search
ΚΥΡΙΑΚΗ 18.10.2026 06:59
MENU CLOSE

Η Ευρώπη σε συμπληγάδες: Η ενεργειακή απεξάρτηση από Ρωσία έφερε… εξάρτηση από ΗΠΑ και ακρίβεια – Ο εγκλωβισμός σε Ουκρανικό και όπλα

Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ

τεύχος 2460
15/10/2026
18.10.2026 06:00
evropi_energeia_times_1510_1920-1080_new
credit: AP

Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Add topontiki.gr on Google

Η Ευρώπη, εξ αιτίας των επιλογών της, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια παράδοξη κατάσταση. Επιδιώκει να εξασφαλίσει τη μελλοντική της ασφάλεια απέναντι στη Ρωσία, αλλά για να το πετύχει αναλαμβάνει ένα διαρκώς αυξανόμενο οικονομικό, ενεργειακό και κοινωνικό κόστος.

Κι αυτό το κόστος αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο καθώς δύο από τις σημαντικότερες περιοχές ενεργειακού εφοδιασμού του πλανήτη βρίσκονται στο επίκεντρο πολεμικών συγκρούσεων.

Η αστάθεια στον Περσικό Κόλπο απειλεί τις θαλάσσιες μεταφορές πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ η επέκταση των επιθέσεων (των Χούθι) σε βάρος της Σαουδικής Αραβίας αυξάνει την ανησυχία για τις ενεργειακές υποδομές της περιοχής. Ακόμη και χωρίς ολοκληρωτική διακοπή της παραγωγής, οι κίνδυνοι για τις μεταφορές και η αβεβαιότητα επηρεάζουν τις διεθνείς τιμές.

Την ίδια στιγμή, ο πόλεμος στην Ουκρανία πλήττει τις ρωσικές ενεργειακές υποδομές. Τα διυλιστήρια βρίσκονται στο στόχαστρο ουκρανικών επιθέσεων, περιορίζοντας τη δυνατότητα της Μόσχας να διαθέτει πετρελαϊκά προϊόντα σε μια διεθνή αγορά που αντιμετωπίζει ήδη σοβαρές πιέσεις.

Η ταυτόχρονη διαταραχή σε δύο μεγάλες πηγές ενεργειακού εφοδιασμού δημιουργεί ένα ιδιαίτερα δυσμενές περιβάλλον για τις οικονομίες που εξαρτώνται από εισαγόμενη ενέργεια. Και ανάμεσά τους βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η νέα εξάρτηση της Ευρώπης

Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η Ευρώπη επιχείρησε να απεξαρτηθεί από τους ρωσικούς υδρογονάνθρακες. Πέτυχε να μειώσει σημαντικά την έκθεσή της στη Μόσχα, αλλά δεν απέκτησε ενεργειακή αυτονομία. Αντικατέστησε μεγάλο μέρος των παλαιών προμηθειών με εισαγωγές από άλλες χώρες, κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Νορβηγία.

Τα στοιχεία της Eurostat για το δεύτερο τρίμηνο του 2026 αποτυπώνουν τη νέα πραγματικότητα:

Αργό πετρέλαιο – κυριότεροι προμηθευτές της Ε.Ε.

  • Ηνωμένες Πολιτείες: 18,8%
  • Νορβηγία: 14,3%
  • Καζακστάν: 13,4%

Υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG)

  • Ηνωμένες Πολιτείες: 63,2%
  • Ρωσία: 17,3%
  • Αλγερία: 8,1%

Φυσικό αέριο μέσω αγωγών

  • Νορβηγία: 51,2%
  • Αλγερία: 18,2%
  • Ηνωμένο Βασίλειο: 11,1%
  • Ρωσία: 10,2%

