19/06/2019 10:57:10
4.11.2015 / ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΑΛΟΥΠΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1888 στις 28-10-2015

Mια «θηλιά» δύο αιώνων

Mια «θηλιά» δύο αιώνων - Media

 

Από την αρχή της κρίσης είναι σε πρώτο πλάνο o απόλυτος πρωταγωνιστής. Αποτελεί τον μοχλό πίεσης Βρυξελλών και Βερολίνου απέναντι στη χώρα και τη μεγάλη θηλιά για όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις. Η ιστορία του ελληνικού χρέους από το 2010 κι έπειτα είναι ευρέως γνωστή στις περισσότερες πτυχές της. Πώς, για παράδειγμα, τα δημόσια χρέη απέναντι κυρίως στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα μετατράπηκαν σε διακρατικά εν μια νυκτί ή τι συνέβη με το περιβόητο PSI.
 
Η πολυαναμενόμενη – από ελληνικής πλευράς – αρχή της συζήτησης για την ελάφρυνση του χρέους προβλέπεται να ξεκινήσει, σοβαρά αυτήν τη φορά και σε πρακτικό επίπεδο, αμέσως μετά την πρώτη αξιολόγηση της τρόικας και την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Οι πιέσεις ΗΠΑ, ΔΝΤ κι Ελλάδας προς την άκαμπτη ώς τώρα Γερμανία φαίνεται ότι πιάνουν τόπο και η Μέρκελ παρουσιάζεται για πρώτη φορά διατεθειμένη να ανοίξει τα χαρτιά της γι’ αυτό το θέμα. 
 
Ο Ολάντ, εξάλλου, στην πρόσφατη επίσκεψή του στην Ελλάδα, έκανε κι αυτός λόγο για «τήρηση των δεσμεύσεων ώστε να ξεκινήσει η συζήτηση για το χρέος». Συνεπώς, μέχρι τον προσεχή Μάρτιο, όταν και ολοκληρώνεται το πρόγραμμα του ΔΝΤ, άρα θα πρέπει να ληφθεί η απόφαση ένταξής του στο νέο πλαίσιο που συμφωνήθηκε στις Βρυξέλλες στην ολονυχτία της 12ης Ιουλίου, θα έχει ξεκαθαρίσει σε μεγάλο βαθμό το τοπίο και το τι μέλλει γενέσθαι. 
 
Ωστόσο, όλες οι πλευρές και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό συμφωνούν πως η χώρα μας οδηγήθηκε στα μνημόνια λόγω της «δυναμικής του χρέους».
 
Χαριστική βολή
 
Πώς αποκτήθηκε, όμως, αυτή η δυναμική του χρέους με το πέρασμα των δεκαετιών και με τα λάθη επί λαθών κυβερνήσεων και κυβερνήσεων, αλλά και τα παιχνίδια τακτικής ξένων δυνάμεων, για να φτάσουμε αρχικά στο 2010 κι εν τέλει ώς εδώ; Με ποιον τρόπο το χρέος φούσκωνε διαρκώς μέχρι που πλέον την προηγούμενη δεκαετία έγινε ανεξέλεγκτο, με συνέπεια οι άτσαλοι προ μνημονίων χειρισμοί να δώσουν τη χαριστική βολή;
 
Φυσικά, όταν μιλάμε για διάρθρωση και δυναμική χρέους ενός κράτους που συστάθηκε πριν από δυο αιώνες το ζήτημα είναι από μόνο του πολύπλοκο και δαιδαλώδες, αφού πέρα από τους εσωτερικούς χειρισμούς υπάρχει και η αλληλεξάρτηση με άλλες χώρες, τα διεθνή τραπεζικά ιδρύματα, εσχάτως τα funds κ.λπ. Δεν μοιάζει ο κρατικός δανεισμός με τα απλοϊκά οικονομικά μιας οικογένειας ή έστω τα πιο σύνθετα μιας επιχείρησης.
 
Μερικά ερωτήματα, όμως, έχουν εν τέλει εύκολες απαντήσεις. Για παράδειγμα, ακόμα κι ένα παιδί δημοτικού θα συμπέραινε εύκολα πως, αν κάποιος ξεπλήρωνε σε μια χρονιά 1,4 δισ. δραχμές για χρεολύσια, αλλά 54 δισ. δρχ. για τόκους, τότε θα οδηγούνταν αναπόφευκτα στην πτώχευση. Αργά ή γρήγορα…
 
Η εξέλιξη του χρέους της ελληνικής οικονομίας μετά το 1821 και, ειδικά, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μοιάζει σε πολλές στιγμές του με ιστορία καθημερινής τρέλας, όπως αυτή που περιγράψαμε νωρίτερα. Οι παραδοξότητες ξεπερνούν τη λογική κι όσο πιο πίσω κοιτάει χρονικά κάποιος τόσο πιο εύκολα αντιλαμβάνεται τι ακριβώς συνέβη το 2010, όταν και έγινε το big bang. 
 
