17/06/2019 09:05:02
12.10.2009

Αγγελική Παπούλια

Συνέντευξη στη Χρυσούλα Παπαϊωάννου

Η ερμηνεία της σαν ένα από τα τρία παιδιά της οικογένειας του «Κυνόδοντα» του Γιώργου Λάνθιμου (πρώτο βραβείο στο «Ένα κάποιο βλέμμα» του Φεστιβάλ των Καννών), χάρισε στην Αγγελική Παπούλια τη Χρυσή Καρδιά καλύτερης ηθοποιού, στο πρόσφατο Φεστιβάλ του Σεράγεβο. Την είχαμε ανακαλύψει βέβαια πολύ νωρίτερα, στις συνεργασίες με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό («Εθνικός Ύμνος», «Ρωμαίος και Ιουλιέτα») και τον Λευτέρη Βογιατζή («Σχολείο Γυναικών»). Από τις πιο ταλαντούχες ηθοποιούς της γενιάς της, δεν στέκεται στις ευκολίες και την ασφάλεια. Ούτε καν σε αυτή που προσφέρει μια κλασική θεατρική σκηνή. Το 2004 ίδρυσε με τους Χρήστο Πασσαλή και Γιώργο Βαλαή την εναλλακτική ομάδα Blitz. Έθεσαν ένα δύσκολο στοίχημα, να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους με τριπλή πλέον ιδιότητα, συγγραφέα-σκηνοθέτη-ηθοποιού. Και απέδειξαν ότι το ζωντανό θέατρο μπορεί να φιλοξενηθεί δημιουργικά σε εναλλακτικούς χώρους, όπως το Bios, κλείνοντας το μάτι ακόμα και στην ίδια την πόλη. Φέτος, ετοιμάζουν δύο παραστάσεις: «Guns! Guns! Guns!», σε παραγωγή του Εθνικού (Δεκέμβριο) και το «Cinemascope» που θα ανέβει στο Bios (Απρίλιο). Ο «Κυνόδοντας» βγαίνει στις αίθουσες 22 Οκτωβρίου.

Είστε από τους τυχερούς που περπατήσατε το περίφημο κόκκινο χαλί των Καννών. Πώς ήταν η εμπειρία;

Α.Π.: Το πρώτο σοκ ήταν όταν φτάσαμε με τα αμάξια του Φεστιβάλ στην είσοδο, όπου μας άνοιξαν τις πόρτες για να κατεβούμε, όπως ακριβώς βλέπουμε στις ταινίες. Όταν αρχίσαμε να περπατάμε στο κόκκινο χαλί, άπειροι φωτογράφοι κάνανε σαν τρελοί για να σταθούμε και να μας φωτογραφήσουν. Ήταν τόσο πολλά τα φλας –ταυτόχρονα ανακοίνωναν τα ονόματά μας και μας έδειχναν και σε μια μεγάλη οθόνη– που δεν προλάβαινα να αισθανθώ τίποτα. Αναρωτιόμουν τι συμβαίνει. Περισσότερο απ’ όλα χάρηκα με τις αντιδράσεις των θεατών, γιατί καταλάβαινα πόσο τους άρεσε η ταινία.

Είναι τόσο τυραννική η ελληνική οικογένεια όπως βλέπουμε στον «Κυνόδοντα»;

Α.Π.: Η οικογένεια είναι αφόρητη, ειδικά η ελληνική. Μέσα στους κόλπους της δημιουργούνται ασφυκτικές σχέσεις. Μου φαίνεται ένα καταπιεστικό μοντέλο. Αμφιβάλλω αν μπορεί να έχει υγιείς επιδράσεις στα άτομα. Παρ’ όλο που οι εποχές προχωράνε, δεν καταφέραμε να απεγκλωβιστούμε από τη νοοτροπία της φοβερής εξάρτησης των παιδιών από τους γονείς, καταρχήν σε οικονομικό επίπεδο. Αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Βλέπουμε συχνά, για παράδειγμα, γονείς και παιδιά να μένουν στην ίδια πολυκατοικία. Υπάρχει μια τάση των γονιών να κρατήσουν τα κεκτημένα. Τα παιδιά από την πλευρά τους νιώθουν ασφάλεια μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο. Μου αρέσει κάτι που γράφει ο Τόμας Μπέρχαρτ: «Το γεγονός ότι ζω και εργάζομαι οφείλεται στο ότι κατόρθωσα να ξεφύγω από τους γονείς μου».

