25/09/2018 21:05:27

Η Ανώτατη Εκπαίδευση και ο δήθεν «Εθνικός διάλογος για την Παιδεία»

 

Σε παλαιότερο κείμενό μας είχαμε επισημάνει το ψευδεπίγραφο του «Εθνικού διαλόγου για την Παιδεία»[i], που λαμβάνει χώρα τούτο τον καιρό, με καταληκτική ημερομηνία  τον Απρίλιο αυτού του έτους. Είναι ψευδεπίγραφος αυτός ο διάλογος, γιατί για να είναι «εθνικός» πρέπει να γίνει μόνο μεταξύ νομιμοποιημένων εκπροσώπων της κοινωνίας και όχι μεταξύ ατόμων που επιλέχθηκαν από τον Υπουργό – όσο εγγράμματα και αν είναι τα άτομα αυτά- και γιατί ως «εθνικός»   δεν έπρεπε να γίνεται μόνο μεταξύ καθηγητών, όσο εγγράμματοι και αν είναι αυτοί. Η Παιδεία αφορά την κοινωνία και την ανάπτυξή της, η οποία ανάπτυξη είναι κοινωνική, πολιτιστική και οικονομική,  αφορά τον τρόπο ύπαρξης και εξέλιξης των κοινωνιών. Σε έναν πραγματικά «εθνικό» διάλογο για την Παιδεία οφείλουν να έχουν λόγο οι εκπρόσωποι των θεσμοθετημένων οργάνων της Πολιτείας για την Ανάπτυξη και τον Πολιτισμό, βεβαίως και καθηγητές ως εκπρόσωποι των εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, εκπρόσωποι των παραγωγικών τάξεων, εκπρόσωποι των επιστημονικών και επαγγελματικών Επιμελητηρίων, καθώς και εκπρόσωποι των Περιφερειών της χώρας. Θα εξηγήσουμε πιο κάτω το γιατί.

Εδώ, θα περιοριστούμε σε ένα θέμα που δείχνει να ταλαιπωρείται, χρόνια τώρα, από στενές συντεχνιακές και μικροπολιτικές σκοπιμότητες, με δυσμενή επίπτωση στην ανάπτυξη της χώρας.  Στο ζήτημα της Ανώτατης Εκπαίδευσης.  Ας ξεκινήσουμε από τους στόχους της. Τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα μια χώρας στοχεύουν στην ανάπτυξη της ίδιας της χώρας ως συλλογικής οντότητας, όπως και  των πολιτών της, ως άτομα και ως μέλη των τοπικών κοινωνιών της. Αυτή η ανάπτυξη προϋποθέτει ως στόχο τη  συμμετοχή της χώρας αυτής στην παγκόσμια αλματώδη εξέλιξη της γνώσης και των επιστημών, συμμετοχή της στην οικοδόμηση του πολιτισμού του μέλλοντος, μέλλον που πλέον έρχεται γρηγορότερα απ’ ότι ερχόταν παλιά. Τις τελευταίες δεκαετίες, βλέπουμε την Ιστορία να εξελίσσεται σαν κινηματογραφική ταινία μπρός στα μάτια μας,  οι επόμενες γενιές θα τη βλέπουν να περνά από μπροστά τους ακόμα γρηγορότερα.  Οφείλουμε και να την προλαβαίνουμε, αλλά και να την προβλέπουμε και να την σχεδιάζουμε.  

