11/12/2018 17:23:33

«Διαμόρφωσε την κουρδική γλώσσα, που μοιάζει με μαργαριτάρι…»

«Διαμόρφωσε την κουρδική γλώσσα, που μοιάζει με μαργαριτάρι…» - Media

 

Τζεμίλ Τουράν

Σύγχρονοι Κούρδοι Ποιητές

Ανθολογία

Εκδόσεις: Ηρόδοτος

Σελ.: 204

 

Εδώ και χιλιάδες χρόνια ο κουρδικός λαός διηγείται τον μύθο του Μεμ-ε Αλάν (Mem-ê Alan) από στόμα σε στόμα. Πρόκειται για μια μακραίωνη παράδοση που διατηρείται ζωντανή ώς τις μέρες μας σαν ένα αδιάσπαστο νήμα της ιστορίας του κουρδικού λαού, ενός λαού σκληροτράχηλου, που πολεμάει διαχρονικά πεισματικά για την ύπαρξή του. Μέσα από την αφηγηματική πλοκή του μεγάλου έρωτα του βασιλιά πληροφορούμαστε την καθημερινότητα στο σύνολο της ζωής των Κούρδων. Αυτό το αφηγηματικό έπος της κουρδικής παράδοσης επεξεργάστηκε ο σπουδαίος Κούρδος συγγραφέας του 17ου αιώνα Εχμεντέ Χανί (Ehmedê Xanî 1650/51-1707) για να δημιουργήσει ένα νέο επικό ερωτικό δράμα, το Mem û Zîn. Στο έργο αυτό, με αφορμή το ερωτικό πάθος δύο νέων, καταγράφονται τα γεγονότα της εποχής που οι Οθωμανοί και οι Πέρσες κυριαρχούν από την Αραβία έως και τη Γεωργία εκμεταλλευόμενοι τις διαμάχες ανάμεσα στις κουρδικές φυλές, αναδεικνύοντας τη βασική κακοδαιμονία των ενδοκουρδικών συγκρούσεων μεταξύ των φυλών, που τους καθιστούσε έρμαια των γειτονικών κρατικών οντοτήτων. Παρόλο που στην εποχή του Εχμεντέ Χανί συνηθιζόταν να γράφουν στην περσική και αραβική γλώσσα, εκείνος επέλεξε να γράψει το έργο του στην κουρδική, πράγμα που εξηγεί στην παρακάτω σύνθεση:

«Διαμόρφωσε την κουρδική γλώσσα,

που μοιάζει με μαργαριτάρι»

Πριν από τον Εχμεντέ Χανί, η κουρδική ποιητική παράδοση διαθέτει δυο ξεχωριστούς Κούρδους ποιητές και συγγραφείς, που μίλησαν με τα έργα τους για τα βάσανα του κουρδικού λαού. Πρόκειται για τον μυστικιστή Μελαγέ Τζιζιρί (Melayê Cizîrî 1570-1640), που υπηρέτησε τον ρομαντικό πατριωτισμό, και τον Φεκιγέ Τεϊράν (Feqiyê Teyran, 1590-1660), που, αν και εντοπίζει την αδικία σε βάρος των Κούρδων, αισιοδοξεί πως όλα θα βρουν τον δρόμο τους και οι μέρες που θα έρθουν θα είναι καλύτερες.

Ο κουρδικός λαός μέσα από τα μοιρολόγια που περνούν από γενιά σε γενιά διαμορφώνει την εθνική του συνείδηση. Το ότι δεν είναι διαδεδομένη η κουρδική λογοτεχνία διαπιστώνει ήδη από τον 14ο αιώνα ο Εμίρης Σερεφχανέ Μπεντλισί (Şerefxanê Bedlîsî, 1543-1603), που στο έργο του «Σερεφναμέ» έγραφε: «Οι Κούρδοι δεν συχνάζουν στις Αυλές και στο Ντιβάνι των Σουλτάνων του Ιράν και του Τουράν για να απαγγείλουν τα ποιήματα ή τα λογοτεχνικά τους κείμενα, όπως κάνουν οι άλλοι διανοούμενοι για προσωπικό όφελος και συμφέρον. Γι’ αυτό και δεν μπορούν να διακριθούν». Τέσσερις αιώνες μετά, σε αυτή την ερμηνεία δεν έχουν προστεθεί πολλές αιτίες, εκτός από το γεγονός ότι στη σύγχρονη εποχή οι Κούρδοι βρίσκονται αντιμέτωποι με την απαγόρευση της κουρδικής γλώσσας και τον κατακερματισμό του Κουρδιστάν. Πρόκειται για μια απολύτως δυσοίωνη πραγματικότητα, μέσα στην οποία είναι δύσκολο να καλλιεργήσει και να αναπτύξει κανείς την εθνική του λογοτεχνία.

Παρ’ όλες τις αντιξοότητες που προέρχονται από τον αγώνα αυτού του λαού για επιβίωση, κατορθώνει ώς τις μέρες μας να κρατά ακέραιη την εθνική του ταυτότητα. Τα κουρδικά γράμματα γνωρίζουν μια αναγέννηση ανάλογη με εκείνη της Δύσης του 16oυ αιώνα, που συνεχίζει ώς τις μέρες μας κρατώντας ολοζώντανη την κουρδική συνείδηση, πράγμα που αποδεικνύει αυτή η σύντομη ανθολογία σύγχρονων Κούρδων ποιητών από τον Τζεμίλ Τουράν, γνωστό μας από μια σειρά βιβλίων που έγραψε στα ελληνικά και όλα τους αφορμούνται από τα πάθη, τους αγώνες και τις αγωνίες του κουρδικού λαού. Πρόκειται για ποιητές σύγχρονους, που γράφουν σε ανελεύθερη κατάσταση για την ελευθερία τους, σε μια γλώσσα υπό απαγόρευση, πολλές φορές με το ένα χέρι στη γραφίδα και το άλλο στο όπλο, αγωνιζόμενοι για την ίδια την ύπαρξή τους, υπερασπιζόμενοι το πιο αυτονόητο δικαίωμα, αυτό της αυτοδιάθεσης ενός λαού που ζητά να ζήσει στα προγονικά εδάφη του με τις παραδόσεις και τη γλώσσα του.

Όπως σημειώνεται στον πρόλογο της έκδοσης: «Ετούτη η ανθολογία δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να θεωρηθεί πως εξαντλεί το αντικείμενό της. Στόχος της είναι μόνον να εισαγάγει τον αναγνώστη στην κουρδική ποίηση, ενώ αναγνωρίζει πως αναπόφευκτα ο μοναδικός ρυθμός και οι αποχρώσεις της γλώσσας έχουν σχεδόν καταργηθεί στη μετάφραση, αλλά οι αισθήσεις, τα αισθήματα και οι εικόνες πάλλονται ακόμη και μας καλούν να μπούμε στην αληθινή καρδιά του Κουρδιστάν».

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.