Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΗ ευρωπαϊκή κρίση δεν περιορίζεται πλέον στις διαφωνίες και την αδυναμία των κυβερνήσεων να πάρουν αποφάσεις για μείζονα και πιεστικά ζητήματα στις Συνόδους των Βρυξελλών. Οι συνέπειες της κρίσης ξεδιπλώνονται ήδη στους δρόμους των ευρωπαϊκών πρωτευουσών.
Από τη Γαλλία και το Βέλγιο μέχρι την Ιταλία και την Πορτογαλία, οι κοινωνικές αντιδράσεις πληθαίνουν. Οι αφορμές και τα αιτήματα διαφέρουν, αλλά η κοινή συνισταμένη είναι σαφής:
Στη Γαλλία, εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές βρίσκονται στους δρόμους με αιτήματα που ξεκίνησαν από τις ελλείψεις στην εκπαίδευση και διευρύνθηκαν στην ακρίβεια, στις περικοπές των δημόσιων δαπανών και τις κοινωνικές ανισότητες. Οι κινητοποιήσεις συνοδεύτηκαν από σοβαρά επεισόδια, εκτεταμένες καταστροφές και χιλιάδες συλλήψεις.
Στο Βέλγιο, οι αντιδράσεις για το κόστος ζωής και τις περικοπές στην εκπαίδευση συνοδεύτηκαν από συγκρούσεις με την αστυνομία στις Βρυξέλλες και στη Λιέγη. Στην Πορτογαλία, δεκάδες χιλιάδες πολίτες διαδήλωσαν στη Λισαβόνα για τους χαμηλούς μισθούς, την ακρίβεια και τη στεγαστική κρίση. Ίδια η κατάσταση και στην Ισπανία, ενώ στην Ιταλία, κινητοποιήσεις κατά του πολέμου και της αύξησης του κόστους ζωής συνοδεύτηκαν από σοβαρά επεισόδια στο Μιλάνο.
Οι κινητοποιήσεις δεν συγκροτούν ένα ενιαίο πανευρωπαϊκό κίνημα. Αποκαλύπτουν, όμως, μια ολοένα βαθύτερη σύγκρουση ανάμεσα στις ανάγκες των κοινωνιών και στις επιλογές των κυβερνήσεών τους. Οι πολίτες απαιτούν καλύτερους μισθούς και δημόσιες υπηρεσίες. Οι ηγεσίες επιλέγουν εξοπλισμούς και νέες γεωπολιτικές δεσμεύσεις. Και η αντίθεση αυτή δεν μπορεί πλέον να κρυφτεί πίσω από γενικόλογες αναφορές στη δημοσιονομική πειθαρχία.
Η τελευταία Σύνοδος Κορυφής της Ε.Ε., στις 15 και 16 Οκτωβρίου στις Βρυξέλλες, επιβεβαίωσε το μέγεθος του προβλήματος. Οι ηγέτες των «27» αναγνώρισαν την ανάγκη να αντιμετωπιστεί το αυξανόμενο ενεργειακό κόστος, να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας και να χρηματοδοτηθούν οι νέες στρατηγικές προτεραιότητες. Όταν όμως η συζήτηση έφθασε στον επόμενο κοινοτικό προϋπολογισμό και στο ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό, οι διαφωνίες εμφανίστηκαν αξεπέραστες.
Το πρόβλημα δεν είναι καινούργιο. Οξύνεται όμως καθώς οι οικονομικές πιέσεις συσσωρεύονται και τα περιθώρια των κυβερνήσεων περιορίζονται, ιδιαίτερα στις οικονομικά ασθενέστερες χώρες.
Στη Γαλλία η κυβέρνηση Μακρόν αντιμετωπίζει υψηλό δημόσιο χρέος, μεγάλα ελλείμματα και σφοδρές κοινωνικές αντιδράσεις στις περικοπές. Η Γερμανία βρίσκεται αντιμέτωπη με τα διαρθρωτικά προβλήματα της βιομηχανίας της, την ακριβή ενέργεια και τον ανταγωνισμό από την Κίνα. Η Ιταλία εξακολουθεί να επιβαρύνεται από ιδιαίτερα υψηλό δημόσιο χρέος, ενώ η Ισπανία, παρά τις καλύτερες αναπτυξιακές επιδόσεις της, αντιμετωπίζει σοβαρή στεγαστική κρίση.