Μιλάμε για ενιαία Ανώτατη Εκπαίδευση. Δεν πρόκειται περί του γνωστού προεκλογικού συνθήματος κομμάτων, πρόκειται περί ευρωπαϊκής αλλά και παγκόσμιας πλέον πραγματικότητας[ii]. Τα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης υπακούουν σε διεθνείς κανόνες περί των ετών φοίτησης σε αυτά. Οι επαγγελματικές και τεχνικές Σχολές απαιτούν ένα, δύο ή τρία έτη σπουδών, και ονομάζονται επαγγελματικές ή τεχνικές Σχολές. Η Ανώτατη Εκπαίδευση εξυπηρετείται από Εκπαιδευτικά Ιδρύματα με τέσσερα ή και τρία χρόνια σπουδών[iii], που ονομάζονται Πανεπιστήμια. Ο πέμπτος χρόνος – ή τα δύο χρόνια μετά τα τρία -  καταλήγει σε απόκτηση τίτλου που λέγεται Master, τα επόμενα δύο ή τρία χρόνια σε διδακτορικό τίτλο. Είναι κανόνες απαράβατοι, για να μπορούμε και να συνεννοηθούμε μεταξύ μας. Σε πολλές χώρες πολλά Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα – δηλαδή τεσσάρων ετών ή και τριών - διατηρούν λόγω παραδόσεως τον παλαιό τους τίτλο, στη  διεθνή τους  όμως παρουσία ονομάζονται Πανεπιστήμια, όπως π.χ. το ημέτερο Πολυτεχνείο. Άρα δεν μπορούμε να παίζουμε με το ζήτημα αυτό. Όλα τα εκπαιδευτικά Ιδρύματα της χώρας μας που απαιτούν τέσσερα έτη σπουδών, πρέπει να ονομάζονται Πανεπιστήμια, δηλαδή τα ΤΕΙ. Στην περίπτωση μάλιστα αυτή, οφείλουμε να διορθώσουμε το θέμα αμέσως τώρα, γιατί πέραν του ότι είμαστε αναγκασμένοι να το κάνουμε με βάση τη διεθνή πραγματικότητα και τις διεθνείς συμβάσεις στις οποίες και θεσμικά οφείλουμε να υπακούσουμε, κωλυσιεργώντας εγκληματούμε κατά της ανάπτυξης της χώρας (και της οικονομίας της) και των χιλιάδων πτυχιούχων που φοιτούν σε αυτά.  Αλλά, ομοίως, πρέπει να διορθώσουμε και τα ανορθολογικά λειτουργούντα Πανεπιστημιακά Τμήματα (που είναι πολλά). 

Παρά του ότι θεσμικά τα ΤΕΙ και τα Πανεπιστήμια  βρίσκονται στην ίδια εκπαιδευτική βαθμίδα – βάσει των ισχυουσών νομοθετικών διατάξεων- και απαιτούν παρόμοια ακαδημαϊκά χαρακτηριστικά για τους διδάσκοντες σε αυτά, είναι δηλαδή και τα δύο  Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της χώρας, συντηρείται στην κοινή γνώμη η άποψη πως τα ΤΕΙ   βρίσκονται σε χαμηλότερο επίπεδο. Οι τηλεοπτικοί σταθμοί και οι εφημερίδες εμμένουν στη  λεκτική και δήθεν ποιοτική διαφοροποίησή τους, μιλώντας για ΑΕΙ και ΤΕΙ.  Τα ΤΕΙ όμως είναι τετραετή εκπαιδευτικά Ιδρύματα με προσωπικό προδιαγραφών όμοιων ή και ενίοτε απαιτητικότερων αυτών των τετραετών Πανεπιστημιακών Τμημάτων.  Δεν μπορούν να μην ονομάζονται Πανεπιστήμια, αν μη τι άλλο αυτό δεν συνάδει με τα διεθνώς ισχύοντα για 4ετή Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Πόσο μάλλον τώρα που αργά ή γρήγορα θα εγκαθιδρυθούν και επισήμως –καλώς ή κακώς- Ιδιωτικά Πανεπιστήμια. Τα ΤΕΙ θα ατονήσουν έως εξαφανίσεως, λόγω της συστηματικής και σχεδόν προπαγανδιστικής λεκτικής απαξίωσής τους από τα ΜΜΕ, παρά του ότι η Πολιτεία έχει επενδύσει σε αυτά, με αξιόλογους καθηγητές και κτηριακές εγκαταστάσεις. Με άλλα λόγια η Πολιτεία επενδύει σε ανθρώπινο δυναμικό και σε νέους της χώρας που εξαπατά, σε Εκπαιδευτικά Ιδρύματα που από τη μια μεριά έχουν αποδείξει τη χρησιμότητά τους για την ανάπτυξη της χώρας, από την άλλη όμως παρατύπως και καταστρατηγώντας διεθνείς συνθήκες και πραγματικότητες, η ίδια τα οδηγεί σε μαρασμό. Τα ΤΕΙ προφανώς και έλκουν την καταγωγή τους από τα ΚΑΤΕΕ, που πράγματι υπήρξαν η ενδιάμεση βαθμίδα μεταξύ χειρωνακτών και επιστημόνων. Όμως και οι απαιτήσεις της κοινωνίας έχουν εξελιχθεί και πρώην πρακτικές που θεραπεύονταν από αυτήν την τότε ενδιάμεση βαθμίδα, μετετράπηκαν σε απαιτητικές επιστήμες. Ο ηλεκτρονικός του 2000   δεν ασχολείται πλέον με τα τρανζιστοράκια που ασχολούνταν ο ηλεκτρονικός του 1950, ούτε ο πολιτικός μηχανικός  ασχολείται με το χτίσιμο πέτρινων οικοδομών, όπως ο κτίστης του 1900. Γι’ αυτό και το Πολυτεχνείο από πρώην σχολή πετράδων μονοετούς ή διετούς φοίτησης έγινε σχολή μηχανικών αρχικώς τριετούς, εν συνεχεία τετραετούς και σήμερα   πενταετούς φοίτησης, γι’ αυτό και τα ΚΑΤΕΕ από ενδιάμεσες σχολές διετούς και τριετούς φοίτησης έγιναν ΤΕΙ τετραετούς φοίτησης και τέθηκαν φυσιολογικά στο επίπεδο των Πανεπιστημίων. Την ενδιάμεση εκπαιδευτική βαθμίδα, βαθμίδα που πρέπει να υπάρχει, καταλαμβάνουν   σήμερα τα ΙΕΚ, που εν πολλοίς επιτελούν σημαντικό έργο. Τα δε πτυχία που δίνουν Πανεπιστήμια πενταετούς φοίτησης – Πολυτεχνεία και Γεωπονικές σχολές- πρέπει να αναγνωριστούν ως επιπέδου Master, γιατί αυτό ισχύει διεθνώς και   οφείλουμε  να υιοθετήσουμε την εγκαθιδρυμένη   διεθνή ορολογία.  

