26/09/2018 09:04:49
12.10.2009

Θέατρο

Η φαντασία, ελεύθερη

Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου εγκαινιάζει την ανανεωμένη Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου με το «Πουθενά»

Εθνικός «τελετάρχης», έμπειρος περί των εγκαινίων, ιδανικός για… ποδαρικό. Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου δεν αρνείται τίποτα από τα παραπάνω. Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους. Και τώρα έρχεται άλλο ένα ως επιστέγασμα, τα εγκαίνια της Κεντρικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου. Ύστερα από οκτώ χρόνια σιωπής, ανανεωμένη, τεχνικά υπερσύγχρονη, γεμάτη μνήμες και θεατρικές προτάσεις, η Κεντρική Σκηνή της πρώτης κρατικής μας σκηνής υποδέχεται τους θεατές στο εκ βάθρων ανακαινισμένο κτίριο Τσίλερ, ένα εξαίρετο νεοκλασικό κτιριακό συγκρότημα, χτισμένο στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, στην Αγίου Κωνσταντίνου, στο κέντρο της Αθήνας. Τα εγκαίνια θα πραγματοποιηθούν στις 14 Οκτωβρίου, με το «Πουθενά» του Δημήτρη Παπαϊωάννου, ένα έργο που αξιοποιεί απογυμνωμένους τους καινούργιους μηχανισμούς της Κεντρικής Σκηνής (τα επίσημα εγκαίνια έχουν προγραμματιστεί για τις 23 Οκτωβρίου). Το «Πουθενά» (διάρκειας μισής ώρας, θα παρουσιάζεται δύο φορές την ημέρα), είναι ένα έργο για τον χώρο της θεατρικής σκηνής. Τον χώρο-μηχανή που μεταβάλλεται διαρκώς και καθορίζεται από την ανθρώπινη παρουσία, για να σημαίνει αμέτρητους τόπους, ενώ έχει σχεδιαστεί για να είναι μη τόπος. Αυτός ο χώρος, αυτό το «Πουθενά», δεν βρίσκεται απέναντι από τους ανθρώπους. Τους εμπεριέχει ή καλύτερα τον εμπεριέχουν. Γι’ αυτό δεν αισθάνονται να ασφυκτιούν, δεν αισθάνονται εγκλωβισμένοι σε αυτό το «Πουθενά». «Δεν είναι περισσότερο φυλακισμένοι απ’ όσο είμαστε φυλακισμένοι από τις προκαταλήψεις μας, τις επιθυμίες μας, απ’ όσο είμαστε στην εργασία μας. Δεν είναι περισσότερο ελεύθεροι να ονειρεύονται απ’ όσο εμείς και νομίζω ότι υπάρχει σαφέστατα η αίσθηση ότι θα μπορούσε να βγει κανείς από εκεί, αλλά όποια πόρτα και αν ανοίξει θα είναι πάλι μηχανή» εξηγεί ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, υπεύθυνος για τη σύλληψη και τη σκηνοθεσία. Είκοσι έξι ερμηνευτές μετρούν και αναμετριούνται με τις διαστάσεις και δυνατότητες του χώρου, σε μια ειδικά σχεδιασμένη παράσταση που δεν θα μπορεί να παρουσιαστεί πουθενά αλλού. Η παράσταση είναι μια «σκέψη, μια πρόταση για το πώς ένας χώρος “μηδέν” ανοίγει διαρκώς, φέροντας δυνατότητες για τα πάντα… Είναι η δική μας ποιητική απόπειρα πάνω σε αυτή τη θεματική» σχολιάζει ο ίδιος, για να προσθέσει πως «πρωτοπατώντας την ανακαινισμένη Κεντρική Σκηνή» ελπίζει «να καταφέρουμε να ελευθερώσουμε τη φαντασία προς όσο το δυνατόν περισσότερες κατευθύνσεις, με όσο το δυνατόν λιγότερα υλικά». Το «Πουθενά» ακολούθησε τα χνάρια του «2», τουλάχιστον στην προετοιμασία του. Δηλαδή «γράφτηκε» στις δοκιμές. Με τη βοήθεια συνεργατών και ερμηνευτών ο σκηνοθέτης πρότεινε μια σειρά από αντιμετωπίσεις, από τις οποίες επέλεξε, συνέθεσε και έφτασε στο τελικό αποτέλεσμα: ένα έργο, το οποίο ανοίγει σε παράλληλα επίπεδα ανάγνωσης, με κεντρομόλο την ίδια τη θέση του κοινού απέναντι στην παράσταση, τη φύση του ορίου της αυλαίας και της πλατείας. Τα επίπεδα της ανάγνωσης είναι αρκετά αφηρημένα και άπτονται μάλλον μιας υπαρξιακής αναζήτησης. «Ξεκινήσαμε με όρους τη μέτρηση της σκηνής με τα ανθρώπινα σώματα και την αναμέτρηση των ανθρώπινων σωμάτων με τις δυνατότητες της μηχανής της σκηνής». Στη συνέχεια, σκηνοθέτης, συντελεστές και ερμηνευτές άρχισαν να παίζουν με την οπτική γωνία, αλλά και με τη