Τα διαφορετικά αυτά προβλήματα έχουν έναν κοινό παρονομαστή: Οι κυβερνήσεις αδυνατούν να ανταποκριθούν στις αυξανόμενες κοινωνικές απαιτήσεις, την ώρα που επιλέγουν να δεσμεύσουν σημαντικούς οικονομικούς πόρους για στρατιωτικές και γεωπολιτικές προτεραιότητες.
Η αντιπαράθεση για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό της περιόδου 2028-2034 ανέδειξε αυτή ακριβώς τη σύγκρουση. Η νέα πρόταση για προϋπολογισμό, ύψους 1,62 τρισ. ευρώ, μικρότερη κατά 141 δισ. ευρώ από την αρχική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, συνάντησε αντιδράσεις από διαφορετικές κατευθύνσεις.
Η Γερμανία, η Σουηδία και άλλες χώρες του Βορρά, που απαιτούν περιορισμό των δαπανών του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, βρίσκονται απέναντι σε κράτη που ζητούν να διατηρηθούν οι χρηματοδοτήσεις για την αγροτική παραγωγή, την περιφερειακή ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή.
Την ίδια στιγμή, οι ευρωπαϊκές ηγεσίες έχουν επιλέξει να αναλάβουν νέες, ιδιαίτερα δαπανηρές υποχρεώσεις:
Οι πρόσθετες αυτές δεσμεύσεις διεκδικούν ολοένα μεγαλύτερο μερίδιο των διαθέσιμων πόρων. Και όταν οι κυβερνήσεις επιμένουν ταυτόχρονα στη δημοσιονομική πειθαρχία, οι περικοπές κατευθύνονται στις κοινωνικές δαπάνες, την παιδεία, την υγεία, στις συντάξεις και τις παροχές.
Δεν πρόκειται για μια αναπόφευκτη οικονομική εξέλιξη, αλλά για συγκεκριμένη πολιτική ιεράρχηση και επιλογή. Οι εξοπλισμοί και η χρηματοδότηση του Κιέβου προηγούνται, ενώ οι κοινωνικές ανάγκες υποβάλλονται σε δημοσιονομικούς περιορισμούς.
Στη Σύνοδο, οι Ευρωπαίοι ηγέτες επιβεβαίωσαν τη συνέχιση της οικονομικής και στρατιωτικής υποστήριξης προς το Κίεβο, χαιρέτισαν τη συνεχιζόμενη εκταμίευση πόρων από το δάνειο των 90 δισ. ευρώ για την περίοδο 2026-2027 και συμφώνησαν στην ανάγκη επιτάχυνσης της ευρωπαϊκής αμυντικής προετοιμασίας.
Δεν συμφώνησαν, ωστόσο, στον συνολικό τρόπο χρηματοδότησης των νέων και παλαιών προτεραιοτήτων της Ένωσης. Για τις στρατιωτικές δεσμεύσεις υπάρχει πολιτική βούληση. Για την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών κυριαρχούν οι αντιρρήσεις για το κόστος.
Η ίδια αντίφαση αποτυπώθηκε στην ενεργειακή πολιτική. Οι «27» αναγνώρισαν ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας πλήττουν τα νοικοκυριά και την ευρωπαϊκή βιομηχανία. Περιορίστηκαν, όμως, στην αναζήτηση στοχευμένων και προσωρινών μέτρων, χωρίς να υιοθετήσουν ένα ενιαίο πακέτο άμεσης οικονομικής ανακούφισης.
Παράλληλα, οι διαφωνίες για το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα ανέδειξαν τις διαφορετικές εθνικές προτεραιότητες. Ορισμένες κυβερνήσεις ζητούν μεγαλύτερη ευελιξία για να περιορίσουν το κόστος της ενεργειακής μετάβασης, ενώ άλλες επιμένουν στη διατήρηση του υφιστάμενου πλαισίου.