Εσείς έχετε κόψει τον ομφάλιο λώρο με την οικογένειά σας;

Α.Π.: Έβρισκα πάντοτε έναν τρόπο να διαφεύγω και να μπορώ να αναπνέω. Από μικρή είχα μια τρομερή τάση για ανεξαρτησία. Ούτε ήθελα να κάνω τα ίδια πράγματα με τους γονείς μου, ούτε και να τους ακολουθώ γενικά. Ήθελα να φεύγω μακριά. Δεν είναι εύκολο να κόψεις τον ομφάλιο λώρο. Προσπαθώ. Ασυνείδητα όμως κουβαλάω πολλά πράγματα.

Τι θεωρείτε ότι σας έχει στοιχειώσει;

Α.Π.: Η συνθήκη της οικογένειας μου δημιουργούσε ανάγκη για απομόνωση. Νομίζω ότι την κουβαλάω πλέον στις υπόλοιπες σχέσεις. Δεν μου άρεσε η συμμετοχή στην οικογένεια. Έχω από τότε την ίδια τάση απομόνωσης από όλους, φίλους, συνεργάτες. Όταν κάναμε με τους Blitz την παράσταση «Σπίτι», συνειδητοποίησα ότι κουβαλούσα μια τάση φυγής. Ερχόταν ο κόσμος στο υποτιθέμενο σπίτι και εγώ ήθελα να κρύβομαι. Δεν είχα διάθεση να κάνω την οικοδέσποινα και πήγαινα στην κουζίνα.

Στις ερωτικές σχέσεις ζούμε την ίδια καταπίεση;

Α.Π.: Ναι, και αυτό είναι το πρόβλημα. Κάποια στιγμή ο ένας αρχίζει να ζητάει περισσότερα και αναπτύσσονται τα αισθήματα καταπίεσης.

Πιστεύετε ότι το ελληνικό κοινό μπορεί να αγκαλιάσει μια ταινία σαν τον «Κυνόδοντα», η οποία κριτικάρει την οικογένεια και της γυρνάει τον καθρέφτη να δει ορισμένες όψεις της, έστω και στην υπερβολή τους;

Α.Π.: Φυσικά μπορεί. Καταρχήν, είναι πολύ ωραία ταινία. Και δεν αναφέρεται αποκλειστικά στην ελληνική οικογένεια. Το συγκεκριμένο μοντέλο θα μπορούσε να υπάρχει σε πολλές χώρες του δυτικού κόσμου. Αυτό είναι ένα από τα προτερήματα της ταινίας. Φαίνεται και από τις αντιδράσεις των θεατών στις Κάννες και στο Σαράγεβο. Έβλεπα πόσο τους αφορούσε. Επίσης, ο «Κυνόδοντας» έχει πολύ χιούμορ, δείχνει τη γελοιότητα και την τραγικότητα της κατάστασης ταυτόχρονα, κάτι που ισχύει σήμερα.

Θα μπορούσαμε το μοντέλο καταπίεσης του «Κυνόδοντα» να το δούμε συμβολικά σαν χρονικό ενός καθημερινού φασισμού. Εσείς θεωρείτε ότι ζείτε όσο ελεύθερα θα θέλατε;

