14/11/2018 03:41:04
1.12.2017 / ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΑΛΟΥΠΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1997 στις 30-11-2017

Αποφασισμένη η Μέρκελ να κρατήσει ζωντανό τον γαλλογερμανικό άξονα

Αποφασισμένη η Μέρκελ να κρατήσει ζωντανό τον γαλλογερμανικό άξονα - Media

 

Η Μέρκελ θα πάρει όποια σκληρή απόφαση χρειαστεί για να μείνει ζωντανός ο γαλλογερμανικός άξονας

Όταν τη νύχτα της 19ης Νοεμβρίου ο ηγέτης των Ελευθέρων Δημοκρατών Κρίστιαν Λίντνερ αποχώρησε από τις συνομιλίες για τον σχηματισμό κυβέρνησης, έβαλε τη Γερμανία σε αχαρτογράφητα νερά. Οι συνομιλίες μεταξύ των κομμάτων απέτυχαν να αναδείξουν κυβέρνηση, πρώτη φορά από την ίδρυση της ομοσπονδιακής δημοκρατίας το 1949. Η Γερμανία βρίσκεται σε μια κατάσταση άνευ προηγουμένου. Για την Άνγκελα Μέρκελ, που ήδη έχει αποδυναμωθεί από ένα φτωχό εκλογικό αποτέλεσμα, η αποτυχία να σχηματίσει κυβέρνηση είναι ακόμα ένα χτύπημα. 
 
Όμως, τουλάχιστον προς το παρόν, η κατάσταση δεν συνιστά πολιτική κρίση. Το σύνταγμα της Γερμανίας, που συντάχθηκε από ανθρώπους που είδαν την πολιτική αναταραχή να μετατρέπεται σε αιμοσταγή δικτατορία, βάζει τη σταθερότητα πάνω απ’ όλα. Η προηγούμενη κυβέρνηση θα παραμείνει σε υπηρεσιακή λειτουργία για όσο χρόνο χρειαστεί. Όμως αυτό το αδιέξοδο στο Βερολίνο έρχεται τη χειρότερη στιγμή για ολόκληρη την ήπειρο
Με την Αμερική του Τραμπ να αποτραβιέται από την Ευρώπη και τη Ρωσία να «σπρώχνει» για να ανακατευτεί, οι περισσότεροι στην Ένωση έλπιζαν ότι η Γερμανία θα παίξει τον ρόλο της. 
Στο Παρίσι ο Εμανουέλ Μακρόν είναι ήδη έτοιμος. Ήταν τυπικό θέμα χρόνου για τον γαλλογερμανικό άξονα να αναβιώσει. Η συνεργασία των δυο τους, Μέρκελ και Μακρόν, θα είχε βασικό στόχο την ενδυνάμωση της ταλαιπωρημένης Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αμέσως μόλις, βέβαια, η Άνγκελα Μέρκελ εξασφάλιζε και την τέταρτη νίκη της στην κάλπη.
 
Όμως, οι εκλογές της 24ης Σεπτεμβρίου περιέπλεξαν τα πράγματα. Οι Γερμανοί ψηφοφόροι «τιμώρησαν» τον μεγάλο συνασπισμό (CDU/CSU και SPD). Τα τρία κόμματα που τον αποτελούσαν έχασαν συνολικά σχεδόν το 14% των ψήφων, από τις οποίες οι περισσότερες πήγαν προς τα δεξιά κόμματα, συμπεριλαμβανομένου του λαϊκιστικού ακροδεξιού AfD.
 
Όλα ανοιχτά
Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Μέρκελ μετά την κατάρρευση των συνομιλιών με τους Ελεύθερους Δημοκράτες και τους Πράσινους είναι αυτό του πολιτικού κατακερματισμού και του αδιεξόδου. Μια κατάσταση που μπορεί να είναι γνώριμη σε άλλες χώρες, αλλά όχι στη μεταπολεμική Γερμανία. Η παράταση της αβεβαιότητας θα είναι κακή και για τη Μέρκελ και για τη Γερμανία, αλλά και για την Ευρώπη. Αυτή τη στιγμή όλα είναι ανοιχτά.
 