Οι αριθμοί αποκαλύπτουν δύο κρίσιμα δεδομένα. Πρώτον, η Ευρώπη εξακολουθεί να αγοράζει ρωσικό φυσικό αέριο, παρά την πολιτική και οικονομική αντιπαράθεση με τη Μόσχα. Δεύτερον, η προσπάθεια απεξάρτησης από τη Ρωσία έχει ενισχύσει ιδιαίτερα την εξάρτηση από τις ΗΠΑ, ειδικά στο LNG. Η αλλαγή των προμηθευτών, όμως, δεν έλυσε το πρόβλημα του κόστους…

Ο λογαριασμός στη βιομηχανία

Οι συνέπειες της ενεργειακής ανασφάλειας δεν περιορίζονται στους λογαριασμούς των νοικοκυριών και στις τιμές των καυσίμων. Επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής παραγωγής, σε μια περίοδο κατά την οποία οι επιχειρήσεις της Ε.Ε. καλούνται να ανταγωνιστούν την αμερικανική και την κινεζική βιομηχανία.

Τα στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας και της ευρωπαϊκής ρυθμιστικής αρχής ACER είναι αποκαλυπτικά ως προς το ενεργειακό κόστος της ευρωπαϊκής βιομηχανίας (Πηγές: ACER, IEA Electricity 2026 και Eurostat, Φεβρουάριος 2026.:

  • 151 ευρώ/MWh ήταν η μέση τελική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας για τη βιομηχανία στην Ε.Ε. το 2025, σύμφωνα με τα συγκριτικά στοιχεία της ACER.
  • 74 ευρώ/MWh ήταν η αντίστοιχη τιμή στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η ευρωπαϊκή βιομηχανία πλήρωνε, δηλαδή, περίπου 104% ακριβότερο ρεύμα.
  • Για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας υπολογίζει ότι οι ευρωπαϊκές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας το 2025 ήταν υπερδιπλάσιες των αμερικανικών και περίπου 50% υψηλότερες από τις κινεζικές.
  • Σύμφωνα με τη Eurostat, οι τιμές παραγωγού ενέργειας στην Ε.Ε. τον Δεκέμβριο του 2025 παρέμεναν 66,3% υψηλότερες από τον Ιανουάριο του 2021.

Ας δούμε τη σημασία αυτών των αριθμών. Μια ευρωπαϊκή βιομηχανία που πληρώνει περίπου διπλάσια τιμή ρεύματος από τον αμερικανικό ανταγωνισμό της ξεκινά με σοβαρό μειονέκτημα κόστους. Αυτό είναι ιδιαίτερα αισθητό στους κλάδους που καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες ενέργειας, όπως η χημική βιομηχανία, η μεταλλουργία και η παραγωγή βασικών βιομηχανικών υλικών.

Βεβαίως, η διαφορά στις τιμές δεν οφείλεται αποκλειστικά στον πόλεμο της Ουκρανίας ή στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Συνδέεται επίσης με τη διάρθρωση της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρισμού, το κόστος των καυσίμων, τα δίκτυα και τη φορολογία. Ωστόσο, οι γεωπολιτικές αναταράξεις επιβαρύνουν μια ήδη δύσκολη κατάσταση.

Το πρόβλημα αποκτά στρατηγική διάσταση. Η οικονομική και βιομηχανική ισχύς είναι προϋπόθεση για τη χρηματοδότηση της άμυνας. Επομένως, η παρατεταμένη απώλεια ανταγωνιστικότητας μπορεί να περιορίσει μακροπρόθεσμα και τις δυνατότητες της ίδιας της ευρωπαϊκής πολιτικής ασφαλείας.

Η συμφωνία Τραμπ – Πούτιν

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η συμφωνία Τραμπ – Πούτιν για την προμήθεια ρωσικού ντίζελ στις ΗΠΑ αποκτά σημασία πολύ μεγαλύτερη από τις ποσότητες καυσίμων που προβλέπει.

Η Ουάσιγκτον επέλεξε να χαλαρώσει προσωρινά τους περιορισμούς στο ρωσικό ντίζελ, επιδιώκοντας να περιορίσει τις πιέσεις στις τιμές της αμερικανικής αγοράς. Σύμφωνα με τις σχετικές πληροφορίες, προβλέπονται αρχικά περισσότεροι από 300.000 τόνοι και επιπλέον 500.000 τόνοι τον Νοέμβριο.