Α.Π.: Μπορεί να μη ζούμε σε δικτατορικό καθεστώς, αλλά δεν νομίζω ότι είμαστε ελεύθεροι. Παρ’ όλο που ως γυναίκα έχω σίγουρα περισσότερα δικαιώματα απ’ ό,τι οι γυναίκες του ’40, θεωρώ ότι ζούμε μια επίφαση ελευθεριών. Η Ελλάδα παραμένει μια συντηρητική και γεροντοκρατούμενη χώρα. Έχουμε μια νοοτροπία γεροντολαγνείας. Είναι παράλογο να θεωρείται νέος ένας καλλιτέχνης 45 χρονών. Εγώ και κάποιοι άλλοι το καταλάβαμε νωρίς και πήραμε την απόφαση να κάνουμε κάτι που αφορά τη δική μας γενιά και εκφράζει αυτό που θέλουμε εμείς να πούμε, όσο δειλό, ασχημάτιστο ή χαοτικό κι αν είναι. Είναι όμως και η εποχή μας μπερδεμένη και είμαστε σε μια αμηχανία, κυρίως επειδή δεν μπορούμε να πιστέψουμε σε μια ιδεολογία. Πολιτικά δεν μπορώ να κρατηθώ από κάποιο κόμμα. Ήμουν σε δίλημμα για το αν έπρεπε να πάω να ψηφίσω. Από την άλλη, πιστεύω ότι αυτός ο κόσμος πρέπει να αλλάξει. Το πρόβλημα της γενιάς μου όμως είναι ότι δεν ξέρει πώς μπορεί να το καταφέρει αυτό. Βλέπουμε τι συμβαίνει, αλλά δεν είμαστε σε θέση να αντιπροτείνουμε κάτι. Αυτό βέβαια δεν είναι απαραίτητα κακό. Καμιά φορά και το να λες «όχι» είναι αρκετό. Πολλοί υποστήριξαν ότι οι νέοι βγήκαν στους δρόμους πέρυσι τον Δεκέμβρη αγανακτισμένοι, αλλά χωρίς να προτείνουν κάτι. Δεν νομίζω όμως ότι είναι εύκολο να βρούμε άμεσα απαντήσεις στο τι μπορούμε να κάνουμε για να αλλάξει ο κόσμος.

Αυτή η αμηχανία είναι που χρέωσε στη γενιά μας τη ρετσινιά «απολιτίκ».

Α.Π.: Μεγαλώσαμε σε μια εποχή που έχουν καταρρεύσει οι ιδεολογίες. Οι γονείς μου ήταν αριστεροί. Την εποχή όμως που μεγάλωνα η ιδεολογία τους κατέρρεε. Και δεν έχουμε αναπτύξει άλλες θεωρίες για να ακουμπήσουμε. Δεν μπορώ να υποστηρίξω την ιδέα του καπιταλισμού. Σήμερα μας κυβερνούν με όρους εκβιασμού. Κάποτε το έκαναν με την επίφαση μιας ιδεολογίας.

Ο μηδενισμός όμως δεν είναι ισοπεδωτική ιδεολογία; Η αποχή από τις εκλογές είναι πολιτική θέση;

Α.Π.: Ναι, η αποχή είναι πολιτική θέση. Δεν με τρομάζει ο μηδενισμός. Μπορεί να χρειάζεται να περάσουμε από αυτό το στάδιο για να γεννηθεί κάτι άλλο. Ίσως είναι απαραίτητο να καταστραφούν τα πάντα. Ούτως ή άλλως τις βαρβαρότητες συνεχίζουμε. Έχω ψηφίσει στο παρελθόν αριστερό κόμμα. Δεν ξέρω όμως τι θα πρότεινε η Αριστερά αν έπαιρνε την εξουσία. Στη θεωρία είναι ωραίες οι ιδέες της, αλλά νομίζω βρίσκεται κι αυτή σε αδιέξοδο.

Μπορείτε να φανταστείτε έναν ψηφοφόρο του ΛΑΟΣ στις παραστάσεις σας;

Α.Π.: Δεν το έχω φανταστεί. Θα είχε ενδιαφέρον όμως.

Ποια θεωρείτε ότι είναι η μεγαλύτερη παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας;

Α.Π.: Η αποβλάκωση. Έχει προχωρήσει τόσο πολύ, που δεν ξέρω αν υπάρχει επιστροφή. Δεν είμαι απαισιόδοξη, αλλά θεωρώ ότι μας συμπαρασύρει και δεχόμαστε τα πάντα χωρίς κρίση.