Η Μέρκελ έχει μπροστά της τρεις επιλογές, από τις οποίες καμιά δεν είναι ιδιαίτερα εύκολη:
1. Η πρώτη είναι να σχηματίσει μια κυβέρνηση μειοψηφίας είτε με τους Πράσινους είτε με τους Ελεύθερους Δημοκράτες είτε (σε μια ύστατη περίπτωση) μόνη της. Το σύνταγμα της Γερμανίας θα έδινε και σε κυβέρνηση μειοψηφίας έναν βαθμό προστασίας από τις διαδικασίες παροχής ψήφου εμπιστοσύνης.
Όμως, αν και άλλες χώρες διαθέτουν κυβερνήσεις μειοψηφίας, η μοντέρνα Γερμανία δεν έχει καμιά τέτοια εμπειρία σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Η ίδια η Μέρκελ δεν πιστεύει ότι αυτή η λύση θα έδινε σταθερή κυβέρνηση στη χώρα. Ο σχηματισμός κυβέρνησης μειοψηφίας είναι η πιο απίθανη από τις τρεις επιλογές, εκτός της υποθετικής περίπτωσης να υπάρξει ένα ντιλ με τους Πράσινους που θα δίνει στην καγκελάριο την ευχέρεια να βασίζεται στην υποστήριξη των Σοσιαλδημοκρατών κατά περίπτωση. 
2. Η δεύτερη επιλογή, αυτή που μοιάζει πιθανότερη, είναι η αναβίωση του μεγάλου συνασπισμού με τους Σοσιαλδημοκοκράτες. Οι Σοσιαλδημοκράτες τάσσονται υπέρ της ενδυνάμωσης της ευρωζώνης με διάφορους τρόπους, όπως για παράδειγμα με το να δοθούν περισσότερες εξουσίες στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας. Ένας μεγάλος συνασπισμός θα συνεργαζόταν στενά με τον Εμανουέλ Μακρόν. Ο Μάρτιν Σουλτς έχει επανειλημμένα δηλώσει πως θα ενδιαφερόταν να δουλέψει με τον Γάλλο πρόεδρο για την περαιτέρω ενσωμάτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
 
Αν και την αναβίωση του μεγάλου συνασπισμού δείχνει να προτιμά και η Μέρκελ, έχει κι αυτή τα προβλήματά της. Αρχικά ο Σουλτς είχε αποκλείσει τον μεγάλο συνασπισμό, αλλά δέχεται πιέσεις – και μέσα από το κόμμα του και από τον πρόεδρο της Γερμανίας – να αλλάξει γνώμη. 
Τις τελευταίες μέρες ο Σουλτς αφήνει «όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά», συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής του σε μεγάλο συνασπισμό. Πάντως, η πλειονότητα της εκλογικής βάσης του κόμματός του δεν επιθυμεί μεγάλο συνασπισμό, κάτι που σημαίνει ότι, αν τελικώς το SPD δεχτεί, θα πρέπει να θέσει ως προϋπόθεση την αποδοχή βασικών του θέσεων από τους Χριστιανοδημοκράτες. Από την πλευρά τους οι Χριστιανοδημοκράτες έσπευσαν να διευκρινίσουν ότι, αν το SPD το παρακάνει προβάλλοντας υπερβολικά αιτήματα, δεν πρόκειται να υπάρξει συνεργασία. 
 
