19/10/2018 04:56:24
11.11.2009

Η σελίδα του λοξού

Η σελίδα του λοξού - Media

◆ Πολλά αυτοκινητάκια με σπασμένα τας φρένας, με μικρές ρόδες και με σταματημένα τα φώτα σε σημεία κοντινά.

◆ Οι οδηγοί με κράνη ληγμένα και φόρμες με διαφημιστικές ετικέτες προϊόντων που αφαιρέθηκαν από τα ράφια του μπακάλικου του ορεινού χωριού με τους κοντούς με τα μπλε καπελάκια.

◆ Και εκεί που μια φωτιά έκαιγε στη μέση της χωμάτινης πλατείας, ένας ψηλός με μαύρα ρού χα, κακάσχημος και ξεχασμένος, επιβλητικός και σατανικός, με μάτια πύρινα, με χαρτιά στα χέρια, ευνοεί τον χρόνο να θυμηθεί τις παρα δόσεις, τα ήθη και τα έθιμα και τις φωτιές με τα πηδήματα.

◆ Εκεί στο μικρό χωριό με τους κοντούς με τα μπλε καπελάκια και τον μαυροντυμένο ψηλό που γελά υποχθόνια και τρέμει η γη, τρέμει κι η πλάση, τρέμουν και τα υποκατά στατα της σέλας του επί πόλου όνου.

◆ Και ενώ ταξίδευε η σκέψη στα παραμύθια…

◆ «Επιθυμώ να είμαι συντελεστής παρα γωγής μιας νέας πολιτικής, με όρους, που θα προετοιμάζουν το μέλλον» διηγείται στα μικρά παιδιά ο κύριος Αβραμόπουλος, που κάθονται και περιμένουν να χειροκρο τήσουν το μέλλον της επανιδρύσεως του παρελθόντος.

◆Και ο έξυπνος λόρδος με το παπιγιόν, αντιλαμβανόμενος την επερχό μενη ήττα, μιλά για το μέλλον αποστασι οποιημένος από την αγωνία της έκβασης του παιχνιδιού. Και οι λέξεις πρόστυχες, όταν κατευθύνονται στις λεπτομέρειες, δηλώνουν την επιθυμία του ευγενούς για την ίδρυση μιας άλλης πτέρυγας μεταχειρι σμένων τροχοφόρων. Και ονειρεύεται μια νέα παραγωγή ιδεών προσκείμενων στις γραμμές του ειδικού κοινού, αυτού με τις επίπλαστες μορφές χρήσεως της γλώσσας και της συμπεριφοράς.

◆ Και από την άλλη ο κύριος Μεϊμαράκης με το βραχύ μουστάκι, με τη βαριά φωνή, καθισμένος σε τραπεζάκι τετράγωνο με τη ρετσίνα στο καρό τραπεζομάντιλο, ομοίωμα παλαιού ασίκη, κατα φεύγει σε γκριμάτσες που υπονοούν φράσεις όπως «άσε, ρε φίλε» και «τι να μας πει τώρα η μπουχλούμπα», για να τονίσει την απέχθειά του σε οτιδήποτε ξεφεύγει από τα πατροπαράδοτα κληρονομικά δικαιώματα. Και αποφεύγοντας τη δήθεν πολιτική ορολογία, μιμούμενος την ανάσα των ανακουφισμένων στις απανταχού λεκάνες της Μεσογείου, εγχέζει επιμόνως και απροκαλύπτως εκείνους που εμπαίζουν την άλλη τάση.

◆ Κι έχουν μείνει τρεις, κι ο τρίτος κύριος Ψωμιάδης αντέχει προς το παρόν και ως νέος Έκτωρ φωνάζει «εις οιωνός άριστος αμύνε σθαι περί παράταξης», χωρίς να αντιλαμβά νεται την ανάγνωση των επικείμενων δύσκο λων ημερών και τον Όμηρο που έρχεται.

◆ Είναι λίγες μέρες τώρα που μου έχει λείψει και ο Καραμανλής. Εκείνο το «όποιος δεν τον στη ρίξει θα έχει να κάνει μαζί μου» μου προκάλεσε κατιτίς στο συναισθηματικό μου πεδίο. Μια μεγάλη ανατριχίλα, αντρίλα, ιδρωτίλα, φορτηγά, εθνική οδό, ροζιασμένα χέρια, κάματος, πόνος και μεγάλη αποφασιστικότητα.

◆ Και συνελαύνουν λοιπόν περιμένοντας το τέλος οι μνηστήρες και χασκογελά η ηλιο φάνεια.

◆ Και στους τόπους που έχει αγιογραφηθεί η εξάπλωση των ιδεών αβγά αντιστασιακά χωρίς χρώμα επανατοποθετούν την ελευθερία της έκφρασης. Αλήθεια, ποια είναι άραγε η διαφορά εκείνων που αφόριζαν κάποτε συγγραφείς με τους σημερινούς εκτοξευτές των ωών;

◆ Και αφιερώνω τη στιγμή σ’ αυτούς που χαμηλώνουν τις λέξεις αυτόν τον καιρό, που αφήνουν το στόμα να χαλαρώνει και να κρατά τις συλλαβές.