Οδυνηρή στατιστική
 
Το 1992 η Τράπεζα της Ελλάδος εξέδωσε τις «Μακροχρόνιες Στατιστικές Σειρές της Ελληνικής Οικονομίας». Μια έκδοση ξεχασμένη και δυσεύρετη μεν, πολύτιμη δε, ειδικά στις μέρες μας. Τα στοιχεία που ακολουθούν προέρχονται από εκεί και εν ολίγοις δεν αμφισβητούνται, αφού θεωρούνται τα πλέον επίσημα. 
 
Αμέσως μετά τον Β’ Π.Π., το 1948, το ελληνικό κράτος είχε συνολικές δαπάνες στον προϋπολογισμό του ύψους 3,9 δισ. δρχ. Για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους, όμως, δαπανούσε μόλις 28 εκατομμύρια δρχ., εκ των οποίων 14 εκατ. για τόκους και 14 εκατ. για χρεολύσια. 
 
Το δημόσιο χρέος την ίδια χρονιά ανερχόταν σε λιγότερο από 2 δισ. δρχ. Στα ποσά δεν περιλαμβάνονται τα προπολεμικά χρέη, τα οποία επανήλθαν στον προϋπολογισμό και ξεκίνησαν να αποπληρώνονται κανονικά από το 1963 κι έπειτα, όταν κι άρχισε να αντιστρέφεται για τα καλά η αναλογία τόκων / χρεολυσίων και οι τόκοι υπερέβαιναν κατά πολύ τα χρεολύσια. 
 
Μέσα στη δεκαετία του ’50 οι ανάγκες για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους δεκαπλασιάστηκαν στον προϋπολογισμό. Ενώ το 1950 η Ελλάδα αποπλήρωσε 32 εκατομμύρια για το χρέος, σύμφωνα με τον προϋπολογισμό, το 1959 το ποσό αυτό έφτασε στα 414 εκατ. δρχ.!
Κι όλα αυτά ενώ οι συνολικές δαπάνες του τακτικού προϋπολογισμού είχαν μόλις διπλασιαστεί από 6 δισ. το 1950 σε 13,6 δισ. δρχ. το 1959. Το δημόσιο χρέος, δηλαδή, που στο μεταξύ είχε τριπλασιαστεί από 2,6 δισ. σε 8 δισ., άρχισε σταδιακά να «τρώει» όλο και υψηλότερο ποσοστό από τις δαπάνες και ο λογαριασμός να φουσκώνει για τα καλά. 
 
Τα στοιχεία αυτά φωτίζουν όλες τις πτυχές για το πώς χτίστηκε το ελληνικό χρέος επί δεκαετίες μέχρι να ξεχειλίσει και να αποτελεί πια όχι μόνο ελληνικό ή ευρωπαϊκό, αλλά παγκόσμιο πρόβλημα. 
 
Πρακτική τοκογλυφίας 
 
Η πρώτη φορά που οι τόκοι των δανεικών είναι διπλάσιοι από τα χρεολύσια στον τακτικό προϋπολογισμό εντοπίζεται το 1964, όταν πια εντάσσονται στον... λογαριασμό κανονικά και οι προπολεμικές εκκρεμότητες. Εκείνη τη χρονιά, η οικονομική εικόνα της Ελλάδας έχει ως εξής:
  • Σύνολο δαπανών κρατικού προϋπολογισμού: 23,6 δισ. δρχ. 
  • Σύνολο εξυπηρέτησης δημοσίου χρέους: 1,6 δισ. δρχ. 
  • Τόκοι: 1,05 δισ. δρχ.
  • Χρεολύσια: 586 εκατ. 
  • Συνολικό δημόσιο χρέος: 21,4 δισ. (περιλαμβάνεται 1,3 δισ. δρχ. προπολεμικού χρέους). 
Μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια, δηλαδή συμπεριλαμβανομένης και της περιόδου της Χούντας, συνέχισε, όπως καταδεικνύουν οι προϋπολογισμοί, να αυξάνει το χρέος τη δυναμική του. Με την απαρχή της μεταπολίτευσης, το 1974, το χρέος είχε ήδη φτάσει στα 114,3 δισ. δρχ. Πενταπλάσιο σε σχέση με το 1964. Συγκεκριμένα:
 
Στον τακτικό προϋπολογισμό του 1973, με το χρέος πια στα 94 δισ. δρχ., υπήρχαν συνολικές δαπάνες 79 δισ. δρχ. Για τον μεγάλο βραχνά δόθηκαν 10 δισ., εκ των οποίων 5,1 δισ. για τόκους και 4,9 για χρεολύσια. 
 
