρόπο λειτουργίας των Τμημάτων, με την κατάργηση των Συμβουλίων Διοίκησής τους, αλλά και με άλλα δευτερεύοντα ζητήματα. Αυτό όλοι το αναγνωρίζουν, κανείς όμως δεν αναφέρεται σε αυτό, δεν είναι «θορυβώδες θέμα» για τα ΜΜΕ.

Άφησα για το τέλος τα «Συμβούλια Διοίκησης», με τα «εσωτερικά» και «εξωτερικά» μέλη τους. Η κατάργησή τους είναι λάθος, αλλά και λάθος ήταν ο τρόπος στελέχωσης αυτών των Συμβουλίων. Διακηρυσσόταν από τον «νόμο Διαμαντοπούλου» η ανάγκη κοινωνικής λογοδοσίας των πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων. Σωστότατο και από όλους ευκταίο. Όμως αυτό δεν επιτυγχανόταν. Απαραίτητο είναι να υπάρχουν παλαιότεροι καθηγητές, καθηγητές με έργο και εμπειρία, ως μέλη των Συμβουλίων αυτών, αλλά η πλειονότητα των μελών τους πρέπει να εκφράζει θεσμοθετημένους συλλογικούς και κοινωνικούς φορείς, όπως Επιστημονικά και Επαγγελματικά Επιμελητήρια, Ενώσεις Πολιτών κ.λπ. Ελπίζουμε στο άμεσο μέλλον να υπάρξουν και εδώ σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις.

Το πρόβλημα του νέου Νόμου δεν είναι αυτός καθ’ εαυτόν, αλλά ο περιορισμός της Πολιτείας σε αυτόν. Το Υπουργείο δείχνει να ακολουθεί την πεπατημένη, αρκείται να διορθώσει αυτά που θεωρεί πως θα αρέσουν, μάλιστα δίχως να μπαίνει στον κόπο να τα επεξηγεί ενδελεχώς (φοβάμαι μήπως τα θετικά που ανέφερα έγιναν κυρίως για να είναι αρεστά, ασχέτως αν κατά λάθος είναι και σωστά…..). Το Υπουργείο Παιδείας δεν υπεισέρχεται σε ζητήματα που υποπτεύεται ότι μπορεί να δυσαρεστήσουν, ζητήματα όμως που έπρεπε να θέσει, αν όχι πρώτα απ’ όλα, τουλάχιστον παραλλήλως, δηλαδή:

  • Δεν υπεισέρχεται στο ζήτημα του διεθνώς εσφαλμένου και μη λειτουργικού διαχωρισμού της Ανώτατης Εκπαίδευσης σε Πανεπιστήμια και ΤΕΙ. Τα ΤΕΙ είναι τετραετή εκπαιδευτικά Ιδρύματα, οι διδάσκοντες σε αυτά έχουν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα με τους διδάσκοντες στα Πανεπιστήμια, σύμφωνα με τις κείμενες νομοθετικές διατάξεις. Δεν μπορούν να παραμένουν υβρίδια. Πρέπει δηλαδή αυτά που πληρούν τις προϋποθέσεις ως προς το γνωσιολογικό περιεχόμενό τους, να ονομαστούν Πανεπιστήμια, όπως δηλαδή όλα τα αντίστοιχα Ιδρύματα του Εξωτερικού, τα δε υπόλοιπα (συμπεριλαμβανομένων πολλών Πανεπιστημιακών Τμημάτων) να μετατραπούν σε επαγγελματικές σχολές διετούς ή τριετούς διάρκειας. Δεν χρειάζεται τόλμη, χρειάζεται λογική και σωστή επεξήγηση του ζητήματος: η μετατροπή Τμημάτων ΤΕΙ και Πανεπιστημίων, με γνωσιολογικό περιεχόμενο μη πανεπιστημιακού επιπέδου, σε ταχύρρυθμες επαγγελματικές σχολές, θα είναι ευεργετική τόσο για τους σπουδαστές τους όσο και για τις Περιφέρειες που τα στεγάζουν.
  • Δεν υπεισέρχεται σε ουσιαστική ενίσχυση της αναπτυξιακής διάστασης της Παιδείας και των πάσης φύσεως Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, ιδιαιτέρως της αναπτυξιακής σημασίας τους για τις Περιφέρειες της χώρας, τελικώς για την ίδια τη χώρα μας.
  • Δεν υπεισέρχεται σε ζητήματα ουσιαστικής κοινωνικής λογοδοσίας των Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων.
  • Δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική ενίσχυση της Μέσης Εκπαίδευσης και την ανάδειξή της σε αυτοδύναμη βαθμίδα εκπαίδευσης, από ελλιπές φροντιστήριο για τα Πανεπιστήμια, που είναι σήμερα. Τα Πανεπιστήμια σήμερα υποβαθμίζονται και από αυτήν την υποβάθμιση της Μέσης Εκπαίδευσης.
  • Δεν υπεισέρχεται σε προβληματισμό προς μια ουσιαστική αναβάθμιση των πανεπιστημιακών προπτυχιακών και μεταπτυχιακών σπουδών στη χώρα μας, με έμφαση στα συγκριτικά πλεονεκτήματά μας. Εδώ συμπεριλαμβάνεται και η ενίσχυση της ελληνικής γλώσσας – που μέχρι προσφάτως (μέχρι 19ο με αρχές 20ού αιώνα) ομιλείτο από όλους τους μορφωμένους της Ευρώπης, από όλα τα Βαλκάνια, στα δυτικά παράλια της Ασίας, αλλά και στην Αίγυπτο. Τούτο βεβαίως δεν γίνεται με κλείσιμο των ξενόγλωσσων Πανεπιστημιακών Τμημάτων, αλλά, π.χ., με την υποχρέωση των φοιτούντων σε αυτά να παραδίδουν τη διπλωματική τους εργασία στα Ελληνικά.

«Τα μεν καλώς γραφέντα φθόνου μη μετεχέτω, τα δε αγνοηθέντα διορθώσεως υπό των δυνατοτέρων τυγχανέτω»… Ας γίνει όμως κάτι ουσιαστικό…

 

Ο Νικήτας Χιωτίνης είναι Δρ Αρχιτέκτων/Msc Φιλοσοφίας Πολιτισμού, Καθηγητής ΤΕΙ

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.