Και του ελληνικού θεάτρου;

Α.Π.: Δεν αφορά το σήμερα και δεν σχετίζεται με το θέατρο άλλων χωρών. Υπάρχουν βέβαια εξαιρέσεις. Γενικά όμως χαιρόμαστε που έχουμε πολλά θέατρα και γίνονται πολλές παραστάσεις, αλλά δεν αναρωτιέται κανείς αν το θέατρο που κάνουμε αφορά το κοινό της Γαλλίας ή της Γερμανίας. Μας ενδιαφέρει περισσότερο να ανέβει το φοβερό έργο του τάδε και να παίξουν οι τάδε καλοί ηθοποιοί. Αλλά δεν υπάρχει ματιά σε ένα έργο και κυρίως δεν ξέρουμε τι θέλουμε να υποστηρίξουμε με την επιλογή μας. Είναι λίγο βιομηχανικό όλο αυτό.

Η απάντηση στην εσωστρέφεια είναι η συσπείρωση σε μικρές ανεξάρτητες θεατρικές ομάδες;

Α.Π.: Αυτό πιστεύω, αλλιώς δεν θα κάναμε τους Blitz πριν πέντε χρόνια. Προσωπικά βαριέμαι να πηγαίνω από θέατρο σε θέατρο και από σχήμα σε σχήμα και να παίζω ρόλους. Είχα μεγάλη ανάγκη να δουλεύω με ανθρώπους που μπορώ να επικοινωνήσω και με τους οποίους να προσπαθούμε να κάνουμε κάτι που στηρίζεται στην ανταλλαγή και την ομαδικότητα.

Ξεκινήσατε κοντά σε σκηνοθέτες με ισχυρή προσωπικότητα, όπως ο Μιχαήλ Μαρμαρινός και ο Λευτέρης Βογιατζής. Έπαιξε ρόλο στο να θελήσετε να απελευθερωθείτε από την αυθεντία του σκηνοθέτη;

Α.Π.: Μάλλον. Στη δική μας ομάδα δεν υπάρχει ένας σκηνοθέτης. Όλοι μαζί γράφουμε και σκηνοθετούμε. Οι Blitz ξεκίνησαν από την ανάγκη απελευθέρωσης, αλλά και την επιθυμία να αναλάβουμε τις ευθύνες μας. Αντί να παραπονιόμαστε, προτιμήσαμε να πάρουμε πρωτοβουλίες που υπηρετούν το γούστο, την αισθητική και την άποψή μας για το θέατρο.

Δεν φοβηθήκατε το ρίσκο τού να βρεθείτε εκτός του θεατρικού κατεστημένου;

Α.Π.: Μου αρέσει να ρισκάρω. Ειδικά στην αρχή ήταν μεγάλο βήμα, γιατί δεν ξέραμε πού θα μας οδηγήσει όλο αυτό και ταυτόχρονα έπρεπε να καταφέρουμε να ζούμε από το θέατρο. Είναι λίγα τα πράγματα για τα οποία αισθάνομαι πραγματικά περήφανη. Αυτή η κίνηση σε μια αποφασιστική στιγμή της ζωής μου, στα 28 μου χρόνια, είναι ένα από αυτά.

Η φιλοσοφία των Blitz αντιπροσωπεύει την κουλτούρα της πόλης. Ήταν εξαρχής στόχος σας να κατεβάσετε το θέατρο από τη σκηνή και να το φέρετε σε χώρους διασκέδασης, νεανικούς και εναλλακτικούς;

Α.Π.: Θέλαμε να ψάξουμε τα όρια μεταξύ κοινού και ηθοποιών, αλλά και μεταξύ θεάτρου και πόλης. Την περίοδο που ψάχναμε χώρο για πρόβες άνοιξε το Bios. Καμιά φορά ξεκινάς κάτι και συμβαίνουν παράλληλα πράγματα που το υποστηρίζουν. Αυτό συνέβη και στη δική μας περίπτωση. Όταν πρωτοήρθαμε στο Bios και είδαμε την τεράστια τζαμαρία και την πόλη έξω, σκεφτήκαμε ότι το πρώτο μας έργο θα τελειώνει με εμάς να χανόμαστε μέσα στην πόλη. Τα όρια κοινού και ηθοποιών τα ερευνήσαμε με την παράσταση «Κατερίνη», όπου έμπαιναν οι θεατές σε ένα δωμάτιο με έναν από εμάς. Αυτή είναι μια ακραία συνθήκη. Θέλαμε να δούμε αν μπορεί να συμβεί μια συνάντηση ανθρώπων μέσα σε μια οριακή θεατρική συνθήκη.