Το 1974 οι δαπάνες ανέβηκαν απότομα στα 104 δισ. (λόγω και του Κυπριακού) και για το χρέος αποπληρώθηκαν 11,7 δισ., με τους τόκους στα 7,5 δισ. και τα χρεολύσια στα 4,2 δισ. Οι αυξημένες ανάγκες λόγω εξοπλισμών μετά την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο εκτροχίασαν εντελώς πια την κατάσταση στην ελληνική οικονομία. Και άμεσα μάλιστα.
 
Μόλις τρία χρόνια μετά, το 1977, οι δαπάνες του προϋπολογισμού είχαν κιόλας διπλασιαστεί, από τα 104 δισ., στα 209 δισ. δρχ. Περισσότερο από το 1/10, δηλαδή τα 22,7 δισ., πήγαινε πια για τις ανάγκες του χρέους, που, ακόμα κι αν κοβόταν ένα κεφάλι, εξακολουθούσε να δημιουργεί άλλα πέντε σαν τη Λερναία Ύδρα. 
 
Το 1979 παρατηρείται το πρώτο εξωφρενικό παράδοξο η Ελλάδα να πληρώνει 32,9 δισ. για τόκους και μόνο 2,9 δισ. για χρεολύσια! Αυτή η τάση στις δαπάνες για αποπληρωμή χρέους συνεχίστηκε και τις επόμενες χρονιές, αφού ήδη είχαν ληφθεί από το παρελθόν «βαριά» δάνεια, τα προπολεμικά «έτρεχαν» σταθερά, ενώ υπήρχαν διαρκώς και νέες δανειοδοτήσεις.
  • 1979: Τόκοι 32 δισ., χρεολύσια 2,9 δισ. 
  • 1980: Τόκοι 43 δισ., χρεολύσια 1,8 δισ.
  • 1981: Τόκοι 54,5 δισ., χρεολύσια 1,4 δισ.
  • 1982: Τόκοι 59,6 δισ., χρεολύσια 4,8 δισ.
  • 1983: Τόκοι 96 δισ., χρεολύσια 4,89 δισ. 
  • 1984: Τόκοι 157 δισ., χρεολύσια 23,5 δισ.
  • 1985: Τόκοι 235 δισ., χρεολύσια 44,8 δισ. 
Να σημειωθεί ότι έχουν αρχίσει πια να περιλαμβάνονται και τα δάνεια της Τράπεζας της Ελλάδος προς το ελληνικό Δημόσιο, τόσο σε δραχμές όσο και σε ξένο νόμισμα. 
 
Στο μεταξύ, το δημόσιο χρέος της χώρας τη δεκαετία 1974-84 εκτινάχθηκε από τα 114,3 δισ. στα 1,8 τρισ. δρχ. Κι από το 1984 ώς το 1990 σχεδόν εξαπλασιάστηκε, στα 9,4 τρισ. 
 
Ένα άλλο... ανατριχιαστικό στοιχείο που αποδεικνύει το πώς η χώρα δέθηκε χειροπόδαρα από το χρέος μεταπολεμικά είναι και το εξής:
 
Μεταξύ 1984-1990 το σύνολο των δαπανών του τακτικού προϋπολογισμού τετραπλασιάστηκε από 1,1 τρισ. σε 4,6 τρισ. δρχ. Απ’ αυτές τις δαπάνες πήγαιναν το 1984 για το χρέος τα 181 δισ. (το 1/6 των δαπανών του προϋπολογισμού), όμως το 1990 το ποσό για το χρέος ξεπέρασε το 1,5 τρισ., δηλαδή το 1/3 των συνολικών δαπανών!!! Μόνο για τόκους το ελληνικό Δημόσιο πλήρωσε το 1990 ένα ασύλληπτο «πακέτο» της τάξης των 1,175 τρισ.! Και για χρεολύσια... 333 δισ. δρχ. 
 
Ιστορία πτωχεύσεων
 
Με λίγα λόγια, η φόρα προς τον γκρεμό του 2010 μέσω του χρέους ξεκίνησε από πολύ παλιά, αμέσως μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, για να μην πούμε μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, κάτι που αποδεικνύεται κι από τις συχνές πτωχεύσεις στη νεότερη ελληνική Ιστορία.
 
