18/11/2018 05:03:25
9.11.2009

Μπα; Είναι και αυτό πολιτισμός;

70.000 ευρώ για έναν Ακριθάκη που δεν είναι Ακριθάκης; Όχι, ευχαριστώ…

Απούλητο έμεινε το μουσειακό αντίγραφο του «Καρουσέλ για τα παιδιά του Βιετνάμ», μεταθανάτιο έργο κατασκευασμένο από τρίτους

Ο μακαρίτης εικαστικός Αλέξης Ακριθάκης (1939-1994), κατεξοχήν εκπρόσωπος της pop art στη μεταπολεμική ελληνική τέχνη, σκάρωσε το 1969 ένα μικρό ξύλινο καρουσέλ, διαστάσεων 30 επί 37 εκατοστών, σαν παιδικό παιχνίδι για το ράφι ή το τραπέζι. Ο αθεόφοβος, αντί για άλογα ή άρματα έβαλε να τριγυρνάνε μικρά πολύχρωμα… φέρετρα! Κι επειδή μέσα στη θολούρα του μυαλού του η πολιτική διατηρούσε πάντοτε μια κάποια θέση, το ονόμασε «Καρουσέλ για τα παιδιά του Βιετνάμ». Υπέροχα μακάβριο και ευθέως συμβολικό για όλους τους ανήλικους που πέφτουν θύματα πολέμων, αυτό το έργο έμελλε να αποκτήσει έναν απρόσκλητο από τον καλλιτέχνη «μεγάλο αδελφό». Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του Ακριθάκη, το 1999, έγινε στη Θεσσαλονίκη η πρώτη μεταθανάτια αναδρομική έκθεσή του. Για τις ανάγκες της κατασκεύασαν ένα γιγαντιαίο αντίγραφο του «Καρουσέλ», διαστάσεων 3,5 επί 3,5 μέτρων. Ξύλινο, ζωηρόχρωμο, πιστό και λειτουργικό. Κάτι σαν διακόσμηση, ένα ντεκόρ για να χαζεύουν οι επισκέπτες. Και όμως, αυτό το «μη έργο» βγήκε στο σφυρί το περασμένο Σάββατο σε δημοπρασία γνωστού οίκου των Αθηνών σχεδόν σαν «έργο» του Ακριθάκη! Λέμε σχεδόν, γιατί ο δημοπράτης παραδεχόταν μεν ότι ο Ακριθάκης «δεν το έκανε εν ζωή», αλλά προσπαθούσε να αναβαθμίσει μια απλή ξυλοκατασκευή με το επιχείρημα ότι το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΜΜΣΤ), στη Θεσσαλονίκη όπου πρωτοεκτέθηκε, «το είχε ασφαλίσει για 200.000 ευρώ». Αυτό, όπως δήλωσε ο δημοπράτης στη συνάδελφο της εφημερίδας «Veto» Βασιλική Τζεβελέκου, «σημαίνει ότι το μουσείο το θεωρούσε εν δυνάμει δημιούργημα του Ακριθάκη». «Εν δυνάμει»! Και λοιπόν; Είναι αρκετό ένα… αφελές ασφαλιστήριο για να ανέβει κατηγορία το μεγεθυμένο αντίγραφο και ένα μουσειολογικό τρικ να γίνει «έργο» σαν αυθεντικό, για το οποίο μάλιστα η τιμή εκτίμησης στη δημοπρασία ήταν 50-70.000 ευρώ; Δικαίως ξεσηκώθηκαν η πρώην σύζυγος του ζωγράφου Φώφη Ακριθάκη από το Βερολίνο και ο ιστορικός τέχνης Ντένης Ζαχαρόπουλος, καλλιτεχνικός διευθυντής του ΜΜΣΤ. Άλλο η απομίμηση της τέχνης, άλλο η τέχνη. Όταν τα δύο συγχέονται, στη μέση μπαίνουν τα λεφτά. Στο κάτω κάτω υπάρχει η μεγάλη αγορά των αντιγράφων (reproductions), όπου το μεταθανάτιο καρουσέλ-γίγας θα μπορούσε να πιάσει μια τιμή. Σε κάθε περίπτωση, επειδή υπάρχει και ενίοτε παρεμβαίνει ο θεός των Καλών Τεχνών, αγοραστής δεν βρέθηκε. Το διακοσμητικό καρουσέλ-γίγας έμεινε απούλητο. Επί τη ευκαιρία, να πούμε κάτι ακόμη, όχι λιγότερο σημαντικό: Απέναντι στα χίλια χρώματα της ζωγραφικής του Αλέξη Ακριθάκη οι έλληνες βιογράφοι πέφτουν σε κώμα. Στην Ψωροκώσταινα του 21ου αιώνα βιογραφίες καλλιτεχνών –κατά κανόνα– σημαίνει βαριά βιβλία για το σαλόνι (coffee table books) με σκληρό εξώφυλλο, ακριβό χαρτί, γυαλιστερές φωτογραφίες, λίγα λόγια και καμία κριτική ματιά. Ή πάλι, «βιογραφούν» φίλοι, συγγενείς, θαυμαστές και συλλέκτες προφορικών αφηγήσεων, προχειρογραφούν δικηγόροι, λογοτέχνες μεσαίου βεληνεκούς και άλλοι άσχετοι, τόσο με την ενδελεχή έρευνα, όσο και με την επαγγελματική δημοσιογραφία. Η ίδια η ζωή του Ακριθάκη αξίζει να γίνει βιβλίο. Διαθέτει υπερβολική δόση νεανικής τρέλας, ισόβια τάση φυγής, υψηλή Τέχνη με χίλια χρώματα και σχήματα. Και, ασφαλώς, σεξ - ντραγκς - ροκ εν ρολ, καταπώς όριζε το παραδοσιακό τρίπτυχο αυτοκαταστροφής του περασμένου αιώνα. Αλλά με κόπο από τον γραφιά. Μακάρι από τα υποβαθμισμένα πανεπιστήμιά μας ή από όσα παιδιά πηγαίνουν έξω για μεταπτυχιακά να αναδυθεί μια νέα γενιά βιογράφων, εργατικών σαν τα μερμήγκια στον καύσωνα, περίεργων και πονηρεμένων σαν τις γάτες στην ταράτσα. Γιατί; Διότι η ουρά όσων έζησαν βίους συναρπαστικούς και αξίζουν μιας αντικειμενικής βιογραφίας συνεχώς μεγαλώνει: Μάνος Χατζιδάκις, Άκης Πάνου, Δημήτρης Ροντήρης, Γιάννης Τσαρούχης, Δημήτρης Μητρόπουλος – για να αναφέρω μερικούς. Να σβήσει επιτέλους η «ντροπή» για τους ντόπιους γραφιάδες από το γεγονός ότι η τελευταία αληθινά σπουδαία βιογραφία έλληνα καλλιτέχνη («Γιώργος Σεφέρης – Περιμένοντας τον Άγγελο», εκδ. Ωκεανίδα 2003) γράφτηκε από έναν φιλότιμο Άγγλο, τον νεοελληνιστή καθηγητή Ρόντρικ Μπίτον.

Γιώργος Ι. Αλλαμανής [gallamanis@gmail.com]

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.