22/03/2019 03:06:03

Μια εναλλακτική προσέγγιση στην οικονομική διακυβέρνηση της Ελλάδας

Τους τελευταίους μήνες, η οικονομία της Ελλάδας έχει υποστεί μια σημαντική ύφεση και υποχώρηση στην αναπτυξιακή της πορεία. Στην πραγματικότητα αρκετοί είναι αυτοί που πιστεύουν ότι η Ελλάδα δεν έχει στρατηγική, δεν έχει θέσει στρατηγικούς στόχους και κατά συνέπεια οι πολιτικές της επιλογές χαρακτηρίζονται από βραχυχρόνια οφέλη και καιροσκοπισμό με συνέπεια να μην μπορεί να πληρώσει τα χρέη της, να αναγκαστεί να προβεί σε αναδιάρθρωση ή ακόμα και σε χρεοκοπία.

Μετά την υπογραφή του μνημονίου και τις αρνητικές συνέπειες της εφαρμογής του, έχει ανοίξει ένας διάλογος διερεύνησης εναλλακτικών επιλογών, εάν υπάρχουν βιώσιμες εναλλακτικές οικονομικές πολιτικές και λύσεις, πέραν όσων πρόχειρα και «σε μια νύχτα» όπως λέγεται ότι συμφωνήθηκαν με διακύβευμα την πτώχευση της Ελλάδας. Για να διαπιστώσει όμως κάποιος τι επιλογές έχει για το μέλλον πρέπει να δει τι γινόταν στο πρόσφατο παρελθόν.

Ποια όμως είναι ουσιαστικά η οικονομική διακυβέρνηση της Ελλάδας τις τελευταίες δεκαετίες;

Η Ελλάδα είναι ίσως η μοναδική χώρα που έχει εφαρμόσει, για μεγάλο χρονικό διάστημα, ένα υβριδικό μοντέλο καπιταλισμού και σοσιαλισμού. Για κακή της τύχη και τα δύο συστήματα έχουν αποτύχει, ο σοσιαλισμός με την πτώση (και πτώχευση) της Σοβιετικής Ένωσης, ενώ ο καπιταλισμός αποτελεί αδιέξοδο ακόμα και για τις ΗΠΑ που καλούνται να διαχειριστούν ένα συσσωρευμένο χρέος περίπου 14 τρισ. δολαρίων.

Σοσιαλισμός ή όλα τα λεφτά σε λίγα χέρια

Χαρακτηριστικό της οικονομικής διακυβέρνησης του σοσιαλισμού είναι ο συγκεντρωτισμός και ο σημαντικός ρόλος του κράτους στην οικονομία της χώρας. Σε ακραίες καταστάσεις, όπως είναι τα κομμουνιστικά καθεστώτα, όλα τα λεφτά ρέουν μέσα από κρατικούς μηχανισμούς που έχουν την εξουσία να πράττουν έτσι. Η συγκέντρωση όμως προκαλεί μια σειρά από δυσλειτουργίες με πρώτη τη διαφθορά. Επίσης, ο ιδιωτικός τομέας και ό,τι αυτός συνεπάγεται (θέσεις εργασίας, ανάπτυξη, καινοτομία, ανταγωνιστικότητα) ασφυκτιά, ενώ η παραοικονομία ανθεί. Αυτού του τύπου οικονομική διακυβέρνηση μπορεί να μην υπάρχει σε απόλυτο βαθμό αλλά και σχετικό βαθμό, και έτσι «όλα τα λεφτά σε λίγα χέρια» να περάσει στο «πολλά λεφτά σε λίγα χέρια». Αυτό το μοντέλο διακυβέρνησης ίσως χαρακτήριζε και την σοσιαλιστική Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες. Για παράδειγμα, ο διορισμός στο δημόσιο, όνειρο χιλιάδων νέων και των γονέων τους, αποτελούσε, και αποτελεί ίσως ακόμα και τώρα, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα σοσιαλιστικού τύπου οικονομικής διακυβέρνησης, που το κράτος αποτελεί εξασφάλιση και εγγύηση για το μέλλον των παιδιών. Το ίδιο κράτος που τώρα δυσκολεύεται να πληρώσει μισθούς και συντάξεις. Επίσης, οι κρατικές δαπάνες και οι κρατικές προμήθειες, που η διαχείρισή τους γινόταν, και γίνεται ακόμα, από «λίγα χέρια» είχε σαν αποτέλεσμα οι λίγοι και εκλεκτοί να προοδεύουν (οικονομικά τουλάχιστον) και οι υπόλοιποι να είναι αφημένοι στην τύχη τους. Το σύστημα αυτό, παρόλο που ξορκίζεται με συνθήματα τύπου «φέρτε πίσω τα κλεμμένα» υποστηρίζεται από μια κουλτούρα που έχει καλλιεργηθεί επί 30 τουλάχιστον χρόνια και προφανώς δεν γίνεται να αλλάξει μέσα σε λίγους μήνες.