◆ Και μέσα στην πολιτική ανυπομονησία των ημερών η καθημερινή γλώσσα αντέχει κι απ’ ό,τι φαίνεται σε πείσμα των νοσταλγών των παλιομοδίτικων ελληνικών, τώρα Το Ποντίκι θα γράφεται La Souris για να ακουμπά καλύτερα στη γλώσσα που επιβάλλουν οι μοντέρνοι και ροί της εφήμερης ανάγνωσης.

◆ Αλλά ποιος νοιάζεται για τέτοια τώρα. Eδώ ο κόσμος χτενίζεται συνεχώς και αδιαλεί πτως.

Μυογράφημα

Χαμένος μέσα σε εκείνη την παρένθεση προσπάθησε να βρει την επόμενη και την προηγούμενη λέξη. Βαρύ το κάγκελο όμως. Καμιά λέξη δεν φαινόταν για να τελειώσει τον φόβο. Φοβόταν πολύ, κυκλοφορούσε πάντα με τον γιακά ανεβασμένο και το κεφάλι σκυφτό. Έκλαιγε όταν ήταν μόνος του πίσω απ’ την κουρτίνα με τους μεγά λους φιόγκους. Η μάνα του γκρίνιαζε καθημερινά να τρώει το φαΐ του και ο μπαμπάς του παρφουμαριζόταν πριν πάει να παίξει τάβλι στο καφενείο.

Σπούδασε στο πανεπιστήμιο, άκουσε τα τραγούδια τα επαναστα τικά, έβγαλε τους ορισμούς και τους έβαλε στο μυαλό του. Διάβασε κάποια βιβλία, του άρεσαν και τα κινούμενα σχέδια, αγόρασε ένα παπί και μοίραζε πίτσες στη γειτονιά για να τελειώσει το μεταπτυχιακό του.

Έβλεπε τηλεόραση τα βράδια όταν είχε ρεπό. Άκουγε ραδιόφωνο, διάβαζε εφημερίδες. Έβλεπε υπουρ γούς να κλέβουν, μανάδες να πουλούν τα παιδιά τους, παπάδες να εκπορνεύ ονται.

Κλεινόταν μέσα του ολοένα. Μετά γνώρισε τον έρωτα σε ένα συλλαλητήριο στο Σύνταγμα. Είχαν σκύψει να πιάσουν την ίδια πέτρα και κατά λάθος ακούμπησαν τα δάχτυλά τους.

Ο έρωτας έφυγε, η μάνα του γκρινιάζει ακόμα κι ο πατέρας αρωμα τίζεται για την γκόμενα. Ο υπουργός κλέβει, η μάνα εμπορεύεται κι ο παπάς εκπορνεύεται.

Και μετά έγινε πληγωμένος και θυμωμένος, πετάει πέτρες, σπάει αυτοκίνητα, γράφει προκηρύξεις και φοβάται τον εαυτό του.

Μια αγκαλιά γύρευε και δεν του έδωσαν το χέρι και τώρα φοβάται πιο πολύ και μαζί του φοβάμαι κι εγώ.

Λούνα παρκ

Στην πολύβουη πόλη με τους αδίστακτους κακοποιούς και τους πολυμήχανους αστυνόμους διεδρα ματίσθη το περιστατικό που έμελλε να χαρακτηρισθεί η μεγαλύτερη αντιπαράθεση στην ιστορία του αντα γωνισμού των διαφορετικών σχολών εφαρμογής των νόμων.

Ο μίστερ Μαρκογιαννάκης, έχων τη μορφή αστυνόμου επαρχιακής πόλεως με τα φουσκωμένα μάγουλα και τη βαριά προφορά, το γυαλισμένο αστέρι στο στήθος, μπότες, σπιρούνια και γάιδαρο ψηλό, με την εμμονή του πολυπράγμονος ιχνηλάτη, συνεχίζει να κυνηγά φαντάσματα.

Ο μίστερ Χρυσοχοΐδης με παρελθόν που θα ζήλευε και ο Κλιντ Ίστγουντ, με ντύσιμο κάζουαλ, με παπούτσι μυτερό και βλέμμα αετίσιο και με μεθόδους βγαλμένες από πολύπλοκα μυθιστορήματα, διακατέχεται από την εμμονή της ταύτισης με την υπέρτατη ερμηνεία του νόμου. Απέναντι προς αλλήλους λοιπόν στο λούνα παρκ της ιστορίας ακονίζουν τα μαχαίρια τους, ενώ οι σφαίρες και τα αβγά περιφέρο νται ανελλιπώς και αδιακρίτως προς πάσα κατεύθυνση.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.