Η συνύπαρξη στην κυβέρνηση με τη Μέρκελ «στοίχισε» στο SPD, ρίχνοντας τα εκλογικά του ποσοστά στο χαμηλότερο επίπεδο στην ιστορία του κόμματος. Πολλά στελέχη των Σοσιαλδημοκρατών είναι της άποψης ότι θα χρειάζονταν μια θητεία - ανάσα στην αντιπολίτευση, που θα τους έδινε την ευκαιρία να ανανεωθούν. Εκτός όλων αυτών, μια αναβίωση του μεγάλου συνασπισμού ενδέχεται να εκληφθεί από τους Γερμανούς σαν να τους σερβίρεται ξαναζεσταμένο φαγητό και να συμβάλει ακόμα περισσότερο στην στροφή ψηφοφόρων προς τα άκρα. 
3. Η τρίτη επιλογή είναι αυτή των νέων εκλογών. Ενέχει ρίσκα. Γι αυτό και είναι η λιγότερη προτιμητέα επιλογή της Μέρκελ. Το Σάββατο απέρριψε εκ νέου να γίνουν επαναληπτικές εκλογές, μιλώντας σε περιφερειακό συνέδριο του κόμματός της.
 
Ρίσκο οι νέες εκλογές
Ακόμα κι αν τα πράγματα οδηγηθούν στην τρίτη και έσχατη λύση των επαναληπτικών εκλογών, αυτές δεν μπορούν να γίνουν γρήγορα. Το σύνταγμα της Γερμανίας, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις 20 κυβερνήσεις και τις 9 εκλογές που υπήρξαν στα 14 χρόνια της Βαϊμάρης, καθιστά εσκεμμένα δύσκολη την προκήρυξη πρόωρων εκλογών. 
 
Αν προσθέσουμε σε αυτό και τον χρόνο που θα χρειαζόταν για περισσότερες διαβουλεύσεις και συνεννοήσεις για τη δημιουργία κυβερνητικού συνασπισμού μετά, τότε η Γερμανία – αλλά και η... Ευρώπη – θα μπορούσε να μείνει χωρίς κυβέρνηση στο Βερολίνο μέχρι τον Μάιο ή τον Ιούνιο. Και δεν υπάρχει καμιά διαβεβαίωση ότι το αποτέλεσμα μιας νέας εκλογικής αναμέτρησης, μέσα στο επτακομματικό πολιτικό σκηνικό της σημερινής Γερμανίας, θα είναι σαφέστερο από το προηγούμενο. 
 
Πιο κοντά στη Γαλλία
Σε πρόσφατη δημοσκόπηση του Ινστιτούτου YouGov το 60% των Γερμανών απάντησε ότι θα ψήφιζε το ίδιο με τις εκλογές του Σεπτεμβρίου. Μόλις το 8% δήλωσε καθαρά ότι θα επέλεγε διαφορετικό κόμμα αν ξαναγίνονταν εκλογές. Μια νέα εκλογική αναμέτρηση πάντως θα έδινε την ευκαιρία για συζήτηση πάνω σε σημαντικά θέματα, όπως το μέλλον του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, το οποίο τα κόμματα απέφυγαν να αναπτύξουν με σαφήνεια στην προηγούμενη προεκλογική καμπάνια. 
 
Από την πλευρά της η Μέρκελ έχει πει ότι, αν γινόντουσαν νέες εκλογές, θα ήταν ξανά υποψήφια και δεν εκτιμάται ότι υπάρχουν πιθανότητες να αντιμετωπίσει ξαφνικά ζήτημα ηγεσίας. 
Όμως το αποδυναμωμένο εκλογικό αποτέλεσμα του Σεπτεμβρίου μαζί με το ναυάγιο των συζητήσεων για σχηματισμό κυβερνητικού συνασπισμού «βάρυναν» την Άνγκελα Μέρκελ με έναν αέρα επισφάλειας. Όποια από τις τρεις επιλογές τελικά ακολουθήσει, ετοιμάζεται να εισέλθει στην τελευταία πράξη της πολιτικής της καριέρας. Αυτό που την απασχολεί είναι, εκτός των άλλων, και η πολιτική της παρακαταθήκη, το στίγμα που θα αφήσει στη Γερμανία και την Ευρώπη.
 