Τα προβλήματα όμως δεν λύνονται μόνο με αυτήν τη δόκιμη (και υποχρεωτική) μετονομασία των ΤΕΙ σε Πανεπιστήμια και με την διατήρηση ως έχουν των υφιστάμενων Πανεπιστημιακών Τμημάτων. Τούτο γιατί  υπάρχουν πολλά Τμήματα Πανεπιστημίων και ΤΕΙ που δεν έπρεπε να υπάρχουν ή δεν έπρεπε να είναι τετραετούς φοιτήσεως Ιδρύματα. Το ζήτημα αυτό μάλιστα άπτεται εν πολλοίς του κοινού ποινικού δικαίου, γιατί εξαπατώνται πολλοί νέοι της χώρας μας και οι οικογένειές τους και ακόμα περισσότερο,  βλάπτεται και η  ανάπτυξη της χώρας. Εξηγούμεθα:  

Πολλά Τμήματα Πανεπιστημίων και ΤΕΙ είναι τόσο πολύ εξειδικευμένα,  που θα μπορούσαν αντί να ταλαιπωρούν τους νέους της χώρας με πολυετείς και δαπανηρές σπουδές σε αυτά, για να πάρουν γνώσεις και πτυχία που ουδέποτε θα χρησιμοποιήσουν – κατά τη συντριπτική πλειονότητα των αποφοίτων τους-   να μετατραπούν σε μεταπτυχιακά προγράμματα άλλων Πανεπιστημιακών Τμημάτων.

 

Πολλά  Τμήματα Πανεπιστημίων και ΤΕΙ συνενώνουν σε ένα πτυχίο διαφορετικές εξειδικεύσεις, εξειδικεύσεις που όμως προϋποθέτουν ειδική προπτυχιακή πανεπιστημιακή εκπαίδευση σε διαφορετικού γνωσιολογικού περιεχομένου Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Αυτά τα ανορθολογικά   λειτουργούντα σήμερα τετραετή Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση δημιουργίας μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών,  για ήδη πτυχιούχους διαφορετικών πανεπιστημιακών Τμημάτων.

 

Υπάρχουν Τμήματα απολύτως παράλογα, ενίοτε με ανομολόγητο περιεχόμενο, δηλαδή περιεχόμενο που δεν περιγράφεται με σαφήνεια και που ίσως να αναζητιέται ακόμα.  