Καπιταλισμός και η φούσκα του εύκολου χρήματος

Η άλλη συνιστώσα του υβριδικού συστήματος οικονομικής διακυβέρνησης που εφαρμόζεται παράλληλα στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες, φέρει και υποστηρίζει τις τράπεζες να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας. Το να δανειστεί το κράτος αλλά και οι επιχειρήσεις και οι πολίτες για να καλύψουν τις ανάγκες τους, είναι κάτι τόσο προφανές, που πλέον θεωρείται δεδομένο ακόμα και αυτονόητο. Ακόμα και ακραίες καταστάσεις όπως ήταν στο παρελθόν, π.χ., τα δάνεια για διακοπές κ.ά., οι πολίτες τις θεωρούσαν ως έναν βαθμό φυσιολογικές. Ο υπέρμετρος δανεισμός όμως δημιουργεί μια «φούσκα», δηλαδή μια υπεραξία στα αγαθά, η οποία είναι πλασματική και η οποία δεν σχετίζεται με το πραγματικό κόστος και χρησιμότητα των αγαθών.

Ένα πρόχειρο παράδειγμα

Για να δούμε τη στρέβλωση που φέρνει ο υπέρμετρος δανεισμός στην οικονομία μιας χώρας, και ειδικότερα της Ελλάδας, ας δούμε το εξής παράδειγμα.

Ένας δημόσιος υπάλληλος στην Ελλάδα αποφασίζει να αγοράσει ένα διαμέρισμα 100 τ.μ. για την οικογένειά του το 2005, όταν φαινομενικά η οικονομία της χώρας ήταν ισχυρή και η ανάπτυξη σημαντική. Έστω ότι το κόστος κατασκευής ήταν 1.000 ευρώ / τ.μ. Η εμπορική τιμή πώλησης, όμως, ακριβώς λόγω και της ευκολίας λήψης στεγαστικού δανείου από τα πιστωτικά ιδρύματα, ήταν περίπου 3.000 ευρώ/ τ.μ. Εάν ο δημόσιος υπάλληλος λάμβανε τότε ένα δάνειο για 300.000 ευρώ για 30 χρόνια το ποσό που θα πλήρωνε συνολικά θα ήταν 600.000 ευρώ. Το δημόσιο με τη σειρά του για να πληρώσει την αμοιβή του δημόσιου υπαλλήλου, με τη συνήθη τακτική του, θα λάμβανε δάνειο για να πληρώσει τις 600.000 στον δημόσιο υπάλληλο τα 30 έτη υπηρεσία του. Το συνολικό ποσό με «φυσιολογικά» spreads 3%-4% θα έφθανε περίπου το 1.000.000 ευρώ. Δηλαδή για ένα αγαθό που κοστίζει 100.000 ευρώ το ποσό που δαπανάται είναι 1.000.000 ευρώ. Εδώ να σημειωθεί ότι τα ποσά του παραδείγματος είναι κατά προσέγγιση ακριβώς για να αποτυπώσουν τη φούσκα του εύκολου χρήματος. Η κατάληξη λοιπόν είναι ότι ένα αγαθό (το διαμέρισμα εν προκειμένω) που κοστίζει 1.000 ευρώ καταλήγει να πληρώνεται 10.000 ευρώ (ανά μονάδα, εδώ η μονάδα είναι το τ.μ.), δηλαδή ο καπιταλισμός δεκαπλασιάζει την αξία των αγαθών. Την ίδια χρονιά, ένα φυσιολογικό περιθώριο κέρδους θα ήταν 20% -30% ανάλογα του κλάδου της οικονομίας κ.λπ. Το ερώτημα είναι αφού η ψαλίδα τιμών είναι τόσο μεγάλη (1.000% αντί 20%) γιατί γίνεται κάτι τέτοιο, γιατί το κράτος ή κάποιος άλλος δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα. Η απάντηση είναι μάλλον απλή, επειδή τουλάχιστον μέχρι τώρα φαινόταν ότι κέρδιζαν όλοι: κέρδιζε ο κατασκευαστής, ο ιδιοκτήτης, ο μεσίτης, ο αγοραστής, το κράτος που είχε ανάπτυξη η χώρα, αλλά κυρίως κέρδιζαν οι τράπεζες, γιατί το μεγαλύτερο ποσό από τη φούσκα πήγαινε σε αυτές. Εδώ ίσως αξίζει να σημειωθεί ότι το κόστος κατασκευής 1.000 ευρώ θα ήταν ακόμα χαμηλότερο αν το κράτος δεν είχε τόσο μεγάλη παρέμβαση στην αγορά μέσω φόρων, ΦΠΑ και άλλων επιβαρύνσεων. Δηλαδή αν το κόστος κατασκευής κατέβαινε από 1.000 ευρώ, π.χ., στα 600 ευρώ (κάτι μάλλον ρεαλιστικό, αν αφαιρεθούν φόροι, επιβαρύνσεις κ.λπ.), η φούσκα από 10πλάσια θα ήταν 15πλάσια (πάλι τα ποσά είναι κατά προσέγγιση).