Ο διαδραστικός και επικοινωνιακός χαρακτήρας των Blitz δεν έρχεται σε σύγκρουση με την αντικοινωνικότητα που λέγατε πριν ότι σας χαρακτηρίζει;

Α.Π.: Αυτές οι αντιφάσεις είναι η αλήθεια της ανθρώπινης κατάστασης. Ίσως, μέσα από τις παραστάσεις αυτές να πηγαίνω κόντρα στην τάση μου για απομόνωση. Και τελικά είναι κάτι που μου αρέσει.

Η φιλοσοφία των Blitz έχει τα μάτια στραμμένα στην Ευρώπη. Υπάρχει όμως και ένα κομμάτι στη γενιά μας που είναι ποπ και λαϊκό. Τι σχέση έχει αυτό με εσάς και τις παραστάσεις σας;

Α.Π.: Με το σκυλάδικο δεν είχα ποτέ επαφή, με την ποπ όμως είχα. Έβλεπα πολύ MTV. Ξέρω απ’ έξω όλα τα βιντεοκλίπ που έπαιζαν τότε. Μου άρεσαν ο Μάικλ Τζάκσον και η Μαντόνα. Όλα αυτά σίγουρα με επηρεάζουν και καλά κάνουν. Ταυτόχρονα όμως επηρεάζομαι από βιβλία που έχω διαβάσει ή ταινίες που έχω δει. Οι επιρροές είναι ένα συνονθύλευμα πολλών πραγμάτων.

Ποιες είναι οι φοβίες σας;

Α.Π.: Καμιά φορά βλέπω ότι ζω λιγότερο απ’ όσο θα ήθελα ή ότι περνάει η ζωή και νιώθω ότι μένω απ’ έξω ή πίσω. Η νούμερο ένα όμως φοβία μου είναι ότι ασφυκτιώ. Ακόμα και μέσα στον ίδιο μου τον εαυτό. Μπορεί να έχει σχέση με ένα περιστατικό που μου έχει διηγηθεί η μητέρα μου. Όταν ήμουν 20 ημερών με πήραν οι γονείς μου διακοπές στην Πάρο. Πήγαμε με πλοίο. Πριν φτάσει στο λιμάνι, η μητέρα μου είχε κατέβει στο ισόγειο του πλοίου, εκεί που περιμένουν όλοι, αυτοκίνητα και επιβάτες, για να βγούνε. Εγώ ήμουν μέσα σε ένα καλάθι. Η πόρτα αργούσε ν’ ανοίξει και η μητέρα μου είχε εγκλωβιστεί μέσα στον κόσμο. Τα αμάξια είχαν βάλει μπρος τις μηχανές και οι εξατμίσεις έβγαζαν καπνούς. Έκλαιγα τόσο πολύ που παραλίγο να σκάσω.

Σε ποια πόλη θα θέλατε να ζείτε;

Α.Π.: Στο Βερολίνο. Για πολλούς λόγους. Μπορείς να κυκλοφορήσεις με ποδήλατο, έχει πάρκα, ωραία λουκάνικα, φτηνές μπύρες και ποιότητα ζωής σαράντα φορές καλύτερη από αυτή της Αθήνας. Επίσης, μπορείς να δεις ενδιαφέροντα πράγματα στα μουσεία ή στα θέατρα. Ίσως βέβαια αν ζήσω εκεί καιρό να δω και τα αρνητικά της πόλης. Αλλά έχω σιχαθεί την Αθήνα. Πολλές φορές δεν βγαίνω γιατί δεν μου αρέσει η ίδια η πόλη.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.