Οι ποσότητες αυτές δεν θεωρούνται από μόνες τους επαρκείς για μια διατηρήσιμη αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών. Η πολιτική σημασία της συμφωνίας, ωστόσο, είναι σαφής.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες χαλαρώνουν τους περιορισμούς στις ρωσικές ενεργειακές εξαγωγές, ενώ οι Ευρωπαίοι εξακολουθούν να επιδιώκουν τη μείωση των ενεργειακών εσόδων της Μόσχας ως βασικό εργαλείο πίεσης.

Πρόκειται για διαφορετική ιεράρχηση προτεραιοτήτων. Ο Τραμπ προτάσσει την άμεση αντιμετώπιση της ενεργειακής ακρίβειας στις ΗΠΑ και επιδιώκει να διατηρήσει διαπραγματευτικά περιθώρια με τη Μόσχα. Οι Ευρωπαίοι αντιτείνουν ότι τα πρόσθετα ρωσικά ενεργειακά έσοδα μπορούν να ενισχύσουν τη δυνατότητα του Κρεμλίνου να συνεχίσει τον πόλεμο.

Το αποτέλεσμα είναι μια σοβαρή διαφωνία στο εσωτερικό της Δύσης. Και για την Ευρώπη το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο, καθώς εξαρτάται ενεργειακά και στρατιωτικά από έναν σύμμαχο (τις ΗΠΑ) που δεν ακολουθεί πάντοτε την ίδια στρατηγική απέναντι στη Ρωσία.

Γιατί η Ε.Ε. στηρίζει το Κίεβο;

Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να παρέχει στρατιωτική, οικονομική και πολιτική βοήθεια στην Ουκρανία, προκειμένου να αντέξει στον πόλεμο με τη Ρωσία. Το οικονομικό κόστος αυτής της επιλογής είναι ήδη τεράστιο. Σύμφωνα με ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις 2 Οκτωβρίου 2026, η συνολική βοήθεια της Ε.Ε. και των κρατών – μελών προς το Κίεβο έχει φτάσει, από το 2022, τα 227,4 δισεκατομμύρια ευρώ. Πρόκειται για το μετρήσιμο οικονομικό αποτύπωμα μιας στρατηγικής που στηρίζει την ουκρανική αντίσταση, αλλά ταυτόχρονα συμβάλλει στη δυνατότητα συνέχισης του πολέμου, χωρίς ακόμη να διαφαίνεται σαφής προοπτική τερματισμού του. Παράλληλα, η Ένωση έχει διαμορφώσει νέο χρηματοδοτικό πλαίσιο για την επόμενη διετία.

Η ευρωπαϊκή υποστήριξη προς την Ουκρανία σε αριθμούς:

  • 227,4 δισ. ευρώ: συνολική υποστήριξη της Ε.Ε. και των κρατών – μελών από το 2022, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
  • 90 δισ. ευρώ: το προβλεπόμενο ευρωπαϊκό δάνειο υποστήριξης για το 2026 και το 2027.
  • 60 δισ. ευρώ: το μέρος του δανείου που προορίζεται για την ενίσχυση των αμυντικών δυνατοτήτων και της αμυντικής βιομηχανίας της Ουκρανίας.
  • 30 δισ. ευρώ: το μέρος που προορίζεται για δημοσιονομική στήριξη και τη λειτουργία του ουκρανικού κράτους.
  • 2,9 δισ. ευρώ: η χρηματοδότηση που εκταμιεύθηκε στις 2 Οκτωβρίου 2026.