Και τώρα τι;

Φυσικά το να μένει κανείς σε διαπιστώσεις δεν είναι αρκετό, τα ερωτήματα λοιπόν αφορούν τι μπορεί να γίνει από εδώ και πέρα. Ουσιαστικά, όσον αφορά την οικονομική διακυβέρνηση, μπορεί να αλλάξει κάτι, είναι ρεαλιστικό να αλλάξουμε το υβριδικό μοντέλο και να πάμε σε ένα πιο «καθαρό» μοντέλο οικονομικής διακυβέρνησης;

Μπορούμε να ζήσουμε χωρίς τα λεφτά του κ. Σόρος και άλλων μεγαλο-επενδυτών;

Η απάντηση είναι μάλλον όχι. Τουλάχιστον όπως λειτουργεί έως τώρα η Ελλάδα ως χώρα δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς δανεικά. Τα δανεικά χρήματα λειτουργούν λίγο - πολύ σαν ναρκωτικό, «ντοπάρουν» μια επιχείρηση, έναν οργανισμό ή και μια χώρα ακόμα για να παραγάγει περισσότερο ή να προβεί σε διαρθρωτικές αλλαγές, για σύντομο όμως χρονικό διάστημα. Για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα δημιουργούν εξάρτηση και γεννούν υποχρεώσεις για νέα δάνεια για να αποπληρωθούν τα προηγούμενα δανεικά. Ακόμα και η πτώχευση, η αδυναμία δηλαδή πληρωμής, δεν συνιστά απεξάρτηση, αλλά μια προσωρινή στάση σε μια ατέρμονη κυκλική διαδρομή χρέους. Μια σημαντική απεξάρτηση θα απαιτούσε μεγάλο χρονικό ορίζοντα, ίσως και πέραν της δεκαετίας.