Από το 1945 η εξωτερική πολιτική της Γερμανίας έχει δύο βασικούς πυλώνες: τη δέσμευση στην ενότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη συμμετοχή σε έναν πολυπολικό κόσμο που βρίσκεται υπό την εγγύηση και την τελική ηγεσία των ΗΠΑ. Σήμερα και οι δύο αυτοί πυλώνες κλονίζονται: 
Οι ΗΠΑ υπό τον Ντόναλντ Τραμπ αποτραβιούνται από το διεθνή ρόλο τους υπέρ ενός δόγματος πιο στενού εθνικού συμφέροντος.
Η Ευρώπη αντιμετωπίζει ένα σύνολο κρίσεων. Ανατολικοί και Δυτικοί διχάζονται για τους μετανάστες, Βορράς και Νότος για το μέλλον της ευρωζώνης. Αυτονομιστικές τάσεις σε Ισπανία (Καταλωνία) και Βρετανία (Σκωτία) προσθέτουν περαιτέρω αστάθεια.
Όλα αυτά πιέζουν το Βερολίνο καθώς παλεύει να αποκτήσει νέα κυβέρνηση.
Κανονικά το πλάνο είναι να μετακινηθεί η Γερμανία κοντύτερα στη Γαλλία. Η Μέρκελ θα κάνει ό,τι είναι απαραίτητο για να διαφυλάξει τη δυναμική του γαλλογερμανικού άξονα. Θα συμμαχήσει και με τον διάβολο για να μπορέσουν οι δυο τους, Μέρκελ και Μακρόν, να δώσουν νέα πνοή στην Ε.Ε. Η ίδια η μελλοντική πορεία της Ευρώπης επρόκειτο να δρομολογηθεί από το ζεύγος «Μερκρόν» που θα αναλάβει την ηγεσία της.
 
Τι είδους ηγεσία;
Η αμερικανική υποχώρηση και οι έριδες μέσα στην Ευρώπη αναγκάζουν τη Γερμανία να αναθεωρήσει τον ρόλο της.
 
Το ερώτημα είναι τι μορφής ηγεσία θα προσφέρει η Γερμανία και κατά πόσο θα περιπλέξει τα πράγματα η προσωρινή πολιτική της αβεβαιότητα.
Η Γερμανία δεν έχει ούτε το οικονομικό και στρατιωτικό σθένος ούτε την πρόθεση να γεμίσει το κενό που αφήνουν οι ΗΠΑ. Οι περισσότεροι στο Βερολίνο θεωρούν ότι η άμεση προτεραιότητα της νέας κυβέρνησης πρέπει να είναι η ενότητα της Ευρώπης. Μια διαιρεμένη Ευρώπη πρακτικά θα είναι μια πρόκληση για τη Ρωσία, την Κίνα και, τουλάχιστον στα θέματα του εμπορίου, την κυβέρνηση Τραμπ να στρέψουν τους Ευρωπαίους τον έναν ενάντια στον άλλον.
Για να ενδυναμωθεί η Ευρώπη, η στενότερη συνεργασία με τη Γαλλία ήταν η προτεραιότητα για όλα τα κόμματα που έπαιρναν μέρος στις συνομιλίες για σχηματισμό κυβέρνησης. Όμως, το να συμφωνήσουν ακριβώς στο τι είναι απαραίτητο να γίνει αποδείχθηκε δύσκολο, κυρίως με την επιμονή του FDP να ζητάει το υπουργείο Οικονομικών και να επιμένει σε «ισορροπημένους» προϋπολογισμούς.
 
Ένας στενότερος εναγκαλισμός του ζεύγους «Μερκρόν» ενέχει και κάποια ρίσκα. Εντός της Ευρώπης οι ανατολικές χώρες, που ήδη αισθάνονται να προκύπτουν προβλήματα από την κριτική της Ε.Ε. σε συγκεκριμένες εσωτερικές τους πολιτικές και από την απαίτηση του Βερολίνου να κάνουν περισσότερα για τους πρόσφυγες, μπορεί να νιώσουν ότι αποκλείονται από έναν ενδυναμωμένο άξονα Βερολίνου - Παρισίων. 
 