Πίσω από τους αριθμούς βρίσκεται μια συγκεκριμένη στρατηγική παραδοχή: ότι το σημερινό κόστος υποστήριξης της Ουκρανίας είναι προτιμότερο από το ενδεχόμενο μιας μελλοντικής, μεγαλύτερης (ρωσικής) απειλής για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Ιδιαίτερα για τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης, μια ρωσική επικράτηση στην Ουκρανία δεν θα αποτελούσε απλώς μια δυσμενή εξέλιξη για το Κίεβο. Θα μπορούσε να μεταβάλει την ισορροπία ασφαλείας ολόκληρης της ηπείρου.

Υπάρχει και ένας δεύτερος στόχος. Οι Ευρωπαίοι επιδιώκουν να διατηρήσει η Ουκρανία επαρκή διαπραγματευτική ισχύ, ώστε μια ενδεχόμενη ειρηνευτική συμφωνία να μην ισοδυναμεί με επιβεβλημένη συνθηκολόγηση.

Αυτό, όμως, δεν απαντά σε ένα εξίσου σημαντικό ερώτημα:

  • μέχρι πότε η Ε.Ε. μπορεί να συνεχίζει την παροχή στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας χωρίς σαφώς προσδιορισμένο και εφικτό τελικό αποτέλεσμα;

Η διατήρηση της ουκρανικής αντίστασης είναι ένας στόχος. Η διαμόρφωση μιας βιώσιμης μεταπολεμικής ισορροπίας είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο.

Αν η ευρωπαϊκή βοήθεια αποτρέπει την ήττα της Ουκρανίας αλλά δεν οδηγεί σε διαπραγματεύσιμη διέξοδο, ο κίνδυνος είναι να παγιωθεί ένας πόλεμος φθοράς, με ολοένα μεγαλύτερο κόστος για όλες τις πλευρές.

Εξοπλισμοί και οικονομική αντοχή

Στο κόστος της βοήθειας προς την Ουκρανία προστίθεται μια δεύτερη, ακόμη μεγαλύτερη οικονομική υποχρέωση: η ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας.

Οι χώρες της Ε.Ε. αυξάνουν με ταχείς ρυθμούς τους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς τους, επιδιώκοντας να καλύψουν χρόνια κενά σε εξοπλισμούς, παραγωγικές δυνατότητες και επιχειρησιακή ετοιμότητα. Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας, η αύξηση της δαπάνης είναι εντυπωσιακή.

Οι αμυντικές δαπάνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης

  • 418 δισ. ευρώ: συνολικές αμυντικές δαπάνες των 27 κρατών – μελών το 2025.
  • 454 δισ. ευρώ: εκτιμώμενες συνολικές δαπάνες το 2026.
  • +75,3%: αύξηση των αμυντικών δαπανών το 2026 σε σχέση με το 2021.
  • 2,4% του ΑΕΠ: εκτιμώμενο μερίδιο των αμυντικών δαπανών το 2026, έναντι 2,2% το 2025.
  • 163 δισ. ευρώ: εκτιμώμενες αμυντικές επενδύσεις το 2026, συμπεριλαμβανομένων εξοπλισμών και συναφών επενδύσεων.

Πηγή: Ευρωπαϊκός Οργανισμός Άμυνας, Ιούλιος 2026. Τα στοιχεία του 2026 αποτελούν εκτιμήσεις.

Η σύγκριση είναι αποκαλυπτική. Σε μια πενταετία, οι ετήσιες αμυντικές δαπάνες της Ε.Ε. έχουν αυξηθεί κατά περίπου τρία τέταρτα, ενώ η ευρωπαϊκή βιομηχανία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικό μειονέκτημα ενεργειακού κόστους απέναντι στους βασικούς διεθνείς ανταγωνιστές της.

Βεβαίως, οι αμυντικές δαπάνες δεν αποτελούν στο σύνολό τους συνέπεια του πολέμου στην Ουκρανία. Αντανακλούν επίσης παλαιότερες ελλείψεις, υποχρεώσεις στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και ευρύτερες ανησυχίες ασφαλείας. Επιπλέον, ένα μέρος τους επιστρέφει στην ευρωπαϊκή οικονομία μέσω επενδύσεων, θέσεων εργασίας και αμυντικής παραγωγής. Ωστόσο η ταυτόχρονη αύξηση των στρατιωτικών προϋπολογισμών, η χρηματοδότηση της Ουκρανίας και το υψηλό ενεργειακό κόστος δημιουργούν πραγματικές πιέσεις στις δημοσιονομικές προτεραιότητες των κρατών – μελών.