Στο βιομηχανικό πεδίο, ο κινεζικός ανταγωνισμός και το υψηλό κόστος παραγωγής πιέζουν την ευρωπαϊκή οικονομία. Η σύγκλιση Γαλλίας και Γερμανίας απέναντι στις κινεζικές εξαγωγές δεν αίρει τις μεταξύ τους διαφωνίες για τη χρηματοδότηση των αναγκαίων επενδύσεων.
Τελικά αν και οι κυβερνήσεις αναγνωρίζουν ότι η ακρίβεια εξαντλεί τα νοικοκυριά και το ενεργειακό κόστος πλήττει τη βιομηχανία, οι αποφάσεις τους δεν αντιστοιχούν στην ένταση των προβλημάτων που οι ίδιες περιγράφουν.
Εδώ ακριβώς η οικονομική κρίση γίνεται πολιτική. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να χρηματοδοτήσουν νέες στρατιωτικές και γεωπολιτικές προτεραιότητες, να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών τους και ταυτόχρονα να προστατεύσουν το βιοτικό επίπεδο των πολιτών.
Οι απαιτήσεις αυτές ανταγωνίζονται για περιορισμένους δημόσιους πόρους. Και η κατανομή τους δεν καθορίζεται από κάποια ουδέτερη οικονομική αναγκαιότητα, αλλά από τις επιλογές των κυβερνήσεων.
Όταν οι κοινωνικές δαπάνες αντιμετωπίζονται ως πρόβλημα και οι στρατιωτικές ως αδιαπραγμάτευτη υποχρέωση, η δημοσιονομική πολιτική αποκτά σαφές αρνητικό πρόσημο για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες.
Η Σύνοδος Κορυφής έδειξε ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες γνωρίζουν τα προβλήματα, αλλά εξακολουθούν να διαφωνούν για την κατανομή των βαρών. Την ίδια ώρα, στους δρόμους οι πολίτες απαιτούν λύσεις για την καθημερινότητά τους. Και δεν είναι διατεθειμένοι να περιμένουν επ’ αόριστον τους συμβιβασμούς των Βρυξελλών.
Οι οικονομικές δυσκολίες δεν προκαλούν αυτομάτως πολιτικές κρίσεις. Όταν όμως οι κυβερνήσεις επιμένουν σε επιλογές που επιβαρύνουν την καθημερινότητα των πολιτών, η δυσαρέσκεια μετατρέπεται σε ανοιχτή πολιτική αμφισβήτηση.
Η Γαλλία αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση. Τα δημοσιονομικά προβλήματα συνοδεύονται από:
Κάθε προσπάθεια περιορισμού των ελλειμμάτων συναντά ισχυρές αντιστάσεις, ενώ η αδυναμία δημοσιονομικής προσαρμογής περιορίζει περαιτέρω τις δυνατότητες της κυβέρνησης.
Στη Γερμανία, η πίεση στη βιομηχανία, οι ανησυχίες για την απασχόληση και οι διαφωνίες για τις δημόσιες δαπάνες δοκιμάζουν τις κυβερνητικές επιλογές.
Σε άλλες χώρες, η στεγαστική κρίση, οι χαμηλοί μισθοί και οι αλλαγές στο ασφαλιστικό δημιουργούν νέα μέτωπα αντιπαράθεσης.
Οι εξελίξεις δεν έχουν παντού την ίδια πολιτική έκφραση. Αλλού ενισχύουν τα κόμματα διαμαρτυρίας, αλλού αποσταθεροποιούν κυβερνητικούς συνασπισμούς και αλλού οδηγούν σε μεγαλύτερες κοινωνικές κινητοποιήσεις.
Υπάρχει όμως ένας κοινός μηχανισμός:
Όσο οι κυβερνήσεις απαιτούν θυσίες από τους πολίτες για να χρηματοδοτούν τις επιλογές τους, τόσο δυσκολότερο γίνεται να εξασφαλίζουν κοινωνική συναίνεση. Και όσο αυξάνεται η εσωτερική πολιτική πίεση, τόσο δυσκολότεροι γίνονται οι συμβιβασμοί στις Βρυξέλλες.