Μια λύση είναι η εγκαθίδρυση ενός συστήματος μη-χρηματικών συναλλαγών. Για παράδειγμα, θα μπορούσε το δημόσιο αντί να δίνει μισθούς να αναλάμβανε μέρος των υποχρεώσεων των υπαλλήλων του έναντι τρίτων. Στο παράδειγμα με την αγορά διαμερίσματος από τον δημόσιο υπάλληλο, μια λύση θα ήταν το δημόσιο να μισθώσει μαζικά μακροχρόνια από κατασκευαστικές εταιρίες με δικαίωμα εξαγοράς και να παραχωρήσει στους υπαλλήλους τη χρήση της οικίας. Με τον τρόπο αυτό, οι κατασκευαστικές εταιρίες θα μπορέσουν να αναπτυχθούν και μαζί τους και η οικονομία της χώρας, το δημόσιο θα κερδίσει αφού θα μπορέσει να αποφύγει τον δανεισμό, όπως και οι δημόσιοι υπάλληλοι, ενώ ταυτόχρονα η παράκαμψη του πιστωτικού τομέα θα «σπάσει» τη φούσκα και θα απο-πληθωρίσει την αγορά. Η επέκταση ενός τέτοιου συστήματος μη χρηματικών συναλλαγών σε πάγια και διαρκή αγαθά θα ελάφρυνε κατά πολύ τα βάρη του δημοσίου αλλά και των ιδιωτών και θα εξοικονομούσε πόρους που θα μπορούσαν άμεσα να διατεθούν για αναπτυξιακές δράσεις (εκτός ότι θα έκανε τους δισεκατομμυριούχους επενδυτές να χάσουν τον ύπνο τους, αφού μια χώρα θα μπορούσε να αναπτυχθεί χωρίς τα λεφτουδάκια τους!). Πρέπει να σημειωθεί ότι η Ε.Ε. και τα μέλη της ευρωζώνης ήδη κινούνται μακριά από φούσκες που γεννά το εύκολο-να-πάρεις, δύσκολο-να-αποπληρώσεις χρήμα. Για παράδειγμα, τα κράτη - μέλη της ευρωζώνης έχουν αποδεχθεί ως ανώτερο ποσοστό χρέους το 60% για τις οικονομίες τους. Ας μην ξεχνάμε ότι το 60% είναι το ανώτερο, δηλαδή και μικρότερο ποσοστό είναι αποδεκτό. Επίσης, η ευρωζώνη αφορά εύρωστα κράτη, όπως η Γερμανία, με ΑΕΠ πολλαπλάσιο της Ελλάδας. Επομένως, αυτή η προσέγγιση μας φέρνει σε ένα ποσοστό χρέους περίπου 30% το ανώτατο που θα πρέπει να θέσει η Ελλάδα ως στόχο βιώσιμου χρέους.

 

Μπορούμε να ζήσουμε χωρίς τον βουλευτή μας;

Η απάντηση και εδώ είναι μάλλον όχι. Μπορεί το «μαζί τα φάγαμε» να ξορκίζεται ως δήλωση συνενοχής, όμως ακόμα και τώρα, διατηρούνται προσδοκίες για μια θέση στο δημόσιο, για μια επιδότηση, για μια βοήθεια από το κράτος. Η ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα και η διάδοση της επιχειρηματικότητας απαιτεί αλλαγή κουλτούρας, που συνήθως διαρκεί πολλά χρόνια, αλλά ταυτόχρονα προϋποθέτει και τη ριζική αλλαγή πολιτικής στήριξης της επιχειρηματικότητας και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων από κρατικές χρηματοδοτήσεις σε ανάπτυξη υποδομών, δραστική μείωση της φορολογίας (σε επίπεδα συγκρίσιμα με αυτά γειτονικών χωρών της Ελλάδας, όπως η Βουλγαρία και η Κύπρος) και αλλαγές στο πτωχευτικό δίκαιο που θα συναντήσουν αντίσταση από όσα συμφέροντα θίγονται. Εν τούτοις, αν δεν «μπορούμε να ζήσουμε χωρίς τον βουλευτή μας», ίσως «μπορούμε να τον αλλάξουμε». Για παράδειγμα, τα οικονομικά των δημόσιων οργανισμών συχνά χαρακτηρίζονται από «σπατάλη», «κακοδιαχείριση» και ανάλογα επίθετα. Όμως, η χρήση του χρήματος έχει δύο όψεις, τη δαπάνη και την αξία. Πριν από τον καταλογισμό μιας δαπάνης ως σπατάλης θα πρέπει να μετρηθεί η προστιθέμενη αξία ή, με άλλα λόγια, πριν περικοπεί ο μισθός ή ένα επίδομα θα πρέπει να προηγηθεί η αξιολόγηση της προσφοράς του υπαλλήλου με ένα σύστημα αντικειμενικών κριτηρίων (αλλιώς θα χαρακτηρισθεί ως άδικη αυτή η πράξη). Δεν είναι κάτι πρωτότυπο, έτσι λειτουργεί εδώ και πολλά χρόνια ο ιδιωτικός τομέας. Χωρίς την ύπαρξη ενός δίκαιου και αντικειμενικού συστήματος αξιολόγησης της ποιότητας και αξίας των δημόσιων υπηρεσιών και οργανισμών, όλες οι δαπάνες θα παραμένουν εν δυνάμει ως σπάταλες και περιττές και το σύστημα θα διαιωνίζεται.