Κανένα κράτος δεν θα μπορούσε να επιβιώσει μακροπρόθεσμα όταν σε καθεστώς άλλης – προ παγκοσμιοποίησης – οικονομίας και εντελώς διαφορετικών διεθνών συγκυριών, σε εκείνες τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, υποχρεωνόταν κάθε χρόνο να εξοφλεί το χρέος με το γιγαντιαίο για τα δεδομένα της εποχής 1/3 των συνολικών δαπανών του. Και, μάλιστα, να δίνει το 1/4 των δαπανών στους τόκους, λόγω φυσικά και των υπέρογκων επιτοκίων δανεισμού. Ήταν αναπόφευκτο να δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος δανεισμού και κόντρα δανεισμού για την εξυπηρέτηση των αναγκών, από τον οποίο ήταν απίθανη η έξοδος μελλοντικά. 
 
Μην ξεχνάμε ότι η σπίθα για το κραχ του 2010 προήλθε από ένα δεκαετές ομόλογο 10 δισ. ευρώ που έληγε κι έπρεπε να αποπληρωθεί το κεφάλαιό του τον Μάιο, ενώ και φέτος η Ελλάδα δεν μπόρεσε να εξυπηρετήσει το χρεολύσιο απέναντι στο ΔΝΤ. 
 
Τα υπόλοιπα είναι πάνω - κάτω γνωστά. Το ελληνικό χρέος, μιλώντας σε ευρώ πια, από τα 86 δισ. του 1995 έφτασε στα 329 δισ. ευρώ τη «χρονιά μηδέν», δηλαδή το 2010 όταν κι έσκασε το κανόνι. Ο «φτηνός δανεισμός» στα πρώτα χρόνια επί ευρώ, από το 2002, εξελίχθηκε από... πάρτι σε ένα ακόμα εφιαλτικό hangover για την αιχμάλωτη στις... αιώνιες παθογένειές της ελληνική οικονομία, με όλες τις συσσωρευμένες υπερβολές, αστοχίες κι αδιόρθωτες αδυναμίες του παρελθόντος, αλλά και τις πανταχού παρούσες έξωθεν πιέσεις. 
 
Μια χρονιά πριν γίνει η έκρηξη του 2010, η Ελλάδα είχε πια εκτροχιαστεί εντελώς. Πλήρωσε για τόκους 12,2 δισ. και το εξωφρενικό ποσό των 66 δισ. για χρεολύσια, υπερβολή από το αντίθετο άκρο αυτήν τη φορά λόγω των ακραίων συνθηκών στην αγκομαχούσα οικονομία αφού είχε «ανάψει» για τα καλά και ο βραχυπρόθεσμος δανεισμός, μάλιστα έναντι προβλέψεων για μόνο 29 δισ. στον τακτικό προϋπολογισμό. Κι όλα αυτά σε σύνολο δαπανών 146 δισ. Περισσότερες από τις μισές δαπάνες πήγαν στο χρέος το 2009! Με την οικονομία να παραπαίει και να κρέμονται όλα από μια κλωστή. 
 
Για να έχουμε και μια σχετική εικόνα του σήμερα, ο ΟΔΔΗΧ είχε γνωστοποιήσει πέρυσι τα ποσά που αφορούν το υπάρχον χρέος και τη μελλοντική αποπληρωμή του, με την ισχύουσα διάρθρωση, σε δισεκατομμύρια ευρώ:
  • Έτος 2014: χρεολύσια 24,900 - τόκοι 6,026
  • Έτος 2015: χρεολύσια 16,018 - τόκοι 5,878
  • Έτος 2016: χρεολύσια 7,075 - τόκοι 6,028
  • Έτος 2017: χρεολύσια 7,480 - τόκοι 6,405
  • Έτος 2018: χρεολύσια 4,672 - τόκοι 6,590
Το 2022, όμως, σύμφωνα με τον ΟΔΔΗΧ, η Ελλάδα θα πρέπει πάλι να αποπληρώνει, εφόσον δεν αλλάξει κάτι στο χρέος, για τόκους 24,4 δισ. ευρώ και για χρεολύσια 8,8 δισ. Και το 2023 για χρεολύσια 11,1 δισ. και για τόκους 17,5 δισ. Κάτι μας θυμίζει αυτό! Λάθη του παρελθόντος πάνε να επαναληφθούν. Αν και μετά, και μέχρι το 2030, ισορροπεί ξανά η κατάσταση μεταξύ τόκων - χρεολυσίων, ωστόσο η ελάφρυνση του ογκόλιθου του χρέους, όπως και να ’χει, αποτελεί μια επιτακτική ανάγκη και σ’ αυτό συμφωνούν πια όλοι. Ακόμα και η Γερμανία πλέον, έστω και απρόθυμα...

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.