Η επόμενη περίοδος θα υποχρεώσει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των επιλογών τους.
Η διαπραγμάτευση του νέου επταετούς προϋπολογισμού θα καθορίσει την κατανομή των ευρωπαϊκών πόρων για πολλά χρόνια. Η αύξηση των αμυντικών δαπανών και η συνέχιση της χρηματοδότησης της Ουκρανίας θα απαιτήσουν πρόσθετα ποσά. Η ενεργειακή μετάβαση και η προσπάθεια ανάκτησης της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας θα χρειαστούν επενδύσεις, ενώ αρκετές κυβερνήσεις καλούνται να περιορίσουν τα ελλείμματά τους.
Και όλα αυτά ενώ η ακρίβεια, το στεγαστικό πρόβλημα και η υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών εξαντλούν την αντοχή των ευρωπαϊκών κοινωνιών.
Το ζήτημα δεν είναι απλώς πού θα βρεθούν τα χρήματα. Είναι ποιοι θα πληρώσουν τις κυβερνητικές επιλογές.
Οι απαντήσεις θα κρίνουν όχι μόνο τους ευρωπαϊκούς προϋπολογισμούς, αλλά και την πολιτική αντοχή των κυβερνήσεων που καλούνται να τους εφαρμόσουν.
Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση. Παρά τη δημοσιονομική σταθεροποίηση, τη μείωση του δημόσιου χρέους και τους θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, η οικονομική πίεση στα νοικοκυριά παραμένει αφόρητη.
Η ακρίβεια, το δυσβάσταχτο κόστος στέγασης και η περιορισμένη αγοραστική δύναμη των μισθών συντηρούν μια μεγάλη απόσταση ανάμεσα στους οικονομικούς δείκτες και στην καθημερινότητα των πολιτών.
Την ίδια στιγμή, η χώρα καλείται:
Η ελληνική περίπτωση αποκαλύπτει την αντίφαση του ευρωπαϊκού οικονομικού μοντέλου. Η βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών δεν σημαίνει ότι βελτιώνεται και η ζωή των πολιτών. Και όταν η κυβέρνηση επικαλείται την οικονομική σταθερότητα ενώ οι μισθοί δεν επαρκούν για τις βασικές ανάγκες, η απόσταση αυτή μετατρέπεται σε πολιτική δυσαρέσκεια.
Η ευρωπαϊκή Βαβέλ, επομένως, δεν είναι πλέον μόνο μια αντιπαράθεση διαφορετικών εθνικών συμφερόντων. Είναι η σύγκρουση ανάμεσα στις προτεραιότητες των κυβερνήσεων και στις ανάγκες των κοινωνιών τους. Οι εσωτερικές οικονομικές και πολιτικές δυσκολίες μεταφέρονται στις Βρυξέλλες και οι ευρωπαϊκές αποφάσεις επιστρέφουν στους πολίτες ως νέοι περιορισμοί.
Οι ευρωπαϊκές ηγεσίες επιλέγουν περισσότερα χρήματα για εξοπλισμούς και τη συνέχιση της χρηματοδότησης του πολέμου στην Ουκρανία, ενώ οι πολίτες διεκδικούν μισθούς, συντάξεις, υγεία, παιδεία και αξιοπρεπή διαβίωση.
Και όσο οι κυβερνήσεις αρνούνται να αναθεωρήσουν αυτή την ιεράρχηση, τόσο περισσότερο θα μεταφέρεται η σύγκρουση από τις αίθουσες των Βρυξελλών στους δρόμους των ευρωπαϊκών πρωτευουσών. Γιατί οι αποφάσεις λαμβάνονται στις Βρυξέλλες, αλλά ο λογαριασμός στέλνεται στις κοινωνίες που ούτε ρωτήθηκαν ούτε συναινούν να τον πληρώσουν.
Διαβάστε επίσης:
Αξιοποιώντας… τα μπάχαλα των άλλων – Η κυβέρνηση επενδύει στα συντηρητικά αντανακλαστικά
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.