Οι ανωτέρω διαπιστώσεις, αν είναι σωστές και ακριβείς, υποδηλώνουν ότι το υβριδικό σύστημα οικονομικής διακυβέρνησης που έχει επικρατήσει τις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα δεν πρόκειται να καταρρεύσει, αλλά μάλλον αναζητεί νέες ισορροπίες.

Από το «λεφτά υπάρχουν» στο «μυαλά υπάρχουν»

Παρόλο που τα ανωτέρω αναφέρονται στην οικονομική διακυβέρνηση και αφορούν διαπιστώσεις και εκτιμήσεις, οι λύσεις δεν μπορεί παρά να είναι πολιτικές. Η Ελλάδα έχει την τύχη να έχει δημοκρατία, ένα πολίτευμα που κατακτήθηκε, δεν χαρίστηκε ούτε δανείστηκε, και είναι το πιο κατάλληλο για να δώσει λύσεις σε δύσκολα προβλήματα όπως αυτό που αντιμετωπίζει η Ελλάδα. Η δημοκρατία όμως για να λειτουργήσει σωστά χρειάζεται δύο πράγματα: (α) Μαζική συμμετοχή σε εκλογικές διαδικασίες, αφού ποσοστά 40%, 50% και 60% στην ουσία παραχωρούν τη διακυβέρνηση σε μειοψηφίες που ευλόγως δεν μπορούν να ικανοποιήσουν την πλειοψηφία των πολιτών. (β) Οι πολίτες επιλέγουν τον άνθρωπο-βουλευτή που τους εκφράζει και όχι αόριστα κομματικές ιδεολογίες. Για παράδειγμα, οι βουλευτικές εκλογές σωστά ονομάζονται βουλευτικές και όχι κομματικές, γιατί εκλέγονται βουλευτές και όχι κόμματα. Η σχέση πολίτη-δημοκρατίας είναι μια σχέση ανθρώπινη και όχι μια σχέση πελάτη-κόμματος. Το λευκό ως ψήφος μάλλον δεν αποτελεί λύση, αφού υποδηλώνει ότι ούτε ένας υποψήφιος δεν είναι ικανός. Ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, όμως, το λευκό πρέπει να δηλώνεται στην κάλπη και όχι στον καναπέ, γιατί κάτι τέτοιο αλλοιώνει το τελικό αποτέλεσμα. Εάν μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες επιλεχθούν τα «σωστά μυαλά», δηλαδή οι βουλευτές και πολιτικοί, τότε είναι αρκετά πιθανόν ότι θα καταφέρουν να επιβάλουν το σωστό μείγμα πολιτικής που θα ικανοποιεί τις πλειοψηφίες που τους επέλεξαν όσον αφορά την οικονομική διακυβέρνηση της Ελλάδας αλλά και τις στρατηγικές επιλογές της.

Πτώχευση, χρεοκοπία, αναδιάρθρωση, αναδιάταξη, δραχμή...

Κάθε μέρα γίνεται ολοένα και περισσότερο φανερό ότι τους τελευταίους μήνες υπάρχει ένα συγκροτημένο σχέδιο διαχείρισης του χρέους της Ελλάδας με βασικό άξονα το γνωστό μνημόνιο. Μια πτώχευση της Ελλάδας πριν από 2-3 χρόνια, όταν λογικά κάπου τότε έγινε φανερό το μέγεθος του χρέους, θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες στο παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα λόγω της χρονικής συγκυρίας, αφού συνέπιπτε με τη γνωστή οικονομική κρίση του πιστωτικού τομέα των ΗΠΑ. Η Ελλάδα φαίνεται να εξαγόρασε χρόνο για τις μεγάλες χώρες έτσι ώστε αυτές να διαχειριστούν βέβαια γεγονότα που θα γίνουν στο μέλλον στην Ελλάδα χωρίς όμως να κινδυνεύουν από αυτά. Αυτή η θυσία της Ελλάδας και του ελληνικού λαού θα πρέπει να καταλογιστεί ως σωστή, αλλά η αλληλεγγύη τρίτων χωρών προς την Ελλάδα θα πρέπει να ανταποδοθεί και να κεφαλαιοποιηθεί ανάλογα. Αν κάποιοι ιδιώτες ή επιχειρήσεις επωφελήθηκαν από αυτό ή όχι είναι μεν σημαντικό, αλλά δεν σχετίζεται με το επείγον της αντιμετώπισης του χρέους σήμερα. Τι επιλογές όμως έχει η Ελλάδα σήμερα;