Κάθε πρόσθετη υποχρέωση πρέπει να χρηματοδοτηθεί. Και η χρηματοδότηση αυτή πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να ενισχύσουν την ανάπτυξη, να στηρίξουν τη βιομηχανία και να προστατεύσουν την αγοραστική δύναμη των πολιτών.

Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν η Ευρώπη χρειάζεται ισχυρή άμυνα. Είναι αν διαθέτει μια οικονομική και ενεργειακή στρατηγική ικανή να υποστηρίξει μακροπρόθεσμα τις αμυντικές της φιλοδοξίες.

Θολός ορίζοντας

Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με τρεις παράλληλες απαιτήσεις:

  • να διατηρήσει την υποστήριξη στην Ουκρανία,
  • να αυξήσει τις δικές της αμυντικές δυνατότητες
  • και να προστατεύσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της.

Οι απαιτήσεις αυτές δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ανεξάρτητες μεταξύ τους. Η ακριβή ενέργεια περιορίζει την αγοραστική δύναμη, αυξάνει το κόστος παραγωγής και δυσκολεύει την ανάπτυξη. Οι υψηλότερες αμυντικές δαπάνες απαιτούν πρόσθετους δημόσιους πόρους. Και η παρατεταμένη χρηματοδότηση της Ουκρανίας προϋποθέτει πολιτική συναίνεση και οικονομική αντοχή.

Από την άλλη πλευρά, η διακοπή της βοήθειας προς το Κίεβο δεν θα εξασφάλιζε αυτομάτως φθηνότερη ενέργεια ή ειρήνη. Ούτε θα εξάλειφε τις ανησυχίες των ευρωπαϊκών κρατών για τις μελλοντικές κινήσεις της Ρωσίας.

Ακριβώς γι’ αυτό η Ε.Ε. είναι υποχρεωμένη να δώσει σαφείς απαντήσεις σε μια σειρά «απλά» ερωτήματα:

  • ποιο είναι το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα της ευρωπαϊκής πολιτικής,
  • ποιο κόστος θεωρείται αποδεκτό
  • και με ποια κριτήρια θα αξιολογηθεί η επιτυχία της.

Στην ευρωπαϊκή σύνοδο κορυφής της 15ης και 16ης Οκτωβρίου, η συζήτηση για την Ουκρανία, την ενέργεια και την ανταγωνιστικότητα αποκτά έτσι κοινό παρονομαστή.

Η ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν εξαρτάται μόνο από στρατούς, εξοπλισμούς και συμμαχίες. Εξαρτάται επίσης από την οικονομική ισχύ, την ενεργειακή επάρκεια, τη βιομηχανική παραγωγή και την κοινωνική συνοχή.

Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο γιατί οι Ευρωπαίοι εξακολουθούν να στηρίζουν τον Ζελένσκι. Είναι μέχρι ποιο οικονομικό, κοινωνικό και ενεργειακό κόστος μπορούν να καταβάλουν για να συνεχίσουν να το κάνουν – και ποιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα περιμένουν να εξασφαλίσουν.

Διαβάστε επίσης:

Τι σημαίνει το όριο 25% που βάζει ο Μητσοτάκης

Τσίπρας: Γιατί επενδύει στις δεύτερες κάλπες – Ο προβληματισμός για την κόντρα με το ΠΑΣΟΚ

ΣΥΡΙΖΑ: Επίθεση στους ανεξάρτητους με βίντεο και καταγγελίες περί «συναλλαγών» που εκκρεμούν

google_news_icon

Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.

ΚΥΡΙΑΚΗ 18.10.2026 01:01