Το να παραμείνουν στο παιχνίδι τα ανατολικά κράτη είναι απαραίτητο για τις Βρυξέλλες. Στις 13 Νοεμβρίου 23 χώρες - μέλη της Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένων των Γερμανίας, Πολωνίας και χωρών της Βαλτικής, υπέγραψαν την PESCO, μια μόνιμη συμφωνία στενότερης συνεργασίας για την άμυνα και την ασφάλεια. Πρόκειται για έναν μηχανισμό αμυντικής συνεργασίας που ελπίζεται ότι θα αποδειχθεί το πρώτο στάδιο μιας μελλοντικής ευρωπαϊκής αμυντικής ένωσης.
 
Το κλειδί των εξελίξεων
Αυτή τη στιγμή η Μπούντεσταγκ δεν πρόκειται να διαλυθεί αν δεν σχηματιστεί κάποια κυβέρνηση, μια δικλίδα ασφαλείας που προβλέφθηκε ώστε να αποφευχθεί στο μέλλον επανάληψη των αποσταθεροποιητικών επαναληπτικών εκλογικών αναμετρήσεων της εποχής της Βαϊμάρης. 
Η Μέρκελ παραμένει προσωρινή καγκελάριος. Η πρωτοβουλία για το τι θα συμβεί παρακάτω πέφτει στον πρόεδρο της Γερμανίας Φρανκ Βάλτερ Στάινμαϊερ, που πρέπει να υποδείξει έναν υποψήφιο για καγκελάριο. Ο Στάινμαϊερ θέλει να αποφευχθούν οι νέες εκλογές. Τη μέρα που ο Λίντνερ (FDP) αποχώρησε από τις συνομιλίες ο Στάινμαϊερ είπε στα κόμματα ότι η ευθύνη να κυβερνηθεί η χώρα «δεν είναι μια ευθύνη που μπορούμε απλώς να τη ρίξουμε πίσω στους ψηφοφόρους».
 
Σύμφωνα με το «Spiegel» πάντως, η κατάρρευση των συνομιλιών ήταν κέρδος για τη Γερμανία. Τα κόμματα που λάμβαναν μέρος δεν θα μπορούσαν ποτέ να κυβερνήσουν επιτυχημένα μαζί. Αναγκάστηκαν να συμμετάσχουν σε συνομιλίες χωρίς να είναι ποτέ φυσικοί σύμμαχοι. Εκτιμά ότι η κυβέρνηση που θα προέκυπτε θα ήταν χωρίς κανένα όραμα, φιλοδοξία ή αποφασιστικότητα. Αν η Μέρκελ είχε καταφέρει να παραγάγει μια συμμαχία μεταξύ CDU, CSU, FDP και Πράσινων, τότε όχι μόνο η Γερμανία, αλλά ολόκληρη η ήπειρος θα αντιμετώπιζε τέσσερα χρόνια στασιμότητας.
Ίσως το κλειδί των εξελίξεων να μπορεί να ανιχνευτεί στις 10 Νοεμβρίου. Την ημέρα που οι πρόεδροι της Γερμανίας (Στάινμαϊερ) και Γαλλίας (Μακρόν) αγκαλιάστηκαν συμβολικά μπροστά στις κάμερες σε επίσημη συνάντηση στα βουνά της Αλσατίας. Με τον Γερμανό να δηλώνει πως «το καθήκον να οδηγηθεί η Ευρώπη σε ένα ελπιδοφόρο, καλύτερο μέλλον πέφτει στη Γερμανία και τη Γαλλία»... 
 
Ό,τι κι αν τελικά συμβεί στο Βερολίνο, το να αρθεί η στασιμότητα και να τεθεί σε κίνηση ένας ανανεωμένος γαλλογερμανικός άξονας είναι αυτό που φαίνεται να αναμένει η υπόλοιπη Ευρώπη...

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.