Αν θεωρήσουμε ότι το χρέος ανέρχεται σε 340 δισ., ένα «κούρεμα» 30% εξοικονομεί περίπου 100 δισ. Αν μέσω της Ε.Ε. καταφέρουμε να διαπραγματευτούμε μια παράταση-μετάθεση πληρωμών, π.χ., για 5 έτη, για ένα άλλο 30% (λόγω και της αρχής της συνυπευθυνότητας, αφού η Ε.Ε. είχε όλα τα μέσα για να προβεί σε έλεγχο του χρέους μας νωρίτερα), τότε το χρέος κατεβαίνει από τα 340 σε 120 δισ. Η μετακύλιση πληρωμών θα πρέπει να διαρκέσει τόσο, όσο χρειάζεται η Ελλάδα για να εφαρμόσει τους όρους που η Ε.Ε. θέτει. Αν η Ε.Ε. θέτει αυστηρούς όρους, τότε πιθανώς η στάση πληρωμών να διαρκέσει περισσότερο. Επιπλέον, ένας λογιστικός έλεγχος των συμβάσεων που σύναψε η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια καθώς και ένας οικονομικός - φορολογικός έλεγχος όσων διαχειρίστηκαν δημόσιο χρήμα θα μπορούσε να μειώσει ακόμα περισσότερο το χρέος (μιας και το αίτημα της δικαιοσύνης λογικά είναι αίτημα και των Ευρωπαίων πολιτών εκτός από των Ελλήνων πολιτών). Ακόμα και μια διαδικασία περαίωσης για πολιτικούς όσο περίεργη και αν ακούγεται καταρχάς, θα μπορούσε να αποφέρει σημαντικά έσοδα και την απαραίτητη αμνηστία στο υβριδικό μεν, αλλά απαξιωμένο δε σύστημα οικονομικής διακυβέρνησης, όταν θα υπάρξει ένα δίκαιο και αποτελεσματικό διάδοχο σύστημα. Τέλος, η διαχείριση του χρέους μέσω του συστήματος μη-χρηματικών συναλλαγών που περιγράφηκε εν συντομία παραπάνω, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα επιπλέον μέσον μεγάλης μείωσης του ιδιωτικού αλλά και του δημόσιου χρέους. Οι ανωτέρω υπολογισμοί είναι κατά προσέγγιση και προφανώς η υιοθέτηση μιας τέτοιας επιλογής θα πρέπει να βασιστεί σε σχετικές μελέτες και λεπτομερείς αναλύσεις. Με τις ανωτέρω ενέργειες, που είναι ρεαλιστικές, ενώ η πρώτη («κούρεμα») μάλλον πραγματοποιείται ήδη σιωπηρά, το χρέος θα μπορούσε να μειωθεί σε πολύ χαμηλά επίπεδα καθιστώντας το έτσι βιώσιμο. Ακόμα και αν γίνουν τα ανωτέρω και μειωθεί το χρέος σε πολύ χαμηλά επίπεδα, κάποιος δεν πρέπει να ξεχνά ότι ο κύκλος χρεοκοπίας του εύκολου χρήματος θα αρχίσει και πάλι, αν δεν υπάρξουν αλλαγές στο ισχύον σύστημα οικονομικής διακυβέρνησης.

Εν κατακλείδι, δεν πρέπει να αγνοεί κάποιος ότι η απότομη αναδιάρθρωση, αναδιανομή ή ακόμα η κήρυξη πτώχευσης μιας χώρας ή η επιστροφή στη δραχμή ισοδυναμεί με την αναγκαστική προσγείωση ενός αεροπλάνου και θα πρέπει να αποφεύγεται όσο και αν δυσανασχετούν οι επιβάτες που βιώνουν μια κακή πτήση.

* O Ηλίας Βλάχος είναι Επίκουρος Καθηγητής Διοίκησης Επιχειρήσεων στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.