 

Οφείλουμε, τέλος, να επισημάνουμε στις τοπικές κοινωνίες πως η ανάπτυξη δεν έγκειται στη λειτουργία καφετεριών και στην ενοικίαση διαμερισμάτων, με δήθεν Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα που οσονούπω θα πάψουν να έλκουν φοιτητές. Άλλωστε αυτές οι «φούσκες» έχουν ήδη αρχίσει να αποκαλύπτονται ως τέτοιες. Σήμερα, όλες οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν   υιοθετήσει την ανάγκη ανάπτυξης των Περιφερειών τους, δεδομένου ότι η Ευρώπη ολοένα και περισσότερο καθίσταται Ένωση Περιφερειών και λιγότερο ένωση Εθνών-κρατών.   Οφείλουν οι Περιφέρειες να αναπτύξουν τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα, μέσω «ολοκληρωμένων χωρικών αναπτυξιακών  στρατηγικών»,   τα περίφημα ITDS (Integrated Territorial Development Strategy).  Θα λέγαμε λοιπόν, πως ναι μεν πρέπει να επιδιώκουν να δημιουργούν ευρύτερης εμβέλειας εκπαιδευτικά κέντρα, αλλά πρωτίστως να ενδιαφέρονται  για τη στήριξη των καθαρά δικών τους παραγωγικών δυνατοτήτων. Οφείλουν να μεριμνήσουν για τη δημιουργία Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων προς αυτήν την κατεύθυνση, οφείλει η Πολιτεία να τους παράσχει προς τούτο κάθε βοήθεια, οφείλουν οι Περιφερειακές Διοικήσεις να αναλάβουν σοβαρά το ρόλο τους.

 

 Βεβαίως, ως συμπλήρωμα των ανωτέρω, θα πρέπει να δοθεί ευελιξία και δυνατότητα κινητικότητας μεταξύ των Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων. Ένας π.χ. απόφοιτος Σχολής Βιολογικής Γεωργίας ή Ιχθυοκαλλιέργειας, σε Περιφέρειες που έχουν αυτές τις παραγωγικές δυνατότητες-συγκριτικά αναπτυξιακά πλεονεκτήματα, να μπορεί να ακολουθήσει φοίτηση επικεντρωμένη στην έρευνα σε Πανεπιστημιακά Τμήματα.  

 

 Τέλος θα πρέπει να κατανοήσουν όλοι πως το πρόβλημα της χρηματοδότησης δεν εντοπίζεται μόνο στο ύψος του ποσού, αλλά και στον τρόπο διαχείρισής του. Έχουμε την άποψη πως τα ανωτέρω θα εξορθολογήσουν τις δαπάνες, απελευθερώνοντας πόρους προς εκεί που πραγματικά χρειάζονται, δηλαδή θα τις καταστήσουν ευρύτερα ανταποδοτικές.

 

 Οφείλει η Πολιτεία να εξορθολογήσει της Ανώτατη Εκπαίδευση της χώρας, οφείλει να κατανοήσει τους πραγματικούς στόχους των Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, οφείλει να χειραφετηθεί κάθε συντεχνιακής διεκδίκησης και συνδικαλιστικής πατρωνίας. Οφείλει η Πολιτεία να «θέσει τον δάκτυλο επί των τύπων των ήλων», θεραπεύοντας αμαρτίες δεκαετιών, εποχές που οι  πολιτικοί παράγοντες αναζητούσαν ψήφους στους τοπικούς εργολάβους και   κοτζαμπάσηδες, αδιαφορώντας για το πραγματικό συμφέρον των Περιφερειών τους.  Θα προσφέρει μεγάλη υπηρεσία για το μέλλον της χώρας.  

 

[i] Ν. Χιωτίνης, «Ο εθνικός διάλογος για την Παιδεία», http://www.topontiki.gr/article/152130/o-ethnikos-dialogos-gia-tin-paideia

[ii] Το ΚΚΕ που πρότασσε το σύνθημα αυτό στα προγράμματά του υπήρξε εδώ ευρωπαϊκότερο των υπολοίπων κομμάτων

[iii] Η Συνθήκη της Μπολόνια δίνει αυτήν την ευελιξία των τριών ετών (συν δύο για Master) αλλά δεν είναι υποχρεωτικό. Ο κανών είναι τρία ή τέσσερα.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.