σχέση θεατών και ερμηνευτών. Το αποτέλεσμα επί σκηνής. Μιας σκηνής ευέλικτης, λειτουργικής και μοντέρνας, που τίποτα δεν θυμίζει τον παλιό της εαυτό, τότε που λειτούργησε για τελευταία φορά, το 2001. Σχεδόν διπλασιάστηκε (πλάτος 17,60 μ., βάθος 21,40 μ., 25 μ. ύψος), εκσυγχρονίστηκε πλήρως, απέκτησε τελευταίας τεχνολογίας ηλεκτρονικό, μηχανολογικό, οπτικοακουστικό εξοπλισμό. Με περιστροφική σκηνή, με πλευρικό χώρο που απομονώνεται, με καταπακτές που ανεβάζουν και κατεβάζουν βαγόνια βάρους έως πέντε τόνων, με ράγες, αναβατόρια, δυνατότητα μεταφοράς και εναλλαγής σκηνικών ανάλογα με τις σκηνογραφικές απαιτήσεις κάθε παραγωγής, υποσκήνιο σε βάθος, το Εθνικό Θέατρο διαθέτει την Κεντρική Σκηνή που αξίζει σε ένα σημερινό θέατρο με κύρος. Η προσθήκη του υπερσύγχρονου πύργου σκηνής (εξωτερικά στα χνάρια του παλιού, εσωτερικά ένα πανύψηλο μεταλλικό… εργοστάσιο) αποτελεί μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αρχιτεκτονική συνάντηση δύο κόσμων, με διαχωριστική γραμμή την αυλαία. Πίσω από την αυλαία, εκεί όπου το μάτι του θεατή δεν μπορεί να δει, υψώνονται το «εργοστάσιο» με τρεις (καθ’ ύψος) γαλαρίες και τροχαλιοστάσιο με τους μηχανισμούς ανάρτησης σκηνικών. Μπροστά από την αυλαία βρίσκεται η πλατεία των 650 θέσεων, με τα ξύλινα καθίσματα ντυμένα κόκκινο βελούδο, τους ημικυκλικούς εξώστες με τα χρυσά ξυλόγλυπτα, τον ρόδακα με τους ερωτιδείς στην οροφή και τον εντυπωσιακό κρυστάλλινο πολυέλαιο. Ο γλυπτός φυτικός διάκοσμος πάνω από την μπούκα της σκηνής, έργο λεπτότητας και φινέτσας, αποκαλύφθηκε με την ανακαίνιση και συντηρήθηκε πλήρως. Άλλωστε όλα τα στοιχεία έχουν συντηρηθεί ή αποκατασταθεί πλήρως, με τη λογική ότι η αίθουσα ξαναβρίσκει την πολυτέλεια και την αίγλη της αλλά διατηρεί απόλυτα τη φυσιογνωμία της. Για την ιστορία αναφέρουμε ότι η ανέγερση του κτιρίου της Κεντρικής Σκηνής άρχισε το 1891 αλλά το 1895 οι εργασίες διακόπηκαν προσωρινά λόγω οικονομικών δυσχερειών, καθώς τα χρήματα που προορίζονταν για την ολοκλήρωση του θεάτρου (δωρεά του ομογενούς Στέφανου Ράλλη) απορροφήθηκαν για τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896. Μετά την επανέναρξη των εργασιών ο αρχιτέκτονας Τσίλερ (που είχε σχεδιάσει το έργο), σε βάρος της ποιότητας της κατασκευής, δεν συνέχισε την επίβλεψη των εργασιών. Το κτίριο του θεάτρου ολοκληρώθηκε το φθινόπωρο του 1901 με δωρεές άλλων ομογενών και κρατική επιχορήγηση. Τα επίσημα εγκαίνια έγιναν στις 24 Νοεμβρίου του ίδιου έτους. Λειτούργησε ως επίσημο Βασιλικό Θέατρο με προσκλήσεις μέχρι το 1908, οπότε δόθηκε σε κοινή χρήση και μετονομάστηκε σε Εθνικό Θέατρο. Έναν αιώνα και πλέον άντεξε το νεοκλασικό της Αγίου Κωνσταντίνου, από τα πιο αξιόλογα μνημειακά σύνολα του 19ου αιώνα που οικοδομήθηκαν στο κέντρο της πόλης, αλλά μετά τον σεισμό του 1999 (οι ζημιές από τον σεισμό του 1981 αποκαταστάθηκαν τοπικά χωρίς να γίνει ολοκληρωμένη στατική αντιμετώπιση) υπέστη επιπλέον ρηγματώσεις σε περιμετρικούς και εσωτερικούς τοίχους και κρίθηκε αναγκαία η αναστολή λειτουργίας των χώρων της Κεντρικής Σκηνής. Ύστερα από οκτώ χρόνια η Κεντρική Σκηνή του Εθνικού είναι έτοιμη να υποδεχθεί ξανά το κοινό. * «Πουθενά» του Δημήτρη Παπαϊωάννου. Σύλληψη - Σκηνοθεσία: Δημήτρης Παπαϊωάννου. Μουσική σύνθεση - ηχητικός σχεδιασμός: Coti K. Σκηνικός σχεδιασμός: Ζάφος Ξαγοράρης. Κοστούμια: Θάνος Παπαστεργίου. Ερμηνευτές: Νίκος Δραγώνας, Ευριπίδης Λασκαρίδης, Κωνσταντίνος Μαραβέλιας, Ευαγγελία Ράντου κ.ά. Εθνικό Θέατρο (Κεντρική Σκηνή). Προγραμματισμένη πρεμιέρα: 14 Οκτωβρίου.

Χαρά Αργυρίου

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.